Αρχική Ελλάδα Καρδίτσα- Χαβαρόνια στις ελληνικές πόλεις: Αυξάνονται και δημιουργούν μόνιμες αποικίες ακόμη και...

Καρδίτσα- Χαβαρόνια στις ελληνικές πόλεις: Αυξάνονται και δημιουργούν μόνιμες αποικίες ακόμη και σε μεγάλα αστικά πάρκα

Τα τελευταία χρόνια, ένα είδος κορακοειδούς πτηνού που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν κυρίως χειμερινός επισκέπτης της χώρας, εμφανίζεται ολοένα και συχνότερα σε αστικά και περιαστικά περιβάλλοντα της Ελλάδας. Πρόκειται για το χαβαρόνι (Corvus frugilegus), ένα ιδιαίτερα ευφυές, κοινωνικό και προσαρμοστικό πτηνό της οικογένειας των κορακοειδών, το οποίο έχει αρχίσει να δημιουργεί μόνιμες αποικίες ακόμη και σε μεγάλα αστικά πάρκα.

Η παρουσία των χαβαρονιών, σύμφωνα με όσα τονίζει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο δρ Περικλής Κ. Μπίρτσας, καθηγητής Βιολογίας Άγριας Πανίδας, διευθυντής Εργαστηρίου Διαχείρισης Άγριας Πανίδας Τμήμα Δασολογίας, Επιστημών Ξύλου και Σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας συνδέεται άμεσα με τις σύγχρονες αλλαγές στη χρήση γης, την αστικοποίηση, την ασφάλεια και τη διαθεσιμότητα τροφής που παρέχουν τα αστικά κέντρα και οι ανθρώπινες δραστηριότητες. Τα πτηνά αυτά τρέφονται με έντομα, σπόρους, γεωργικές καλλιέργειες αλλά και υπολείμματα τροφών και απορριμμάτων. Η μεγάλη προσαρμοστική τους ικανότητα, σε συνδυασμό με τη μειωμένη παρουσία φυσικών θηρευτών μέσα στις πόλεις, ευνοεί τη δημιουργία μεγάλων αποικιών σε πάρκα, άλση και δενδροστοιχίες. Τα στοιχεία στηρίζονται σε επιστημονική αναφορά και στοιχεία του Εργαστηρίου Διαχείρισης Άγριας Πανίδας του Τμήματος Δασολογίας, Επιστημών Ξύλου και Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία και επιστημονικές παρατηρήσεις, τα χαβαρόνια, σύμφωνα με τον ίδιο, αναπαράγονταν μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα σε περιοχές της Μακεδονίας, όπως το Δέλτα του Αξιού και η λίμνη Κορώνεια. Για δεκαετίες στη συνέχεια δεν καταγράφονταν αναπαραγωγικοί πληθυσμοί, παρότι χιλιάδες άτομα ξεχειμώνιαζαν στη χώρα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 όμως, το είδος άρχισε να επανεμφανίζεται αναπαραγόμενο στη Βόρεια Ελλάδα και πλέον η εξάπλωσή του φτάνει μέχρι τη Θεσσαλία.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση, επισημαίνει ο κ. Μπίρτσας, του πάρκου Παυσίλυπο στην Καρδίτσα, όπου από το 2021 παρατηρείται σταθερή αύξηση των αναπαραγόμενων ζευγαριών. Το φαινόμενο προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον τόσο στους κατοίκους όσο και στις αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες, καθώς οι μεγάλες αποικίες συνοδεύονται από έντονη ηχορύπανση, αυξημένη συγκέντρωση περιττωμάτων και προβλήματα όχλησης σε κοινόχρηστους χώρους.

Ερευνητική ομάδα του Εργαστηρίου Διαχείρισης Άγριας Πανίδας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με επικεφαλής τον καθηγητή κ. Περικλή Μπίρτσα πραγματοποίησε συστηματική παρακολούθηση της περιοχής, καταγράφοντας τα είδη κορακοειδών, τον αριθμό των ατόμων, τα χαρακτηριστικά των θέσεων φωλεοποίησης και τη συμπεριφορά τους. Η έρευνα έδειξε ότι το Παυσίλυπο λειτουργεί πλέον ως σταθερή θέση φωλεοποίησης και κουρνιάσματος για χαβαρόνια και κάργιες.

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι τα κορακοειδή αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της βιοποικιλότητας, ωστόσο η υπερσυγκέντρωσή τους σε αστικές περιοχές μπορεί να δημιουργήσει οικολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις έχουν καταγραφεί προβλήματα που σχετίζονται με την καταστροφή φωλιών άλλων πτηνών, τη διασπορά απορριμμάτων, τη ρύπανση δημόσιων χώρων και την πιθανή μεταφορά παθογόνων μικροοργανισμών.

Ιδιαίτερη έμφαση, τονίζει, δίνεται στη δημόσια υγεία. Η διεθνής βιβλιογραφία αναφέρει ότι άγρια πτηνά που ζουν κοντά στον άνθρωπο μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς βακτηρίων, μυκήτων και ιών. Αν και ο κίνδυνος μετάδοσης νοσημάτων στον άνθρωπο θεωρείται περιορισμένος υπό φυσιολογικές συνθήκες, η συγκέντρωση μεγάλων πληθυσμών σε αστικά πάρκα αυξάνει την ανάγκη για παρακολούθηση και προληπτική διαχείριση.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν είναι απλή. Σύμφωνα με τους ειδικούς, όπως αναφέρει ο κ. Μπίρτσας, η άμεση θανάτωση ή η καταστροφή φωλιών συνήθως δεν δίνουν μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, καθώς τα πτηνά επιστρέφουν ή μετακινούνται σε γειτονικές περιοχές. Αντίθετα, προτείνονται συνδυαστικές πρακτικές διαχείρισης που περιλαμβάνουν καλύτερο έλεγχο απορριμμάτων, περιορισμό εύκολων πηγών τροφής, ήπιες μεθόδους αποτροπής και συστηματική παρακολούθηση των πληθυσμών.

Μεταξύ των μεθόδων που εξετάζονται και εφαρμόζονται διεθνώς αλλά και στη χώρα μας, είναι, προσθέτει ο κ. Μπίρτσας, και η χρήση μεθόδων ιερακοθηρίας, δηλαδή η χρήση εκπαιδευμένων αρπακτικών πτηνών για την εκδίωξη κορακοειδών από συγκεκριμένες περιοχές. Η πρακτική αυτή χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες σε αεροδρόμια και χώρους υγειονομικής ταφής απορριμμάτων σε διάφορες χώρες, με στόχο τη μείωση της παρουσίας ειδών που προκαλούν προβλήματα στον άνθρωπο. Ωστόσο, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι απαιτεί εξειδικευμένο προσωπικό, συνεχή εφαρμογή διαχειριστικών μέτρων και αυστηρό πλαίσιο ελέγχου. Ειδικά για το πάρκο Παυσίλιπο, στην Καρδίτσα, ο κ. Μπίρτσας και οι συνεργάτες του εκπόνησαν διαχειριστική μελέτη, που περιλαμβάνει περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης και συγκεκριμένες προτάσεις για την επίλυση του προβλήματος. Για να καταλήξει τονίζοντας:

«Η περίπτωση των χαβαρονιών αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα: τη νέα σχέση ανθρώπου και άγριας πανίδας μέσα στις πόλεις. Η κλιματική αλλαγή, η αλλαγή χρήσεων γης, η επέκταση των αστικών περιοχών, η αίσθηση ασφάλειας για τα ζώα και η ακούσια ή εκούσια παροχής τροφής μεταβάλλουν διαρκώς τη συμπεριφορά πολλών ειδών. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι στο μέλλον η διαχείριση της αστικής πανίδας θα αποτελέσει σημαντικό πεδίο περιβαλλοντικής πολιτικής και εφαρμοσμένης οικολογίας, απαιτώντας ισορροπία ανάμεσα στη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την ποιότητα ζωής των πολιτών».

Αποστόλης Ζώης
*Η φωτογραφία παραχωρήθηκε από τον καθηγητή Περικλή Μπίρτσα
ΑΠΕ-ΜΠΕ
Προηγούμενο άρθροΗ Σκόπελος στην κορυφή της λίστας προορισμών με κινηματογραφική λάμψη