Σε μια περίοδο κατά την οποία η κλιματική κρίση επιταχύνεται αλλά οι γεωπολιτικές και οικονομικές πιέσεις εντείνονται, τα αποτελέσματα της πρόσφατης Διάσκεψης του ΟΗΕ για το Κλίμα στη Βραζιλία προκάλεσαν έντονο προβληματισμό.
Οι προσδοκίες για τομές συγκρούστηκαν για ακόμη μία φορά με την πραγματικότητα των διεθνών συσχετισμών, της απουσίας κρίσιμων παικτών και του συναινετικού τρόπου λήψης αποφάσεων.
Σε συνέντευξη του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Γενικός Γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων του ΥΠΕΝ, Πέτρος Βαρελίδης, έχοντας εκπροσωπήσει τη χώρας μας στις διαπραγματεύσεις, αποτυπώνει με νηφαλιότητα το τι πραγματικά επιτεύχθηκε. Ποιες μάχες χάθηκαν και ποιες μικρές αλλά ουσιαστικές κατακτήσεις διατηρούν «ζωντανή» την παγκόσμια προσπάθεια για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Παράλληλα, εξηγεί τις ελληνικές θέσεις για τη χρηματοδότηση, τη διαφάνεια και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, ενώ τοποθετείται για το μέλλον της Πράσινης Ατζέντας στην Ευρώπη και τον τρόπο με τον οποίο η περιβαλλοντική προστασία μπορεί να συνδυαστεί με την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του Γενικού Γραμματέα Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων του ΥΠΕΝ, Πέτρου Βαρελίδη, στον Δημοσιογράφο του ΑΠΕ-ΜΠΕ Ηλία Παλιαλέξη
Ερ. Τα αποτελέσματα της πρόσφατης COP στη Βραζιλία αντιμετωπίστηκαν με αρκετό σκεπτικισμό από την κοινή γνώμη. Ποιές είναι οι αποφάσεις που θα μπορούσαν να μας κάνουν να αισιοδοξούμε, ποιές είναι οι προκλήσεις και γιατί παρατηρείται μία σχετική καθυστέρηση στην λήψη θαρραλέων αποφάσεων;
Απ. Εγγενές στοιχείο των παγκόσμιων διασκέψεων είναι ότι απαιτείται συστηματική και επίμονη προσήλωση προκειμένου να μπορέσουν να υπάρξουν απτά αποτελέσματα. Η καλλιέργεια εσφαλμένων προσδοκιών, συνήθως για λόγους βραχυπρόθεσμου πολιτικού οφέλους, είναι αντιπαραγωγική αφού παραβλέπει την πραγματικότητα και μπορεί να οδηγήσει και σε λάθος στρατηγική.
Παγίως στην ετήσια διάσκεψη για το κλίμα, η ΕΕ σε συνεργασία με κάποιες άλλες όπως η Νορβηγία, η Ελβετία, η Ιαπωνία, ο Καναδάς και η Αυστραλία επιδιώκουν την αύξηση της φιλοδοξίας με στόχο την ταχύτερη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Αντίθετα, οι θεωρούμενες μη αναπτυγμένες (μέσα σε αυτές περιλαμβάνονται χώρες όπως η Τουρκία, η Κίνα, οι Αραβικές χώρες κλπ.), επιδιώκουν την αύξηση της χρηματοδότησης και την μείωση της λογοδοσίας για την ορθή χρήση τους που τίθενται από τις ανεπτυγμένες χώρες. Ειδικά για την χρηματοδότηση, η ΕΕ επιδιώκει την συγκράτησή της, τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα σε αυτήν, και την διοχέτευσή της προς τις χώρες που την έχουν μεγαλύτερη ανάγκη δηλ. τις λιγότερο αναπτυγμένες και τα μικρά νησιωτικά κράτη.
Οι βασικές διαπραγματευτικές προτεραιότητες της ΕΕ στην COP30 ήταν η αύξηση των δεσμεύσεων των χωρών για μειώσεις εκπομπών και η προώθηση της μετάβασης σε καθαρές μορφές ενέργειας με την υιοθέτηση ενός παγκόσμιου οδικού χάρτη για την καθοδήγηση της μετάβασης από τα ορυκτά καύσιμα προς καθαρές μορφές ενέργειας. Δυστυχώς, κανένας από τους δύο στόχους δεν επετεύχθη.
Οι νέες δεσμεύσεις για το κλίμα αν και ελαφρώς καλύτερες από τις περυσινές, υπολείπονται σημαντικά του επιπέδου που απαιτείται για την συγκράτηση της ανόδου της θερμοκρασίας σε 1,5˚C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη έκθεση σύνθεσης των Εθνικά Προσδιορισμένων Συνεισφορών από περίπου 110 χώρες (δηλαδή των υποσχέσεων της κάθε χώρας για μειώσεις εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου αναμένεται να μειωθούν κατά 12% έως το 2035 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2019, που σημαίνει ότι, με τα σημερινά δεδομένα και εφόσον εφαρμοστεί το σύνολο των εθνικών δεσμεύσεων, ο κόσμος οδεύει προς αύξηση 2,3˚C έως 2,5˚C, σε σύγκριση με 2,6˚C έως 2,8˚C που προβλέπεται στην περσινή έκθεση.
Η αποτυχία αυτή ήταν αναμενόμενη δεδομένου του διεθνούς περιβάλλοντος και του συναινετικού τρόπου λήψης των αποφάσεων στις παγκόσμιες διασκέψεις. Ειδικότερα επισημαίνεται η απουσία επίσημης αντιπροσωπείας των ΗΠΑ (δηλ. όχι μόνο της ισχυρότερης οικονομίας στον κόσμο αλλά και της χώρας που ευθύνεται για το μεγαλύτερο ποσοστό των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου) για πρώτη φορά στα χρονικά της διάσκεψης και ο πολύ ενεργός ρόλος των υπόλοιπων πετρελαιοπαραγωγών χωρών.
Αντίθετα, οι αναπτυσσόμενοι, εκμεταλλευόμενοι και το ότι προήδρευε η Βραζιλία (προεξάρχων μέλος της ομάδας των αναπτυσσόμενων χωρών), άσκησαν μεγάλη πίεση για α) την αύξηση της χρηματοδότησης (από την οποία επωφελούνται κυρίως χώρες μέσου εισοδήματος όπως η Βραζιλία που είναι 2η μετά την Ινδία σε χρηματοδοτήσεις με 1,39 δις $, η Κίνα που είναι 6η με 0,58 δις $ και η Τουρκία 7η με 0,54 δις $) και β) την μετατόπιση της έμφασης στην προσαρμογή έναντι της μείωσης των εκπομπών, συμμαχώντας με την ομάδα των Αραβικών κρατών που λογίζονται στους αναπτυσσόμενους και δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτούς που καλούνται να συνδράμουν οικονομικά τις φτωχότερες χώρες.
Αποτέλεσμα αυτής της ισορροπίας ήταν να μην υπάρξει ουσιαστική συζήτηση για τη διεύρυνση των χωρών που συνεισφέρουν οικονομικά και τον αντίστοιχο περιορισμό αυτών που είναι αποδέκτες της αναγκαίας βοήθειας, καθώς και καμία συζήτηση για την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Η διαπραγμάτευση εστίασε σχεδόν αποκλειστικά στην αύξηση της χρηματοδότησης και την μεγαλύτερη ενίσχυση της προσαρμογής, με την ΕΕ να υιοθετεί μια (ρεαλιστική) αμυντική στάση προάσπισης κάποιων κεκτημένων όπως ο τελικός στόχος του 1,5°C και η αποφυγή περαιτέρω αύξησης των δεσμεύσεων για χρηματοδότηση.
Το τελικό αποτέλεσμα αναπαράγει το status quo που είχε διαμορφωθεί στις προηγούμενες COP με μόνη αλλαγή την έκκληση για τριπλασιασμό της χρηματοδότησης των δράσεων προσαρμογής. Δεδομένης της διεθνούς συγκυρίας, αποτελεί την καλύτερη δυνατή έκβαση αφού ρεαλιστικά, με τις ΗΠΑ εκτός, ο στόχος είναι να συνεχισθεί η συνεργασία σε παγκόσμιο επίπεδο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και να διατηρηθεί «ζωντανό» το θέμα στην παγκόσμια ατζέντα.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ως θετική εξέλιξη θα πρέπει να θεωρείται:
· η διατήρηση του θέματος της κλιματικής αλλαγής στην πρώτη γραμμή της πολιτικής συζήτησης σε διεθνές επίπεδο,
· η μη υποχώρηση από τα κεκτημένα των προηγούμενων διασκέψεων,
· η συμπερίληψη στα αποτελέσματα της διάσκεψης της έκκλησης για τριπλασιασμό της χρηματοδότησης της προσαρμογής έως το 2035 εντός του πλαισίου της συνολικά προβλεπόμενης χρηματοδότησης,
· η υιοθέτηση συγκεκριμένων δεικτών προσαρμογής για την μέτρηση της προόδου και
· η συμφωνία για την ανάπτυξη ενός μηχανισμού δίκαιης μετάβασης μέσω της παροχής κατάλληλης τεχνικής βοήθειας.
Η ΕΕ πρέπει να παραμείνει σταθερή στις θέσεις της. Η προσπάθεια αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής είναι ένα παγκόσμιο εγχείρημα που θέλει σταθερή προσήλωση, επιμονή και υπομονή, και φυσικά ρεαλιστική προσέγγιση. Παρά τα αναπόφευκτα σκαμπανεβάσματα στην πορεία αυτή, το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Θέλω να πιστεύω ότι στην επόμενη διάσκεψη το 2026 στην Αττάλεια της Τουρκίας θα πετύχουμε μικρά βήματα προόδου που θα μας φέρουν ένα σκαλί κοντύτερα στον τελικό στόχο.
Ερ. Ποιες είναι οι ελληνικές θέσεις;
Απ. Η Ελλάδα υποστηρίζει την υιοθέτηση από όλες τις χώρες, αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες, φιλόδοξων στόχων μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου αντίστοιχων με αυτών που έχει υιοθετήσει η ΕΕ Μόνο έτσι μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η κλιματική αλλαγή. Δεν έχει νόημα η Ευρώπη να υιοθετεί όλο και πιο φιλόδοξους στόχους αν οι υπόλοιπες χώρες δεν συμβαδίζουν στο επίπεδο φιλοδοξία αφού η ΕΕ είναι υπεύθυνη για μόλις 6% των συνολικών εκπομπών. Σε ότι αφορά τη χρηματοδότηση, η χώρα μας υποστηρίζει την υιοθέτηση αυστηρών κανόνων διαφάνειας και λογοδοσίας για τη χρηματοδότηση αποκλειστικά και μόνο των πιο φτωχών χωρών και των μικρών νησιωτικών χωρών. Δυστυχώς η πραγματικότητα είναι ότι μεγάλο μέρος της κλιματικής οικονομικής βοήθειας κατευθύνεται σε χώρες οι οποίες δεν θα έπρεπε να είναι αποδέκτες με βάση τα αντικειμενικά οικονομικά στοιχεία. Κατά τα λοιπά, υποστηρίζουμε την μετατόπιση της έμφασης της χρηματοδότησης σε δράσεις προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή έναντι των δράσεων μείωσης των εκπομπών αφού πλέον οι τελευταίες είναι κερδοφόρες και δεν χρειάζονται στις περισσότερες περιπτώσεις οικονομική ενίσχυση. Επίσης, η οικονομική βοήθεια θα πρέπει να στοχεύει στην διευκόλυνση της πρόσβασης των πολύ φτωχών χωρών στον δανεισμό από διεθνείς οργανισμούς και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μέσω της παροχής κατάλληλων εγγυήσεων για τη μείωση του κόστους δανεισμού.
Ερ. Σε επίπεδο ΕΕ βλέπουμε ότι το βάρος των σχεδιασμών μετατοπίζεται στην άμυνα. Μένει πίσω η “Πράσινη Ατζέντα;” Μετά το RRF πώς θα αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις της κλιματικής κρίσης;
Απ. Η πολιτική, προκειμένου να είναι αποτελεσματική, οφείλει να προσαρμόζεται στα πραγματικά γεωπολιτικά δεδομένα. Χωρίς ασφάλεια δεν υπάρχει ούτε περιβαλλοντική ούτε οικονομική πολιτική. Η διασφάλιση της αμυντικής θωράκισης της χώρας αποτελούσε πάντα κορυφαία προτεραιότητα για την Ελλάδα και η ανάδειξή της ως προτεραιότητα σε Ευρωπαϊκό επίπεδο είναι μια θετική εξέλιξη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η «Πράσινη Ατζέντα» μένει πίσω. Η ΕΕ έχει την πλέον φιλόδοξη περιβαλλοντικά πολιτική τα τελευταία 30 χρόνια και θα συνεχίσει. Θα πρέπει όμως να γίνουν οι πολιτικές μας πιο έξυπνες και να εστιάζουν στα πλέον σημαντικά προβλήματα και στην αντιμετώπισή τους χωρίς υπέρμετρο κόστος για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Στην πραγματικότητα, εκτιμούμε ότι τα νέα δεδομένα οδηγούν σε πιο αποτελεσματικές και ρεαλιστικές προσεγγίσεις στην προστασία του περιβάλλοντος, χωρίς υπερβολές που δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από όσα λύνουν.
Ερ. Οι μέχρι σήμερα εθνικές αποφάσεις για την προστασία του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας (Απάτητα βουνά, Απάτητες Παραλίες, Αμοργόραμα, Greco Islands) αρκούν; Με ποιόν τρόπο μπορεί να συνδυαστεί η προστασία με την ορθή διαχείριση, την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή;
Απ. H προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί βασικό πυλώνα της πολιτικής της κυβέρνησης για την διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής με ταυτόχρονη οικονομική ανάπτυξη που είναι αναγκαία για το σύνολο της κοινωνίας. Αυτό αποτυπώνεται σε μια πληθώρα πρωτοβουλιών που έχουμε πάρει όπως τα Απάτητα Βουνά, το Αμοργόραμα κλπ. που αναφέρετε στην ερώτησή σας αλλά και πολλές άλλες συγκεκριμένες ενέργειες που έχουν υλοποιηθεί ή είναι κοντά στην ολοκλήρωσή τους. Αναφέρω ενδεικτικά:
· τη δημιουργία του Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ) με το ν. 4685/2020, στον οποία ενσωματώθηκαν οι παλαιότεροι, αδύναμοι και υποστελεχωμένοι φορείς διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών, που σήμερα αποτελεί βασικό εργαλείο άσκησης περιβαλλοντικής πολιτικής, καλύπτει το σύνολο των προστατευόμενων περιοχών της χώρας και που ήδη ενισχύεται με πάνω από 300 νέες προσλήψεις
· τον πρώτο Εθνικό Κλιματικό Νόμο 4936/2022 που αποτελεί το θεμέλιο λίθο της εθνικής πολιτικής για την αντιμετώπιση του κλίματος με συγκεκριμένου ποστικούς στόχους και μέτρα
· το ν. 5037/2023 με τον οποίο μπαίνουν για πρώτη φορά υποχρεώσεις και κανόνες στους παρόχους ύδρευσης και άρδευσης όπως η υποχρέωση σύνταξης πενταετούς διαχειριστικού σχεδίου (masterplan) και η διαδικασία πιστοποίησης της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών αλλά και με τη δημιουργία της ανεξάρτητης Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων Ενέργειας και Υδάτων στην οποία ανατίθεται η εποπτεία των παρόχων ως προς την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και την ορθή οικονομική διαχείριση.
· Την έγκριση αρκετών Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών (ΕΠΜ) με τις οποίες καθορίζονται οι επιτρεπόμενες χρήσεις γης στις προστατευόμενες περιοχές (ήδη έχουν εγκριθεί οι ΕΠΜ της Κρήτης, της Θεσσαλίας, της Θράκης, της Αττικής κλπ.)
·Τη δημιουργία των δύο μεγάλων εθνικών θαλάσσιων πάρκων, ένα στο Ιόνιο και ένα στο Αιγαίο, που είναι σε εξέλιξη και για τα οποία εγκρίθηκαν ήδη οι αντίστοιχες ΕΠΜ.
Η προστασία του περιβάλλοντος, που είναι ένας δημόσιος πόρος, είναι αναγκαία προϋπόθεση για να υπάρχει βιώσιμη ανάπτυξη προς όφελος όλης της κοινωνίας. Για το λόγο αυτό, όλα τα έργα που έχουν περιβαλλοντικές επιπτώσεις υπόκεινται στη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης (ή αν έχουν ηπιότερες επιπτώσεις λαμβάνουν προτυποποιημένους περιβαλλοντικούς όρους). Η περιβαλλοντική αδειοδότηση, η οποία περιλαμβάνει υποχρεωτικά και το στάδιο της δημόσιας διαβούλευσης είναι μια πολύ ουσιαστική διαδικασία, η οποία συμπληρώνεται με την Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση στις προστατευόμενες περιοχές που αποτελούν περίπου το 1/3 της χώρας. Μέσα από τη διαδικασία αυτή επέρχονται οι αναγκαίες τροποποιήσεις στον σχεδιασμό των έργων έτσι ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος και το θετικό αποτύπωμα για τις τοπικές κοινωνίες έτσι ώστε η υλοποίηση των έργων να προχωρά χωρίς τη δημιουργία κοινωνικών εντάσεων.
Προέλευση Φωτογραφίας ΥΠΕΝ
ΑΠΕ-ΜΠΕ















