Ομιλία Νίκου Ανδρουλάκη, Προέδρου ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής στην ημερίδα του InSocial «Πανεπιστήμιο-Ανοίγουμε τον διάλογο»

Νίκος Ανδρουλάκης: «Η χώρα θα πάει μπροστά με ένα ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο και με μη κρατικά μη κερδοσκοπικά βάσει του σκανδιναβικού μοντέλου, όπως προτείνουμε σήμερα»

Αγαπητοί φίλες και φίλοι,

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την παρουσία σας. Φοιτητές, ακαδημαϊκούς, ανθρώπους που αγωνιούν για την κατάσταση στη δημόσια παιδεία. Για το πώς θα πορευτούμε στο μέλλον σε σχέση με τους πυλώνες του κοινωνικού κράτους, την υγεία, την παιδεία. Για το πώς θα αναβαθμίσουμε ακαδημαϊκά την πατρίδα μας.

Πριν, όμως, μπω στον πυρήνα της ομιλίας μου, θέλω να ευχαριστήσω τον Νίκο Χριστοδουλάκη για την προσπάθεια που έκανε με το InSocial, τον Στέφανο Παραστατίδη, τον αγαπητό μου φίλο συνταγματολόγο Νίκο Αλιβιζάτο και όσους έχουν συμβάλει σε αυτό, που δεν έκανε η Κυβέρνηση: Να ανοίξουμε τον διάλογο. Έχουμε χρέος να κουβεντιάσουμε.

Θέλω να σας ζητήσω να κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή γιατί την Παρασκευή έφυγε από κοντά μας ένας άξιος σύντροφος, ένας αγαπητός φίλος, ο βουλευτής και πρώην υπουργός Λεωνίδας Γρηγοράκος.

***

Φίλες και φίλοι,

Η εκδήλωση αυτή που διοργανώθηκε από το In Social και το ΠΑΣΟΚ δεν είναι η πρώτη αλλά βέβαια ούτε και η τελευταία που διοργανώνουμε για το συγκεκριμένο θέμα, την Παιδεία, τη δημόσια δωρεάν παιδεία.

Έχουμε χρέος να το κάνουμε, διότι υπάρχει πολύ μεγάλη αγωνία, κυρίως από τους νέους ανθρώπους που θέλουν κάτι περισσότερο και κάτι καλύτερο στη ζωή τους.

Η δημόσια παιδεία, με τις όποιες αδυναμίες της, ήταν ο βασικός πυλώνας ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας για πολλές δεκαετίας.

Άνθρωποι που δεν είχαν τις οικονομικές δυνατότητες από τις οικογένειές τους, αυτό το μοντέλο παιδείας στην Ελλάδα τους έδωσε ευκαιρίες να δημιουργήσουν, να αποκτήσουν πλούτο, να γίνουν ακαδημαϊκοί. Και όχι μόνο εντός της χώρας, αλλά και εκτός της χώρας στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Είναι άδικο, λοιπόν, να απαξιώνουμε τα πανεπιστήμιά μας. Το σωστό είναι να ασκούμε δίκαιη κριτική, για να τα βελτιώσουμε, να τα κάνουμε καλύτερα.

Εμείς σήμερα εδώ δεν ήρθαμε για να πετάξουμε την μπάλα στην κερκίδα και να πούμε ότι ψάχνουμε έναν εύκολο δρόμο να αποφύγουμε μία δύσκολη συζήτηση. Διότι αυτή η συζήτηση που είναι πολυπαραμετρική, είναι δύσκολη και πρέπει να την κάνουμε ως ώριμη κοινωνία εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, σε σχέση με το τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σε σχέση με χρόνιες παθογένειες που υπάρχουν στη χώρα μας και, βέβαια, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούμε να είμαστε μία πανευρωπαϊκή ιδιαιτερότητα. Μία χώρα που αρνείται την ύπαρξη μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων.

Εμείς, λοιπόν, σε αυτά τα νέα παιδιά και τις νέες γενιές, θέλουμε να αφήσουμε μία παρακαταθήκη. Αυτό που εμείς είχαμε ως δημόσιο πανεπιστήμιο να το συναντήσουν καλύτερο, βελτιωμένο, πιο ανταγωνιστικό. Και συγχρόνως, για όσα από αυτά τα παιδιά θέλουν, να έχουν την ευκαιρία να σπουδάσουν σε μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά υψηλής ποιότητας, που μαζί θα δημιουργούν το πλαίσιο μίας ισχυρής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Προάγοντας την έρευνα και την καινοτομία στη χώρα, με τη διασύνδεση με την αγορά εργασίας και ενισχύοντας τις δεξιότητες των πολιτών.

Θέλω να σας πω ότι πολλές φορές αυτή η συζήτηση διεξάγεται μανιχαϊστικά, με ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων κομμάτων.

Δεν θέλουν μια συζήτηση επί του πεδίου, δημιουργώντας προτεραιότητες σε σχέση με τα πραγματικά προβλήματα. Στέκονται σε δύο όχθες, δεν προσπαθούν να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δημιουργηθεί πεδίο συναίνεσης.

Αλλά, πώς μπορεί να δημιουργηθεί πεδίο συναίνεσης, όταν μιλάμε για ένα νομοσχέδιο που συζητάμε τις βελτιώσεις που πρέπει να γίνουν μέσα σε μια εβδομάδα;

Αυτό που γίνεται σήμερα εδώ, έπρεπε να έχει γίνει με πρωτοβουλία της ίδιας της κυβέρνησης.

Όταν το ΠΑΣΟΚ μιλάει για συναινέσεις, εμείς δεν πρόκειται να ζητιανέψουμε συναίνεση. Εμείς αυτό που θέλουμε είναι να συμβάλουμε, να συνεισφέρουμε μέσα από τις δικές μας ιδέες, τις δικές μας απόψεις, για να βελτιώσουμε το κοινωνικό κράτος, ιδιαίτερα την παιδεία και την υγεία στον τόπο.

Η συναίνεση είναι μία κακοποιημένη λέξη στο εγχώριο πολιτικό σύστημα. Πολλές φορές κάποιοι την αξιοποιούν επικοινωνιακά.

Θέλω να θυμηθείτε όμως όταν αυτό το κόμμα έφερε μία μεγάλη μεταρρύθμιση για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, πόσους μήνες έγινε συζήτηση στην ελληνική κοινωνία. Όχι μέρες ή εβδομάδες.

Εμείς, λοιπόν, ανοίγουμε αυτές τις εκδηλώσεις, γιατί θέλουμε να πετύχουμε μία παιδεία για όλους, ακόμη και για αυτούς που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα και που σήμερα πολλοί από αυτούς επιλέγουν σχολές, όχι βάσει αυτού που θέλουν να κάνουν στη ζωή τους, όχι βάσει των φιλοδοξιών τους, αλλά βάσει της οικονομικής δυνατότητας της οικογένειάς τους.

Είμαστε μία χώρα, με πανεπιστήμια υποστελεχωμένα με αρνητικό αντίκτυπο στην έρευνα και την καινοτομία, ενώ και η ασφάλεια των φοιτητών δεν είναι δεδομένη. Αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν μπορεί να είναι ιδιαιτερότητα. Πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Οικονομικά, δεν είμαστε καν στο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η χώρα μας επενδύει το 2,8% του ΑΕΠ στην παιδεία, από τα χαμηλότερα στον ΟΟΣΑ, και μόλις το 0,7% για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 1,5% για τα πανεπιστήμια και 5 έως 5,5% για όλες τις δαπάνες για την παιδεία.

Ο φοιτητής δεν είναι το επίκεντρο και επικρατεί ο συγκεντρωτισμός, οι συντεχνιακές λογικές, ο νεποτισμός.

Η αξιολόγηση απουσιάζει. Με αποτέλεσμα να απουσιάζει και η αξιοκρατία.

Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι αυτά είναι χρόνιες παθογένειες. Μπορεί και να είναι αλήθεια.

Το θέμα είναι όμως ότι σήμερα υπάρχουν μεγαλύτερες δημοσιονομικές ευελιξίες μεγαλύτερες απ’ ό,τι υπήρχαν στα χρόνια των μνημονίων. Τι έκανε αυτή η Κυβέρνηση μια ολόκληρη πενταετία; Πώς βελτίωσε την κατάσταση στο δημόσιο πανεπιστήμιο; Οι πρωτοβουλίες της βοήθησαν ή επιδείνωσαν τα πράγματα;

Θα σας δώσω δύο παραδείγματα.

Το πρώτο είναι η πανεπιστημιακή αστυνομία. Θυμάστε όλοι το debate που γινόταν. Έλεγε η Νέα Δημοκρατία: «δεν θέλετε πανεπιστημιακή αστυνομία; Άρα, θέλετε αναρχία και βία στα πανεπιστήμια». Αυτοί, λοιπόν, που ήθελαν πανεπιστημιακή αστυνομία και την έφτιαξαν αντιμετώπισαν τη βία και την ανομία;

Τα πράγματα είναι τα ίδια και χειρότερα, ενώ ο Έλληνας φορολογούμενος πλήρωσε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ από την τσέπη του. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της μανιχαϊστικής προσέγγισης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Εμείς τι λέγαμε τότε; Λέγαμε κάτι πρωτοποριακό, καινοτόμο; Όχι. Λέγαμε κάτι πάρα πολύ απλό: Όπως συμβαίνει και σε άλλα ιδρύματα, που υπάρχουν αυτά τα φαινόμενα, να ελέγχεται η είσοδος ώστε να μην μπαίνουν εξω-πανεπιστημιακοί και να υπάρχουν συστήματα ασφαλείας, κάρτες εισόδου και κάμερες στα εργαστήρια ώστε να προστατεύεται η περιουσία του πανεπιστημίου, που είναι περιουσία του ελληνικού λαού. Γιατί δεν έγιναν αυτά τα απλά και μπήκε όλη η ελληνική κοινωνία σε αντιπαράθεση, που τελικά είχε κόστος χωρίς κανένα αποτέλεσμα;

Εξαγγελίες που φαίνονταν εξαρχής ότι δεν θα έχουν αποτέλεσμα, διότι η αρμοδιότητα της πανεπιστημιακής αστυνομίας ήταν να καλεί την αστυνομία για να επέμβει.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι αλλαγές, που έφερε η κυρία Κεραμέως στον νόμο πλαίσιο για τα πανεπιστήμια. Υπό τον μανδύα της μεταρρύθμισης κατήργησε διάταξη που είχαμε εισάγει και σύμφωνα με την οποία ένας καθηγητής δεν μπορούσε να εκλεγεί στο πανεπιστήμιο όπου είχε φοιτήσει προπτυχιακά και μεταπτυχιακά. Έτσι αντιμετωπιζόταν ο νεποτισμός και η οικογενειοκρατία στην πράξη. Αυτό σήμερα δεν υπάρχει. Διότι πολύ απλά πολλοί υμνούν την ύπαρξη και τη στήριξη του δημοσίου πανεπιστημίου, αλλά στο μυαλό τους είναι η υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.

Θα μου πείτε «αυτό το λέτε ιδεοληπτικά;». Όχι, έχουμε πολλά παραδείγματα που αφορούν στο κοινωνικό κράτος, όπως είναι η δημόσια υγεία, όπως είναι και άλλες βαθμίδες της παιδείας.

Δεν είχε χρόνια η Ελλάδα ιδιωτικά σχολεία, ιδιωτική πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση; Γιατί τώρα, στις τελευταίες εξετάσεις Pisa, είχαμε αυτά τα αποτελέσματα που δείχνουν την απαξίωση της δημόσιας πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης; Διότι το θέμα δεν είναι αν θα έχεις ιδιωτικό. Το θέμα είναι τι κάνεις για το δημόσιο. Και, όταν αφήνεις την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια να είναι σε αυτήν την κατάσταση, τα αποτελέσματα είναι αυτά των τελευταίων εξετάσεων που γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι απέδειξαν τεράστιες αδυναμίες και ελλείψεις σε αυτές τις δύο βαθμίδες της δημόσιας παιδείας.

Φίλες και φίλοι,

Για εμάς η ενίσχυση του δημόσιου πανεπιστημίου είναι κατεξοχήν ένα θεσμικό θέμα που πρέπει να κουβεντιάσουμε χωρίς ταμπού και δεν μπορεί να στηρίζεται απλά και μόνο στη αύξηση της χρηματοδότησή του, η οποία είναι επιβεβλημένη.

Προϋποθέτει πολλά παραπάνω.

· Ένα στρατηγικό σχέδιο για την ανάπτυξη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με γνώμονα και την περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας.

· Την επανασύσταση του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας.

· Μια ισχυρή θεσμικά και πραγματικά ανεξάρτητη Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης.

· Έναν νέο ακαδημαϊκό χάρτη για τα ΑΕΙ της χώρας, που θα συνοδεύεται από ένα λιτό θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τους.

· Και μία ισχυρή μετα-δευτεροβάθμια τεχνική και τεχνολογική επαγγελματική εκπαίδευση. Δεν μπορεί μία χώρα που έχει τέτοιες ανάγκες στην οικονομία της, να μην επενδύει σε ένα ισχυρό δημόσιο χαρακτήρα επαγγελματικής εκπαίδευσης. Και να συναντάμε παιδιά από οικογένειες που ζουν σε δύσκολες συνθήκες και που θέλουν να κάνουν επαγγέλματα που αφορούν για παράδειγμα στον τουρισμό, αλλά αυτό το κράτος, αντί να τους δίνει ώθηση και προοπτική, υποβαθμίζοντας αυτές τις σχολές, να υπονομεύει και την ανάπτυξη της χώρας.

Αυτά είναι τα μεγάλα ερωτήματα που θέλουν ξεκάθαρες απαντήσεις.

Για όλα αυτά, δεν έχουμε ακούσει τίποτα από την κυβέρνηση πέρα από αποσπασματικές παρεμβάσεις. Αντιθέτως, εμφανίζει την ίδρυση των μη κρατικών πανεπιστημίων ως φάρμακο για πάσα νόσο και μεγάλη τομή, που θα αναβαθμίσει συνολικά την παιδεία στη χώρα, παραγνωρίζοντας όμως, ή για να το πω πιο σωστά, παραλείποντας να αναφέρουν ότι και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ιδιωτικά πανεπιστήμια μπορεί να υπάρχουν, αλλά η μεγάλη πλειοψηφία συνεχίζει να φοιτά στα δημόσια. Άλλωστε, η ύπαρξη των ιδιωτικών δεν θα αναβαθμίσει de facto το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, αν δεν υπάρχει η πολιτική βούληση και το στρατηγικό σχέδιο για να γίνει αυτό.

Εμείς, ως σοσιαλδημοκράτες, δεν πιστεύουμε στις απαγορεύσεις. Σπάμε σήμερα το ταμπού των απαγορεύσεων. Εμείς πιστεύουμε στις ισχυρές ρυθμίσεις. Θέλουμε κανόνες για την παιδεία και όχι απαγορεύσεις για να φτάσουμε στο βέλτιστο αποτέλεσμα. Σήμερα, σε αυτήν τη συζήτηση, δεν πετάμε την μπάλα στην κερκίδα. Βάζουμε τα πραγματικά δεδομένα ενός γόνιμου διαλόγου, που θα φέρει αποτελέσματα στο μεγάλο αυτό ζήτημα και θα διασφαλίσει τον ισχυρό δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας με την παράλληλη λειτουργία μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων.

Αυτές οι ισχυρές ρυθμίσεις ρυθμίζουν ανεξέλεγκτα ιδιωτικά πεδία, όπως αυτό των κολλεγίων στη χώρα μας, που κάποιοι συνεχίζουν να κάνουν ότι δε βλέπουν -και μιλώ για το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ-προτάσσοντας μια ιδεολογική καθαρότητα. Επί διακυβέρνησης τους υπήρχαν δεκάδες τέτοια κολλέγια ιδιωτικά. Άρα, το να λένε σήμερα ότι δεν γνωρίζουν τι σημαίνει ιδιωτικό στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, μάλλον είναι ένας κομματικός στρουθοκαμηλισμός.

Για τον λόγο αυτό, έχουμε υποστηρίξει ότι δεν θα σταθούμε εμπόδιο στην ίδρυση μη κρατικών – μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, τα οποία θα πληρούν κάποιες πολύ αυστηρές προδιαγραφές για να μπορούν να ονομάζονται πανεπιστήμια. Θέλουμε να γίνουν σωστά. Με υψηλό επίπεδο σπουδών και έρευνας. Με γεωγραφικά κριτήρια διασφαλίζοντας την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη. Δεν μπορούν να έρθουν όλα στην Αθήνα γιατί κάποιοι εκ των προτέρων γνώριζαν τις ρυθμίσεις που φέρνει σήμερα η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και έχουν προετοιμάσει τις επενδύσεις τους. Αυτό δεν είναι λογικό, δεν είναι σωστό και δεν επιτρέπουμε να συμβεί.

Θέλουμε, λοιπόν, όλα αυτά τα οποία προϋποθέτουν σωστές βάσεις, αυστηρούς κανόνες, που δεν εκμεταλλεύονται τα όνειρα των φοιτητών τους, που δεν εμπορευματοποιούν την παιδεία. Απλά λειτουργούν συμπληρωματικά, για να απαντήσουμε και στην αγωνία των γονιών και στο ερώτημά τους «γιατί το παιδί μου να πηγαίνει στην Κύπρο και να μην μπορεί να σπουδάσει στην Ελλάδα;».

Εμείς απαντάμε και σε αυτό το ερώτημα. Λέμε ότι ο πιο καθαρός τρόπος είναι αυτό να γίνει με αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Με καθαρά λόγια και καθαρές πράξεις.

Μία διαδικασία που από τη φύση της, απαιτεί τον διάλογό όχι της μίας εβδομάδας όπως συμβαίνει σήμερα, αλλά ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.

Η κυβέρνηση όμως δεν θέλησε να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο. Για μία ακόμα φορά δεν επιδιώκει τη συναίνεση αλλά προσπαθεί να την εκβιάσει. Σας προκαλώ να μου υποδείξετε μία ευρωπαϊκή χώρα, στην οποία μία τόσο σημαντική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση έγινε χωρίς διάλογο. Όπου η νομοθετική πρόταση γράφτηκε στα υπόγεια του υπουργείου, χωρίς να συμμετέχουν, ούτε καν να γνωρίζουν το περιεχόμενό της, τα πολιτικά κόμματα, η εκπαιδευτική κοινότητα, οι φοιτητές, γενικότερα η κοινωνία.

Καλούμαστε απλά να ψηφίσουμε, να συμφωνήσουμε ή να διαφωνήσουμε.Αυτό ποιον συμφέρει; Τη Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ. Όχι ένα κόμμα της λογικής, του διαλόγου, των συναινέσεων, όπως είναι η παράταξή μας. Εμείς, λοιπόν, δεν μπορούμε να είμαστε παθητικοί αποδέκτες μίας ρύθμισης της οποίας οι συνέπειες δεν περιορίζονται στη διάρκεια ζωής μίας κυβέρνησης αλλά αφορούν το μέλλον της χώρας. Μία μεταρρύθμιση -ας την πούμε έτσι- που γράφτηκε για τον ελληνικό λαό, αλλά χωρίς τον ελληνικό λαό.

Να σας θυμίσω ότι την τελευταία φορά που ως κυβέρνηση προτείναμε ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και ψηφίστηκε από τα 4/5 της Βουλής προχωρήσαμε σε διάλογο 14 μηνών. Δεν λέω να μας μιμηθεί η Νέα Δημοκρατία, αλλά τουλάχιστον να δίναμε τη δυνατότητα σε όλη την ακαδημαϊκή κοινότητα, στα κόμματα να έβαζαν το δικό τους λιθαράκι.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, υποκρισία. Πρέπει να μιλήσουμε με γνώμονα το εθνικό συμφέρον. Να αφήσουμε την περιφρόνηση και τα μικροκομματικά παιχνίδια. Γιατί η συναίνεση χρειάζεται δύο, τρεις, τέσσερις, αλλά πάνω από όλα χρειάζεται αξιοπιστία, σχέσεις εμπιστοσύνης, σεβασμό στη δημοκρατία.

Κάτι που είδαμε και στο θέμα της επιστολικής ψήφου και το φέρνω ως παράδειγμα. Εμείς δώσαμε συναίνεση εξ αρχής και η Νέα Δημοκρατία, εκμεταλλευόμενη αυτήν την συναίνεση, έφερε μία εκπρόθεσμη τροπολογία να αλλάξει τον εκλογικό νόμο. Πότε ξανά άλλαξε εκλογικός νόμος με μία τροπολογία; Ας τα σκεφτούν όλα αυτά οι δημοσιολογούντες, που εύκολα βάζουν ζητήματα για τη στάση του ΠΑΣΟΚ.

Εμείς είμαστε στην όχθη της λογικής. Αλλά η λογική χρειάζεται επιχειρήματα και όχι προπαγάνδα.

Ας μπούμε, λοιπόν, στο πεδίο της συζήτησης αυτής.

Εμείς θέλουμε μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά. Δεν μιλάμε για ίδρυση ιδιωτικών ΑΕΙ. Με τον όρο «μη κερδοσκοπικά» δεν κάνουμε αυτό που κάνει η Νέα Δημοκρατία που τον χρησιμοποιεί μετά τα «μη κρατικά» για να κάνει by pass το Σύνταγμα και να προσπεράσει τον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εμείς τον όρο αυτόν τον χρησιμοποιούμε πραγματικά. Θέλουμε σε αυτήν τη βάση να υπάρχουν αυτά τα πανεπιστήμια.

Επιπλέον, με τον τρόπο που λειτουργούν τα παραρτήματα, ουσιαστικά υποκρύπτουν την κερδοσκοπία. Θα αναφέρω ένα παράδειγμα: ένα Fund και ένα κερδοσκοπικό πανεπιστήμιο από γειτονική χώρα θα μπορούν να ιδρύσουν στην Ελλάδα ένα παράρτημα, το οποίο όμως θεωρητικά θα είναι …μη κερδοσκοπικό. Μου φαίνεται λίγο αντιφατικό αυτό, όπως και στους περισσότερους από εμάς. Την ίδια στιγμή, δημοσιεύματα -από το καλοκαίρι ακόμη-, μιλούσαν για αγορές και επενδύσεις ιδιωτικών συμφερόντων με στόχο την εμπλοκή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Και τα ερωτήματα που προκύπτουν, πέρα από αναπόφευκτα, είναι και αμείλικτα: Υπήρχαν κάποιοι που είχαν προνομιακή πληροφόρηση; Υπήρχαν κάποιοι που γνώριζαν εκ των προτέρων τι ακριβώς θα ψηφισθεί; Ή μήπως εν τέλει υπάρχει μία νομοθέτηση, που προκύπτει κατά ιδιωτική παραγγελία;

Επειδή, λοιπόν, όλα αυτά μπορεί να συμβούν, εμείς δεν μένουμε σε αυτά. Πρέπει να πάμε στις προτάσεις.Ούτε υπάρχει ένας μονάχα δρόμος προς την πρόοδο. Εμείς, στο ΠΑΣΟΚ, δεν πιστεύουμε στις στείρες αρνήσεις. Πιστεύουμε στις προτάσεις, τις εναλλακτικές, τους δρόμους εκείνους που θα υπηρετήσουν τις ιδέες μας.

Αυτός είναι και ο στόχος της σημερινής εκδήλωσης, να παρουσιάσουμε τις προτάσεις μας πριν πάμε στη Βουλή. Τις παρουσιάζουμε σήμερα για να τις αξιολογήσετε, να τις σχολιάσετε, να τις βελτιώσουμε. Κανείς δεν κατέχει την απόλυτη αλήθεια σε τόσο ευαίσθητα θέματα όπως είναι η υγεία και η παιδεία.

Εμείς, λοιπόν, σήμερα προτείνουμε το σκανδιναβικό παράδειγμα στην παιδεία, το οποίο ανέλυσε προηγουμένως ο Στέφανος Παραστατίδης και το οποίο λειτουργεί έχοντας διαχωρίσει και απομονώσει το κέρδος με ισχυρές ρυθμίσεις. Είναι υποχρεωτικός ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας των μη κρατικών ιδρυμάτων στις Σκανδιναβικές χώρες και μάλιστα υπάρχει κοινό σύστημα εισαγωγής, ενίσχυση της αποκέντρωσης και αποφυγή κορεσμού σε αντικείμενα σπουδών.

Από την άλλη, αντιπαραθετικά, η κυβέρνηση φέρνει συνεχώς στον δημόσιο διάλογο το κυπριακό μοντέλο, και το επικαλείται ως επιτυχημένο παράδειγμα. Γιατί πολύ απλά πολλά ελληνόπουλα, λόγω γλώσσας και ευκολίας, σπουδάζουν εκεί. Είναι το καλύτερο παράδειγμα; Είδαμε τα αποτελέσματα. Παραπάνω από 40% των Κύπριων φοιτητών, με αυτό το μοντέλο, σπουδάζουν στο εξωτερικό. Άρα, πιθανόν η απάντηση στο ερώτημα των γονιών που μετ’ επιτάσεως τίθεται για το τι θα κάνουν τα παιδιά τους, είναι πως ούτε οι Κύπριοι μένουν στην Κύπρο. Άρα, χρειάζεται κάτι διαφορετικό. Και εμείς θεωρούμε ότι αυτό το διαφορετικό είναι πιο κοντά στο σκανδιναβικό μοντέλο.

Ποια παιδεία θέλουμε; Τι κοινωνία θέλουμε; Τι είναι αυτό που υπηρετούμε;

Επιδιώκουμε την παιδεία που έχει προτεραιότητα να βγάλουν κάποιοι χρήματα από τις ανάγκες, τις αγωνίες, τις ελπίδες;

Όχι. Εμείς επιδιώκουμε την παιδεία που βγάζει καλύτερους πολίτες, με περισσότερα εφόδια, ανθεκτικούς στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Για αυτό, λοιπόν, επειδή θέλουμε καλύτερους πολίτες με περισσότερα εφόδια, βρισκόμαστε εδώ σήμερα.

Αυτός είναι ο λόγος που συζητάμε. Αυτός είναι ο λόγος που προσπαθούμε. Διότι δεν βλέπουμε την παιδεία και ειδικά την τριτοβάθμια με όρους εμπορικής συμφωνίας, αλλά ως το όχημα για μία καλύτερη Ελλάδα.

Πολλές από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις βρίσκονται στον αντίποδα.

Η δυνατότητα ίδρυσης μη κερδοσκοπικών μη κρατικών παραρτημάτων, έχουν έναν χαρακτήρα που πρέπει να αξιολογήσουμε. Διότι, όλα αυτά που αποτυπώθηκαν μέχρι σήμερα στη συζήτηση πρέπει να μας βάζουν σημαντικά ερωτηματικά.

Αλλά, το ξαναλέω, διότι έχουμε εδώ μέσα πολλούς νέους ανθρώπους και χαίρομαι πολύ για αυτό: Στα ερωτηματικά αυτά το κόμμα μας έχει χρέος να απαντήσει. Χωρίς υπεκφυγές του παρελθόντος.

Δεν θα γίνουμε μέρος του προβλήματος. Ενός προβλήματος που για χρόνια δημιούργησε μία κατάσταση που δίνει σήμερα τη δυνατότητα αυτό το νομοθέτημα να θεωρείται για κάποιους σωσίβιο. Δεν πρέπει να ξαναγίνει το ίδιο λάθος.

Πρέπει να αντιμετωπίσουμε με γενναιότητα τις προκλήσεις.

Καλώ, λοιπόν, τους νέους που βρίσκονται σήμερα σε αυτήν την αίθουσα να μας ακούσουν και να μας κατανοήσουν.

Γιατί και εμείς περάσαμε από τη δική τους θέση. Καταλαβαίνουμε τον αγώνα τους. Και εμείς αντιμετωπίσαμε ως φοιτητές τον νόμο Αρσένη και άλλες μεταρρυθμίσεις. Ξέρουμε τα λάθη, ξέρουμε τα σωστά, βλέπουμε τα προβλήματα. Πρέπει να έχουμε, όμως, λύσεις.

Λύση δεν είναι το να καταδικάσουμε τη χώρα σε μία μόνιμη ακινησία, που την κάνει ευρωπαϊκή εξαίρεση. Δεν είναι λύση και το λέμε καθαρά. Πρέπει η χώρα να πάει μπροστά. Η χώρα θα πάει μπροστά με ένα ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο και με μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά βάσει του σκανδιναβικού μοντέλου, όπως προτείνουμε σήμερα.

Αυτό δεν είναι μία πράξη γενναιότητας. Προς Θεού. Είναι μία πράξη ειλικρίνειας και χαίρομαι πάρα πολύ που ανοίγουμε σήμερα τον διάλογο που δεν τόλμησε η Νέα Δημοκρατία και ο κ. Μητσοτάκης.

Προηγούμενο άρθροΤα αποτελέσματα της ψηφοφορίας για το νέο Διοικητικό και το νέο Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΝΠΕ – Ποσοστό 78,7% η παράταξη του Α. Τζιτζικώστα
Επόμενο άρθροΣαν σήμερα 13 Φεβρουαρίου – Σημαντικά γεγονότα