
Δέκα ακριβώς χρόνια από τη «φυγή» της εξαιρετικής Νάντιας Κωνσταντοπούλου (9 Οκτωβρίου 2016), της κορυφαίας Κυρίας του λεγόμενου ελαφρού μας τραγουδιού, θα θυμηθούμε στιγμιότυπα από τη «χρυσή» διαδρομή της στα μουσικά μας δρώμενα.
Μια γυναίκα, με κρυστάλλινη φωνή, δωρικότητα στις ερμηνείες της, ευγένεια, κομψότητα κι έμφυτη αρχοντιά.

Το τραγούδι και η απόλυση
Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από εκείνο το απομεσήμερο που η Νάντια Κωνσταντοπούλου είχε έρθει στο studio του «Αιγαίο, 88.3 FM» για να συζητήσουμε «στιγμιότυπα» της σπουδαίας πορείας της και ν’ ακούσουμε τραγούδια της. Όπου, άρχισε να ξεδιπλώνει όλη την καριέρα της, τα βραβεία της σε φεστιβάλ, την συνύπαρξή της με τον Τάκη Μωράκη.
«Το τραγούδι ήταν η ζωή μου», είπε. «Η σκηνή ήταν το σπίτι μου», συνέχισε.
Την είχα ρωτήσει πώς έγινε τραγουδίστρια σε μια εποχή που δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα. «Ήταν περιπέτεια», μου είχε πει. Και συνέχισε: «Εργαζόμουν στη δισκοθήκη της Εθνικής Ραδιοφωνίας και τραγουδούσα παντού… όπου βρισκόμουν τραγουδούσα. Είχα γίνει φίλη με όλους τους τραγουδιστές. Ένα βράδυ που η Μούσχουρη δεν μπορούσε να τραγουδήσει στα «Αστέρια» που εμφανιζόταν, μου ζήτησε να την αντικαταστήσω. Με αφέλεια και άγνοια κινδύνου, το έκανα. Κι όταν το πρωί πήγα άυπνη στη δουλειά, στη Ραδιοφωνία, απολύθηκα! Μου είπαν ότι είναι ασυμβίβαστο να είμαι υπάλληλος στη δισκοθήκη του ραδιοφώνου και συγχρόνως να τραγουδώ»…
Απίστευτο κι όμως αληθινό. Τότε, ο Μίμης Πλέσσας την πήρε υπό την προστασία του. Έγινε άλλο ένα «πλεσσόπουλο», όπως η Τζένη Βάνου, η Γιοβάννα, η Ζωή Κουρούκλη, η Νάνα Μούσχουρη και τόσες/τόσοι άλλοι. Η συνεργασία τους ξεκίνησε ουσιαστικά μέσα από τους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου, όπου ο Μίμης Πλέσσας διηύθυνε την περίφημη Ελαφρά Ορχήστρα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.) και η Νάντια Κωνσταντοπούλου έγινε μία από τις βασικές ερμηνεύτριες. Μάλιστα, ερμήνευσε σε πρώτες εκτελέσεις ή σε ζωντανές ραδιοφωνικές μεταδόσεις σπουδαία τραγούδια του Πλέσσα, όπως το «Έλα κάτσε πλάι μου» και το «Εσύ που λες πως μ’ αγαπάς». Επίσης, έμεινε ιστορική η ερμηνεία της στο εμβληματικό «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη» υπό τη δική του διεύθυνση ορχήστρας.
Εκείνη την περίοδο, με προτροπή του μέγιστου Γιώργου Μουζάκη, εμφανίστηκε στο ελαφρό μουσικό θέατρο («Ροζ μπαλέτα», «Τριάντα κότες κι ένας κόκορας», κ.λπ.) και γνώρισε τον διακεκριμένο τραγουδοποιό και συνθέτη, Τάκη Μωράκη, με τον οποίο παντρευτήκαν το 1961 κι ακολούθησαν κοινή πορεία στη ζωή, στη μουσική και στο τραγούδι.
Φωνή συλλογική ανάμνηση
Σκέφτομαι ότι η Νάντια Κωνσταντοπούλου δεν χρειάστηκε ποτέ να «κραυγάσει» για ν’ ακουστεί. Διέθετε εκείνη την υπέροχη ευλογία των ουρανών, να ερμηνεύει με την ψυχή της και να γίνει συλλογική ανάμνηση.
Για σκεφτείτε: «Είδωλό μου», «Πες μπαλαλάικα», «Η Μαριλού», «Δεν είμαι τίποτα», «Αγαπώ έναν τύπο», «Δεν θα κλάψω γιατί», «Θεέ μου», «Μια Κάντιλακ γκρενά»… Και τη «Μαύρη Φόρντ», που της ζήτησε ο Χατζηδάκις να ερμηνεύσει, μετά από την «Οδό Ονείρων»… Και τόσα ακόμη…
«Είμαι χαρούμενη, ευτυχισμένη με όσα έκανα στη ζωή μου», μου έλεγε. Και συνέχισε: «Γι αυτό μου φαίνεται ότι όλα είναι…χθες»….
Μια μαγική διαδρομή
Η διαδρομή της άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και απλώθηκε σε περισσότερες από τρεις δεκαετίες, από τις πρώτες επαγγελματικές εμφανίσεις και τα φεστιβάλ μέχρι τη δισκογραφία και τις σκηνές μιας Ελλάδας που έψαχνε να αστικοποιηθεί.
Η πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση έγινε το 1958. Έναν χρόνο αργότερα, το 1959, ήρθε και το δισκογραφικό της ντεμπούτο, με το «Θα σ’ αγαπώ κάθε μέρα», σε μουσική του Ζοζέφ Κορίνθιου και στίχους του Νίκου Φατσέα. Ήταν η αρχή μιας πορείας που θα τη συνέδεε με σημαντικούς δημιουργούς και θα της χάριζε τραγούδια που έμελλε να περάσουν στον χρόνο.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Τάκης Μωράκης υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς της καλλιτεχνικής της διαδρομής. Η Νάντια Κωνσταντοπούλου θα ερμηνεύσει τραγούδια του και θα βρεθεί σε ελληνικά και διεθνή φεστιβάλ, κατακτώντας διακρίσεις και βραβεία.
Το 1963, στο Φεστιβάλ του Σαιν Βενσάν στη Γαλλία, θα κερδίσει το «Βραβείο Ευρώπης» με το «Αγαπώ έναν τύπο». Έναν χρόνο αργότερα, το 1964, θα έρθει η μεγάλη διάκριση στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Α’ Βραβείο για το «Ποιος», σε μουσική του Τάκη Μωράκη και στίχους της ίδιας. Το τραγούδι είχε ερμηνεύσει και η Κλειώ Δενάρδου, καθώς εκείνη την εποχή ήταν συνηθισμένο τα διαγωνιζόμενα τραγούδια να αποδίδονται από δύο ερμηνευτές.
Και κάπως έτσι, μέσα στα χρόνια, η Νάντια Κωνσταντοπούλου συνέχισε να γράφει τη δική της σελίδα στο ελληνικό τραγούδι. Συνεργάστηκε με τον Ανδρέα Χατζηαποστόλου και άλλους σημαντικούς δημιουργούς, ενώ οι επιτυχίες της δεν περιορίστηκαν στη δεκαετία του ’60. Αντίθετα, πέρασαν και στα ’70, διατηρώντας εκείνο το ιδιαίτερο προσωπικό χρώμα που έκανε την ερμηνεία της αναγνωρίσιμη από τις πρώτες νότες.
Το 1972 ήρθε η «Μαριλού». Ένα τραγούδι που αγαπήθηκε ιδιαίτερα από το ελληνικό κοινό και αποτελούσε διασκευή του ισραηλινού «Shoov e’et hem», σε μουσική της Nurit Hirsh και στίχους του Dudu Barak. Το τραγούδι είχε ερμηνεύσει η Ilanit στην 4η Ολυμπιάδα Τραγουδιού, στο Παναθηναϊκό Στάδιο, τον Ιούλιο του 1971, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση. Λίγο αργότερα, πέρασε στα ελληνικά και βρήκε στη φωνή της Νάντιας Κωνσταντοπούλου έναν καινούργιο δρόμο προς το κοινό.
Ακολούθησαν η «Μια καντιλάκ γκρενά», το «Ίσως», το «Πες μπαλαλάικα», τραγούδια που συνδέθηκαν με τη δική της καλλιτεχνική παρουσία, με μουσικές ή διασκευές του συζύγου της και στίχους δικούς της. Και ύστερα, το 1974, η δική της εκδοχή στο «Από τ’ αεροπλάνο», το όμορφο τραγούδι του Κώστα Χατζή και της Σώτιας Τσώτου. Τραγούδησε μέχρι και Πιάφ, τον θρυλικό ««Milord», σε εξαιρετική διασκευή του Μωράκη και ελληνικούς στίχους δικούς της.
Διαφορετικά μουσικά τοπία
Η Νάντια Κωνσταντοπούλου δεν φοβήθηκε να κινηθεί μέσα σε διαφορετικά μουσικά τοπία. Τραγούδησε ακόμη και Χατζιδάκι. Το 1977 έδωσε τη δική της, δεύτερη εκτέλεση στη «Μαύρη Φορντ», με εκείνον τον μοναδικό, εξωστρεφή τρόπο που χαρακτήριζε την ερμηνεία της. Γιατί αυτό ήταν ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμά της: δεν τραγουδούσε ποτέ από απόσταση. Έμπαινε μέσα στο τραγούδι. Του έδινε κίνηση, χρώμα, θεατρικότητα, ζωή. Δηλαδή το τελείως αντίθετο από ότι ήταν η ίδια εκτός σκηνής, ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, διακριτική και αρκούντως προσεκτική στις επιλογές της.
Δεν χρειάστηκε να κυνηγήσει τον θόρυβο για να διατηρήσει τη θέση της. Η φωνή της ήταν αρκετή. Και τι φωνή.
Μια φωνή μεγάλη, γεμάτη, χαρακτηριστική. Από εκείνες που δεν χρειάζονται πολλές συστάσεις. Ένα «φώναγμα» του τραγουδιού, όπως θα έλεγε κανείς, που μπορούσε να γεμίσει μια σκηνή και την ίδια στιγμή να αφήσει πίσω του κάτι πολύ προσωπικό, σχεδόν οικείο.
Η δισκογραφική της παρουσία θα συνεχιστεί τακτικά μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Τότε είχε ήδη διανύσει μια μεγάλη απόσταση. Είχε γνωρίσει τα φώτα των φεστιβάλ, τα βραβεία, τις επιτυχίες, τις συνεργασίες, τις αλλαγές του ελληνικού τραγουδιού. Είχε δει εποχές να έρχονται και να φεύγουν και παρέμενε εκεί, με τη δική της αισθητική, τη δική της φωνή, το δικό της μέτρο.
Νάντια και άρωμα άλλης Ελλάδας
Η Νάντια Κωνσταντοπούλου ανήκε σε μια γενιά ερμηνευτών που ήξεραν ότι ένα τραγούδι δεν είναι μόνο μελωδία και στίχος. Είναι παρουσία. Είναι βλέμμα. Είναι χειρονομία. Είναι μνήμη.
Και ίσως γι’ αυτό, τόσα χρόνια μετά, το όνομά της εξακολουθεί να συνοδεύεται από τραγούδια που έχουν κάτι από το άρωμα μιας άλλης Ελλάδας. Μιας Ελλάδας των φεστιβάλ, των μεγάλων ορχηστρών, των δίσκων 45 στροφών, των τραγουδιών που ταξίδευαν από στόμα σε στόμα και από ραδιόφωνο σε ραδιόφωνο.
Η Νάντια Κωνσταντοπούλου έφυγε, πριν δέκα χρόνια, 9 Οκτωβρίου 2016, αλλά δεν πήρε μαζί τη φωνή της. Θα βρίσκεται εκεί, κάθε φορά που θα ξανακούγεται η «Μαριλού». Κάθε φορά που κάποιος θα αναζητήσει τη «Μαύρη Φορντ», χωρίς να είναι …μέσα η Μάρω Κοντού, που άλλωστε δεν ήθελε να την πρωτοπεί… Κάθε φορά που θα ακουστεί το «Από τ’ αεροπλάνο» ή ένα από τα τραγούδια που σφράγισε με τη χαρακτηριστική της ερμηνεία.
Και θα επιστρέφει όχι σαν μια μακρινή ανάμνηση, αλλά σαν μια γνώριμη φωνή που ξέρει ακόμη τον δρόμο και δη μακριά από τον συρμό των ατάλαντων…
Γιατί, κάποιες φωνές δεν αποχαιρετιούνται. Απλώς χαμηλώνει ο κόσμος γύρω τους — κι εκείνες συνεχίζουν να τραγουδούν.














