
Έχω την αίσθηση ότι η ήττα του Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, αποτελεί την αρχή του τέλους του πολιτικού εκχυδαϊσμού, της αυθαιρεσίας, της αναξιοπρέπειας, της αγένειας, του ναρκισσισμού και της συνεχούς αναζήτησης εχθρών. Αλλά αυτό θα φανεί στο εγγύς κι απώτερο μέλλον.

Τώρα, οφείλουμε να συζητήσουμε και αναλύσουμε την εκλογική υποχώρηση των Ρεπουμπλικάνων. Που είναι σαφές ότι δεν αιφνιδίασε την Αθήνα. Το αποτέλεσμα κινήθηκε κοντά στις προβλέψεις των δημοσκοπήσεων, επιβεβαιώνοντας τις πολιτικές πιέσεις που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ.
Τόσο στο Μέγαρο Μαξίμου όσο και στο υπουργείο Εξωτερικών είχαν ήδη αποτιμήσει τις δυσκολίες που θα μπορούσε να προκαλέσει η συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση στον Αμερικανό πρόεδρο και στη δυνατότητά του να προωθήσει απρόσκοπτα την πολιτική του ατζέντα.
Στην ελληνική πρωτεύουσα, πάντως, αξιολογείται θετικά η εκλογή έξι Αμερικανών ελληνικής καταγωγής στη Βουλή των Αντιπροσώπων, καθώς και η εκλογική επιτυχία του Κρις Πάππας στη Γερουσία. Η παρουσία προσώπων με ελληνικές ρίζες στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό δίαυλο επικοινωνίας και προώθησης των ελληνικών θέσεων.
Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου δημιουργεί, ωστόσο, διαφορετικά δεδομένα. Η επικράτηση των Δημοκρατικών φέρνει αλλαγές στις κοινοβουλευτικές επιτροπές, μεταξύ των οποίων και στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων. Η αλλαγή της ηγεσίας της αναμένεται να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο θα εξετάζονται κρίσιμα ζητήματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αθήνα παρουσιάζει η στάση που θα διαμορφωθεί απέναντι στην Τουρκία. Το ζήτημα των F-35, η προμήθεια και χρήση των ρωσικών συστημάτων S-400, αλλά και οι κυρώσεις στο πλαίσιο του νόμου CAATSA παραμένουν ανοιχτά μέτωπα στην αμερικανική πολιτική. Πρόκειται, άλλωστε, για θέματα στα οποία έχουν εκφραστεί επιφυλάξεις τόσο από τους Ρεπουμπλικάνους, όσο κι από τους Δημοκρατικούς, γεγονός που δεν επιτρέπει ούτε μια χαραμάδα αισιοδοξίας στην Άγκυρα.
Ένα ακόμη στοιχείο που απασχολεί τους αναλυτές στην Αθήνα είναι η εκλογική πίεση που δέχθηκαν πολιτικές δυνάμεις και οργανώσεις οι οποίες συνδέονται με το ισραηλινό λόμπι. Η εξέλιξη αυτή καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στη Γάζα έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην αμερικανική κοινωνία, με επιπτώσεις τόσο στον χώρο των Δημοκρατικών όσο και σε τμήματα της συντηρητικής παράταξης.
Η στάση απέναντι στο Ισραήλ αναδεικνύεται πλέον σε παράγοντα πολιτικής αντιπαράθεσης, όπως φάνηκε και στο Μίσιγκαν, όπου επικράτησε υποψήφιος που είχε βρεθεί στο στόχαστρο του AIPAC. Για την Αθήνα, η εξέλιξη έχει και μια πρόσθετη διάσταση: τα τελευταία χρόνια το ελληνικό και το ισραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ είχαν αναπτύξει στενή συνεργασία. Η αποδυνάμωση της επιρροής του δεύτερου δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι θα διαταραχθούν οι μεταξύ τους σχέσεις, δημιουργεί όμως νέα δεδομένα. Παράλληλα, αναδεικνύεται το ερώτημα κατά πόσο οι οργανώσεις που υποστηρίζουν το Ισραήλ διατηρούν την ίδια απήχηση στην αμερικανοεβραϊκή κοινότητα.
Ναυσιπλοΐα και ελληνοαμερικανικές σχέσεις
Στην Αθήνα παρακολουθούν επίσης τις πιθανές επιπτώσεις των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Ενδεχόμενη αποκλιμάκωση της έντασης με το Ιράν, μέσα από μια συμφωνία ή έναν συμβιβασμό με την Ουάσιγκτον, θα μπορούσε να διευκολύνει την επαναλειτουργία κρίσιμων θαλάσσιων διαδρομών, με επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε θετικό αντίκτυπο στη διεθνή ναυσιπλοΐα και, κατ’ επέκταση, στην ελληνική οικονομία και τη ναυτιλία.
Σε ό,τι αφορά τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στο Κογκρέσο δεν εκτιμάται ότι θα ανατρέψει τα ήδη συμφωνημένα εξοπλιστικά προγράμματα. Στο επίκεντρο βρίσκεται το πακέτο αμυντικών προμηθειών, ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ, που περιλαμβάνει οπλικά συστήματα και πυρομαχικά ακριβείας για τα ελληνικά F-16, καθώς και την προμήθεια 20 μαχητικών F-35, με την άφιξη του πρώτου αεροσκάφους να προγραμματίζεται για τον Νοέμβριο του 2029 στην Ανδραβίδα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η υποστήριξη των παλαιότερων F-16, τα προγράμματα συντήρησης και τεχνικής υποστήριξης των ελικοπτέρων MH-60 του Πολεμικού Ναυτικού και των Black Hawk, η προμήθεια ατρακτιδίων Sniper, αλλά και η απόκτηση οχημάτων Stryker.
Πρόκειται για προγράμματα που δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν ουσιαστικά πολιτικά εμπόδια. Το βασικό ζητούμενο πλέον είναι η ταχύτητα με την οποία θα κινηθούν οι αρμόδιες αμερικανικές υπηρεσίες, ώστε να τηρηθούν τα προβλεπόμενα χρονοδιαγράμματα.
Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέψουμε κάτι ακόμη: η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών δεν σημαίνει αυτομάτως και ανατροπή της πολιτικής που έχει χαράξει ο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος θα παραμείνει στον Λευκό Οίκο για τα επόμενα δύο χρόνια, σε ένα περιβάλλον, όμως, όπου οι δυνατότητες πολιτικών χειρισμών του θα είναι πλέον πιο περιορισμένες. Κι αυτό είναι ανησυχητικό, ειδικά αν αναλογιστούμε πόσο απρόβλεπτος είναι.
Ας μη ξεχνάμε, ότι ο καταστροφικός αυτός πρόεδρος, κατάφερε και γκρέμισε τις ισχυρές συμμαχίες των ΗΠΑ, που κρατούσαν από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Είτε με την Ευρώπη, είτε με τον Καναδά, είτε με όλους σχεδόν τους φίλους της Αμερικής.
Το σημαντικότερο πάντως, είναι ότι η περίοδος αυτή επιταχύνει τη μετάβαση σ’ ένα διεθνές σύστημα χωρίς τις σταθερές και τις βεβαιότητες του παρελθόντος, με τις μεγάλες δυνάμεις να διεκδικούν μεγαλύτερο χώρο επιρροής και τις μικρότερες χώρες να βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένους κινδύνους. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Ουάσιγκτον, αλλά οφείλει να αξιολογεί με μεγαλύτερο ρεαλισμό τις περιφερειακές ισορροπίες. Σε έναν κόσμο όπου οι συμμαχίες δοκιμάζονται και τα συμφέροντα επαναπροσδιορίζονται, η Αθήνα θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από καλές διμερείς σχέσεις: σταθερή στρατηγική, έγκαιρη πρόβλεψη και ικανότητα προσαρμογής.












