Να καταστεί υποχρεωτική η διαμεσολάβηση για την επίλυση διαφορών, ζητά ο επιχειρηματικός κόσμος

Την αναγκαιότητα νομοθετικών παρεμβάσεων προκειμένου να καταστεί υποχρεωτική η διαμεσολάβηση για την επίλυση διαφορών, τόσο για τα νομικά, όσο και για τα φυσικά πρόσωπα, με στόχο να αναβαθμιστεί πραγματικά η διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης στην Ελλάδα, τόνισε ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων και του ΕΒΕΑ και αντιπρόεδρος του ΟΠΕΜΕΔ (Οργανισμός Προώθησης Εναλλακτικών Μεθόδων Επίλυσης Διαφορών), Κωνσταντίνος Μίχαλος, σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε χθες στο ΕΒΕΑ.

Το θέμα της εκδήλωσης, που συνδιοργάνωσαν ΕΒΕΑ και ΟΠΕΜΕΔ, με αφορμή τη συμπλήρωση 7 χρόνων από τη θεσμοθέτηση της διαμεσολάβησης στην χώρα μας, ήταν «Υποχρεωτική Διαμεσολάβηση – Η μεγάλη τομή».

Ο κ. Μίχαλος στην ομιλία του τόνισε, ότι: «Για να αναβαθμιστεί πραγματικά η διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης στην Ελλάδα, θα πρέπει να αλλάξει ριζικά η ποιότητα της νομοθετικής διαδικασίας. Αυτό είναι, άλλωστε, ένα πάγιο αίτημα της επιχειρηματικής κοινότητας. Μια από τις βασικές μας διεκδικήσεις, στο πλαίσιο της οποίας έχουμε ως ΕΒΕΑ καταθέσει και συγκεκριμένες προτάσεις.

Παράλληλα όμως, είναι ανάγκη να αξιοποιηθούν και στη χώρα μας θεσμοί, όπως η διαμεσολάβηση, που μπορούν αποδεδειγμένα να συμβάλουν στη μείωση της δικαστικής ύλης, στη βελτίωση της αξιοπιστίας της απονομής δικαιοσύνης, αλλά και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Το γεγονός ότι ο νόμος δεν προβλέπει υποχρεωτική προσφυγή στη διαμεσολάβηση, ούτε καν μάλιστα κάποιο κίνητρο, θα πρέπει να μας απασχολήσει. Κι αυτό είναι ανάγκη να γίνει τώρα, σε μια περίοδο όπου έχει ανοίξει το μεγάλο ζήτημα της διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων οφειλών επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Και όπου εκ των πραγμάτων, αναμένεται να δημιουργηθεί ένας μεγάλος όγκος υποθέσεων προς διαχείριση».

Ο αντιπρόεδρος του ΟΠΕΜΕΔ και πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΕΑ) Ιωάννης Χατζηθεοδοσίου, δήλωσε: «Αυτή η υποχρεωτική απόπειρα διαμεσολάβησης ίσως είναι το κλειδί, τόσο για την αισθητή ενίσχυση του θεσμού, όσο και για την επίλυση μιας σειράς σοβαρών προβλημάτων, για τη Δικαιοσύνη και την Οικονομία. Πιστεύουμε άλλωστε σταθερά, πως πρέπει ως χώρα να προσεγγίσουμε την υποχρεωτική διαμεσολάβηση όχι ως ταμπού, αλλά ως ένα λειτουργικό και σύγχρονο εργαλείο δημόσιας πολιτικής».

Ο ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Νομικής ΑΠΘ, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και πρόεδρος της Επιτροπής Πιστοποίησης Διαμεσολάβησης, Λάμπρος Κοτσίρης, υπογράμμισε, μεταξύ άλλων:  «Πολέμιοι μικροί υπάρχουν, αλλά ευτυχώς είναι λίγοι. Αν σκεφθεί κάποιος ότι στη χώρα μας έχουμε 1.000.000 εκκρεμείς στα δικαστήρια υποθέσεις, στη Βραζιλία 100.000.000, στην Αργεντινή 90.000.000, στην Αφρική 300.000.000 κλπ, το σκηνικό μας δίνει δισεκατομμύρια ανθρώπους να μάχονται με άλλους, πολέμιοι αφανείς, μικροί, γεμάτοι πίκρα, κόστος, που θα αφήσουν θλιβερά κατάλοιπα στη ζωή, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα μίας δίκης. “H Διαμεσολάβηση είναι λύση ειρήνης”. Όσο πιο ειρηνικός είναι ο κόσμος, τόσο πιο δίκαιος και όσο πιο δίκαιος, τόσο πιο ειρηνικός».

Ο συνιδρυτής του ADR Center και εμπειρογνώμονας σε θέματα διαιτησίας για το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ευρωπαϊκή Ένωση Leonardo D’ Urso, δήλωσε: «Η ανάλυση των στατιστικών δεδομένων που έχει συλλέξει η ΕΕ αναδεικνύει και τη βέλτιστη πρακτική που επιτυγχάνει εν τέλει τον ευρωπαϊκό στόχο για ισόρροπη σχέση μεταξύ δικαστικών και εξωδικαστικών διαδικασιών».

Αναφερόμενος στα στοιχεία της Ιταλίας, είπε ότι πραγματοποιούνται 200.000 διαμεσολαβήσεις ετησίως και πλέον οι υποθέσεις που καταλήγουν στο δικαστήριο έχουν μειωθεί κατά 30%.

Στην ομιλία του, o πρώην εισαγγελέας Αρείου Πάγου και πρώην εθνικός  συντονιστής για την καταπολέμηση της διαφθοράς, Ιωάννης Τέντες,  αναφέρθηκε στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής  Ένωσης και ειδικότερα σε δύο αποφάσεις του, αναλύοντας τις αιτιολογίες τους και τα κριτήρια που αυτές χρησιμοποιούν για την προσέγγιση του θέματος.

Με τις αποφάσεις αυτές, το δικαστήριο έκρινε ότι εθνική νομοθεσία που προβλέπει προσφυγή σε διαμεσολάβηση, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής σε δικαστικές διαδικασίες, δεν προσκρούει ούτε στις σχετικές οδηγίες, ούτε στο άρθρο 47 του χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ.

Περαιτέρω έκρινε ότι δεν αποκλείεται να προβλεφθεί ότι απαγορεύεται ένα μέρος να αρνηθεί τη συμμετοχή του στη διαμεσολάβηση, εφόσον όμως διασφαλίζεται ότι αυτό μπορεί άνευ εταίρου να αποσυρθεί από τη διαδικασία μετά την πρώτη συνάντηση με τον διαμεσολαβητή.

Εξάλλου, όπως διαπίστωσε ο ομιλητής, με σκέψεις ανάλογες με αυτές του Δικαστηρίου της ΕΕ, κρίνεται ότι η θέσπιση υποχρεωτικής διαμεσολάβησης δεν προσκρούει ούτε στο ελληνικό Σύνταγμα.

Από την πλευρά του, o νομικός σύμβουλος του υπουργού Δικαιοσύνης,   Δημήτρης Μελίδης, πρόσθεσε ότι η «μεγάλη τομή στη Διαμεσολάβηση με την εισαγωγή της υποχρεωτικότητας, αποτελεί πρωτοβουλία και στρατηγική επιλογή του υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».

Στη συνέχεια, δικηγόρος-διαμεσολαβήτρια και εκπρόσωπος του Κέντρου Διαμεσολάβησης ΕΒΕΑ, Βένια Παπαθανασοπούλου, αναφερόμενη στην ανάγκη θεσμοθέτησης της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, ανέφερε ότι θα πρέπει να αυξηθεί η αντίληψη της κοινωνίας στη διαμεσολάβηση με την ενημέρωση και εκπαίδευση.

Για την επιτυχία της θα πρέπει να προβλεφθεί παροχή οικονομικών και άλλων κινήτρων με προσεκτική επιβολή τυχόν κυρώσεων. Τέλος, δεν πρέπει να συνοδευτεί η υποχρεωτική διαμεσολάβηση με υπερβολικές τεχνικές λεπτομέρειες ή αυστηρές προϋποθέσεις, που είναι σε αντιπαράθεση με την ίδια την ουσία της διαμεσολάβησης.

Ο γενικός γραμματέας του ΟΠΕΜΕΔ, Νικόλας Κανελλόπουλος, δήλωσε σχετικά: «Πρέπει να εξετάσουμε με προσοχή τη διεθνή τάση για την υιοθέτηση συστημάτων υποχρεωτικής απόπειρας διαμεσολάβησης, και να την προσαρμόσουμε στις ελληνικές συνθήκες, σε επιλεγμένες κατηγορίες υποθέσεων. Πάντα με κριτήριο την εξυπηρέτηση των δικαιωμάτων των πολιτών, διαφύλαξη της ελευθερίας πρόσβασης στη Δικαιοσύνη και έμφαση στην ανάγκη αποσυμφόρησης των ελληνικών δικαστηρίων».

 

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ