Γεώργιος Ουρσουζίδης: Επιστημονική Ημερίδα του ΥΠ. ΕΞ. για την Συμφωνία των Πρεσπών ( Νομικοί )

       Το Υπουργείο Εξωτερικών στις 19/7/2018 διοργάνωσε ημερίδα με θέμα τις νομικές πτυχές της Συμφωνίας των Πρεσπών. Κλήθηκαν επιστήμονες με διαφορετικές προσεγγίσεις στο ζήτημα να καταθέσουν ισότιμα τις απόψεις τους, προκειμένου να γίνει κατανοητό το περιεχόμενο της Συμφωνίας και οι συνέπειες που παράγει για τους δύο λαούς και όχι μόνο.

       Η δικαιολογημένη άγνοια της πλειονότητας των πολιτών σε θέματα που άπτονται του Διεθνούς Δικαίου, – και η παραδοχή ότι η γνώση αυτή είναι πράγματι ιδιαίτερα εξειδικευμένη, όσο απαραίτητη και θεμελιώδης  προκειμένου να κατανοηθεί απ΄ αυτή την οπτική και να κριθεί αναγκαία η συμφωνία των Πρεσπών, θα μπορούσε κάλλιστα  να δικαιολογήσει τις  αυθόρμητες και έντονες αντιδράσεις μιας μεγάλης μερίδας των πολιτών στην αποδοχή της.

        Κατανοώντας όλες αυτές τις αντιδράσεις, προχωρούμε στην ανάλυση της Νομικής διάστασης και υπόστασης, σίγουροι ότι οι επιστήμονες που την επιχειρούν, θα άρουν κάθε παρεξήγηση και παρερμηνεία από κάθε καλοπροαίρετο πολίτη που θα εξετάσει προσεκτικά και θα σκύψει με προθυμία στην κατανόηση της οπτικής αυτής.

        Στην παρουσίαση που ακολουθεί εκτίθενται οι θέσεις διακεκριμένων καθηγητών της Νομικής επιστήμης που αναλύουν τις πτυχές της συμφωνίας.

   Μεταφέρω αυτούσιες τις  εισηγήσεις (μέρος αυτών), επειδή πρόκειται για καθαρά τεχνοκρατική προσέγγιση.

 Υπάρχουν άλλωστε τα πρακτικά των εισηγήσεων, έχουν αναρτηθεί από το Υπουργείο Εξωτερικών, όπως και τα σχετικά οπτικοακουστικά links.

ΧΡΗΣΤΟΣ  ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ  – ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΕΚΠΑ  https://www.youtube.com/watch?v=v2YbjLA6JUg (Νομική Σχολή Αθηνών, University of London, QMW, LL.M. in  Business  Transactions, 1992
Νομική σχολή Αθηνών, Διδακτορικό, 1996)

             Η Συμφωνία των Πρεσπών, αφού επέλυσε το ζήτημα της συνταγματικής ονομασίας της γειτονικής μας χώρας, παραπέμπει σε περαιτέρω διάλογο και σε μια νέα ειδική συμφωνία για το ζήτημα της εμπορικής χρήσης του όρου Μακεδονία σε εμπορικά σήματα, επωνυμίες επιχειρήσεων, γεωγραφικές ενδείξεις, κλπ.

      Ο διάλογος αυτός απαιτεί εγρήγορση, διορατικότητα και βεβαίως πνεύμα κατανόησης και συνεργασίας. Τα εμπορικά σήματα, οι εταιρικές επωνυμίες και οι γεωγραφικές ενδείξεις αποσκοπούν στην ενίσχυση του ανταγωνισμού και στην ανάπτυξη. Δυστυχώς, όμως, πολύ συχνά στην πράξη χρησιμοποιούνται από τις επιχειρήσεις ως «νομικά μονοπώλια» που περιορίζουν αδικαιολόγητα την ελεύθερη πρόσβαση στις αγορές των άλλων ανταγωνιστών.

  • Συμπερασματικά, η Συμφωνία των Πρεσπών επιλύει το ζήτημα της συνταγματικής ονομασίας της γειτονικής χώρας.
  • Για το ζήτημα της εμπορικής χρήσης του όρου Μακεδονία παραπέμπει σε διμερή διάλογο και σε μια νέα συμφωνία.

          Ένας άμεσος και εποικοδομητικός διάλογος, με πνεύμα κατανόησης και συνεργασίας, και με τη συμμετοχή και υποστήριξη των επιχειρηματικών κοινοτήτων των δύο χωρών μπορεί να οδηγήσει σε μια συμφωνία που θα τύχει της αποδοχής και της υποστήριξης και των επιχειρηματικών κοινοτήτων των δύο χωρών, καθώς και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των άλλων Διεθνών Οργανισμών (π.χ. WIPO, WTO),  αλλά και των δικαστικών Αρχών των τρίτων χωρών.

           Το πώς μπορεί να γίνεται η διαφοροποίηση με τρόπο αποτελεσματικό, αλλά και χωρίς αδικαιολόγητους περιορισμούς απαιτεί μια πολύπλευρη διερεύνηση από άποψη όχι μόνο νομική, αλλά και διαφημιστική, marketing, κλπ.

  • Ωστόσο, η κατ’ αρχήν αίσθηση φαίνεται να είναι πως ο τρόπος που διευθετήθηκε το ζήτημα της συνταγματικής ονομασίας της γειτονικής χώρας, δηλαδή η χρήση του γεωγραφικού προσδιορισμού Βόρεια Μακεδονία, ίσως είναι ένας καλός οδηγός και για το πώς πρέπει να γίνεται η διαφοροποίηση και στην εμπορική χρήση του όρου Μακεδονία.
  • Μέχρι την ολοκλήρωση της πιο πάνω συμφωνίας, χρήσιμο θα είναι να υπάρχει ένας εθνικός μηχανισμός παρακολούθησης των καταθέσεων σε διεθνή μητρώα σημάτων και γεωγραφικών ενδείξεων, ώστε να μη γίνουν βεβιασμένα καταχωρήσεις που μελλοντικά θα υπονομεύσουν μια δίκαιη συμφωνία.

HPIM0018.JPG

 ΜΑΡΙΑ ΓΑΒΟΥΝΕΛΗ – ΑΝΑΠΛ.  ΚΑΘΗΓΗΤ.  ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΕΚΠΑ

1981-1987 Πτυχίο Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό ‘Άριστα’
1987-1988 LL.M. (Master of Laws) στο Διεθνές Δίκαιο από το Πανεπιστήμιο του Cambridge με βαθμό 2.1

     –  Είναι ορισμένες υποθέσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου οι οποίες είναι εξαιρετικά σημαντικές και τις οποίες δεν τις ξεχνάμε ποτέ.

      –  Είναι άλλες υποθέσεις οι οποίες είναι λάθος ή έχουν ξεπεραστεί από τα πράγματα. Παρά ταύτα είναι ακόμα σημαντικές έτσι ώστε οι πρωτοετείς φοιτητές μου να γνωρίζουν όλη την υπόθεση Lotus του παλαιού Διεθνούς Δικαστηρίου Διαρκούς Δικαιοσύνης, παρά το γεγονός ότι ήταν μία υπόθεση λανθασμένη.

       –  Είναι και άλλες υποθέσεις τις οποίες δεν θα τις ξαναδιαβάσει ποτέ κανείς.

  • Υποπτεύομαι ότι η  υπόθεση που αφορά την  ενδιάμεση  συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και ΠΓΔΜ θα είναι μία από αυτές.

       Και υποπτεύομαι επίσης ότι θα είμαι μάλλον μία από τις τελευταίες που τη διάβασα. Γιατί  λέω  ότι θα είμαι μία από τις τελευταίες που τη διάβασε;

  • Διότι αναφέρεται  σε κάτι που  αποτελεί  παρελθόν  με  τον  ένα ή τον άλλον τρόπο.

         Σας υπενθυμίζω ότι η υπόθεση αυτή δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της ενδιάμεσης συμφωνίας.  Ήταν δε άμεσο αποτέλεσμα της συνάθροισης στο Βουκουρέστι, 2 και 3 Απριλίου 2008, οπότε η Βόρεια Γείτων  δεν πήρε  πρόσκληση προκειμένου να μετάσχει στην Βορειοατλαντική Συμμαχία.

      Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, μερικούς μήνες αργότερα, έφτασε η αίτησή της ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, η απόφαση του Δικαστηρίου είναι του Δεκεμβρίου 2011.

Τι έγινε στο Δικαστήριο με εξαιρετικά απλοποιημένη μορφή:

      Το Δικαστήριο  έπρεπε  να  αποφασίσει, αν η Ελλάς είχε  παραβεί  το  άρθρο 11  παράγραφος 1 της  Ενδιάμεσης  Συμφωνίας,  σύμφωνα με το οποίο είχε συμφωνήσει  not to object  στη συμμετοχή της βόρειας γείτονος σε διεθνείς οργανισμούς και ιδίως στο ΝΑΤΟ.

       Το Δικαστήριο θεώρησε ότι:  ναι, υπήρξε μία παράβαση. Και υπήρξε μία παράβαση ανταποκρινόμενου ουσιαστικά στους δύο τρόπους με τους πήγε να αμυνθεί η Ελληνική Δημοκρατία.

        Η Ελληνική Δημοκρατία είπε, εξαιρετικά απλά (το πρώτο επιχείρημα) : δεν το κάναμε, δεν είπαμε ποτέ όχι. Αυτό ήταν το πρώτο μας επιχείρημα και ήταν ένα επιχείρημα πραγματικό.

        Το Δικαστήριο, λοιπόν, διάβασε πάρα πολύ ευρέως το άρθρο 11, αυτό του not to object  και είπε:  όχι, όχι, δεν εννοώ μόνο να πείτε όχι, εννοώ συνολικά από τη συμπεριφορά σας, από τον τρόπο με τον εξεφράσθητε στον τύπο και όχι μόνο, από τη συνολική σας εικόνα να φαίνεται ότι δεν υπάρχει αυτή η πραγματική άρνηση, και επομένως θεώρησε ότι όντως υπήρξε άρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και άρα παράβαση του άρθρου 11.

           Δεύτερο επιχείρημα της ελληνικής πλευράς στο οποίο επίσης απάντησε το Δικαστήριο, είπε: ξέρετε, ακόμα και αν τέλος πάντων το είπαμε – που δεν το είπαμε  ευθέως – αλλά ίσως να το είπαμε γενικώς και τέλος πάντων θα το έβρισκε κανείς στον τύπο εκείνη την εποχή αν διάβαζε, ναι, παρά ταύτα όμως έχουμε τρεις βασικούς νομικούς λόγους για τους οποίους θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτού του είδους η άμεση, έμμεση, περίεργη άρνηση,  δεν θα πρέπει να θεωρηθεί παράβαση της συμφωνίας.

            Πρώτον, exceptis anti-plenti contractus, δηλαδή η εξαίρεση του μη πληρωθέντος συναλλάγματος, κύριε Καθηγητά μου, το οποίο λέει σε πολύ απλά ελληνικά ότι,  εντάξει εμείς είπαμε όχι, αλλά ξέρετε κάτι, και εσείς δεν κάνατε αυτό που έπρεπε να κάνετε.

           Δεύτερη  παρατήρηση, μία ουσιώδης παράβαση της ενδιάμεσης συμφωνίας, όπως ακριβώς προκύπτει από τη Σύμβαση της Βιέννης και το δίκαιο των συνθηκών,  η οποία βεβαίως , έχει  Εθνικό  χαρακτήρα,  και ως εκ τούτου,  Δεσμεύει συνολικά.

            Και ένας τρίτος νομικός χαρακτηρισμός: Αντίμετρα. Ναι, το κάναμε, αλλά ξέρετε αντιδράσαμε σε μία  παράνομη πράξη, με μία παράνομη πράξη.

           Η ουσία του πράγματος, είπε, ποια είναι: μου λέτε ότι το κάνατε αλλά έκαναν και εκείνοι κάτι πριν από εσάς, εκείνοι άρχισαν, «χειρών αδίκων». Και εκεί πάλι το Δικαστήριο έλυσε το θέμα με βάση τα πραγματικά περιστατικά και όχι νομικούς ισχυρισμούς και εκεί το Δικαστήριο είπε: ξέρετε κάτι, εγώ βρίσκω μόνο μία παράβαση.

         Και κατόπιν αυτού είπε: κύριοι, λυπάμαι, όντως  με  έργο  και λόγο αντιδράσατε στην είσοδο της Βόρειας Γείτονος σας στο ΝΑΤO, και επομένως, παρέβητε την ενδιάμεση συμφωνία.

         Έκανε και μία τελευταία συζήτηση το Δικαστήριο και εκεί φάνηκε πιο ευγενικό απέναντί μας.

        Οι αιτούντες είχαν ζητήσει επίσης,  τη μη επανάληψη της άρνησης αυτής, τη μη επανάληψη αυτής της συμπεριφοράς.

         Εδώ πάντως το Δικαστήριο ήταν, ξαναλέω, πολύ ευγενικό απέναντί μας και είπε: όχι, όχι, όχι, και μόνο το γεγονός το διαπιστώνουμε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, έχει παραβεί την ενδιάμεση συμφωνία αποτελεί από μόνο του appropriate satisfaction, αρμόζουσα ικανοποίηση.

         Με άλλα λόγια, η ντροπή, αν θέλετε, η ζημιά που υφίσταται κάποιος στη διεθνή κοινότητα όταν διαπιστώνεται παράβαση κανόνα διεθνούς δικαίου αρκεί για το Δικαστήριο, και αρκεί επίσης – και αυτό τολμώ να το πω –  όταν  έχει  αντίδικο,  στην άλλη  πλευρά την  Ελληνική Δημοκρατία, η  Ελληνική  Δημοκρατία  έχει  βαριά  παράδοση  σεβασμού του διεθνούς δικαίου.

  • Επιμένω να  λέω ότι χώρες σαν την δική μας τυλίγονται στο μανδύα  του  διεθνούς δικαίου.  Γιατί;  Γιατί αισθάνονται ασφαλείς μέσα στους κανόνες του διεθνούς δικαίου.

       Το να βρεθεί, λοιπόν, η Ελληνική Δημοκρατία στην αντίπερα όχθη της παράβασης είναι μία πολύ βαριά κουβέντα, το Δικαστήριο συναισθάνεται πόσο βαριά είναι αυτή η κουβέντα και έρχεται ακριβώς να θεωρήσει, ότι αυτό από μόνο του αρκεί και δεν χρειάζεται να μπει στη συζήτηση για τη μη επανάληψη ή όχι.

  • Ισχύει το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης σήμερα; Καθοδηγεί τις πράξεις μας σήμερα;

          Και εδώ εγώ θα είχα να δω μόνο δύο σενάρια, όχι μόνο εγώ, φαντάζομαι όλοι μας.

  – Σενάριο ένα,  να ευοδωθεί η διαδικασία των έξι σταδίων στη Συμφωνία των Πρεσπών. Η Συμφωνία των Πρεσπών τότε αντικαθιστά την ενδιάμεση συμφωνία. Η υπόθεση αυτή παύει να έχει οποιαδήποτε πρακτική σημασία, έχει εκπληρώσει όποιο σκοπό είχε και τελειώσαμε, μπαίνει οριστικά στο ράφι, και την έχω διαβάσει εγώ ως τελευταία.

  – Το άλλο σενάριο είναι,  να καταρρεύσει όλη αυτή η διαδικασία, να μην μπορέσουν ολοκληρωθούν τα έξι στάδια, οπότε η Ενδιάμεση Συμφωνία προφανώς θα συνεχίσει να ισχύει.

          Μας υπενθύμισε όμως ο κύριος συνάδελφος ότι η ενδιάμεση συμφωνία μπορεί να καταγγελθεί. Επομένως να μια οδός διαφυγής. Αν δεν καταγγελθεί η ενδιάμεση συμφωνία εξακολουθεί να ισχύει το 11-1;

  • Θα μπορούσε πραγματικά κάποιος να μου πει σε αυτή την αίθουσα, ότι θα μπορούσε η Ελλάς επί τη βάσει του 11-1, να πάει και να πει, ότι θα αρνηθεί την είσοδο του βορείου γείτονα στο ΝΑΤΟ ή σε όποιον άλλον οργανισμό με άλλο όνομα πέραν αυτού που αναφέρεται στην απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας 817/1993;

        Ας είμαστε λίγο πιο ρεαλιστές.

          Ακόμα και όταν δεν τελειώνουν νομικά οι διεθνείς συνθήκες πολλές φορές έχουν ξεπεράσει το χρόνο της χρήσιμης ζωής τους, νομίζω ότι «events, my dear»  έχουν μπει στο παιχνίδι, η πραγματικότητα όμως μας έχει ξεπεράσει και όπως είπε  ο παλαιός Βρετανός Πρωθυπουργός: και τούτη εδώ η ιστορία, έχει μπει στην άκρη.

 

ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ – ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ   ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΑΠΘ

https://www.youtube.com/watch?v=jet-3tUMyJE (Ο Μιλτιάδης Χ. Σαρηγιαννίδης  πτυχιούχος του Τμήματος Νομικής της Σχολής Νομικών & Οικονομικών Επιστημών ΑΠΘ (1994). Μεταπτυχιακά προγράμματα ειδίκευσης στην Ελλάδα και το εξωτερικό και του απονεμήθηκαν οι αντίστοιχοι τίτλοι με τον βαθμό «Άριστα».

   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις για το όνομα και την αναγνώριση της πΓΔΜ

        Ένας περισσότερο νομικό-κεντρικός ορισμός της διαπραγμάτευσης την αποτυπώνει ως «τη διαδικασία αντιμετώπισης μιας διεθνούς διαφοράς ή κατάστασης με ειρηνικά μέσα, διαφορετική από δικαστικές ή διαιτητικές διαδικασίες, με σκοπό την προώθηση ή την επίτευξη κάποιας κατανόησης, βελτίωσης, διευθέτησης ή την επίλυση της διαφοράς ή της κατάστασης ανάμεσα στα εμπλεκόμενα ή ενδιαφερόμενα μέρη».

           Στην προκειμένη περίπτωση, ίσως το πιο δημοφιλές επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε για να εξηγηθεί η συμμετοχή της ελληνικής κυβέρνησης ως επισπεύδοντος μέρους στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων με την πΓΔΜ το τελευταίο οκτάμηνο, ήταν η δεδομένη διεθνοπολιτική πραγματικότητα για το γειτονικό μας κράτος· δηλαδή, το ότι  περίπου  εκατό  σαράντα  κράτη  είχαν  ήδη αναγνωρίσει το γειτονικό μας κράτος με τη συνταγματική ονομασία του «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

       Επομένως, a contrario προέκυπτε, ότι οποιαδήποτε συμφωνία με σύνθετη ονομασία τη δεδομένη χρονική στιγμή θα ήταν καλή, διότι θα έθετε τέλος στην εξάπλωση του κίβδηλου αφηγήματος του μακεδονισμού από την πΓΔΜ, καθώς η πολιτική συγκυρία στην άλλη πλευρά των συνόρων αποτελούσε ένα παράθυρο ευκαιρίας για την ελληνική πλευρά.

Πρέπει, λοιπόν, να αποσαφηνιστεί εξαρχής, ότι η πράξη αναγνώρισης ενός κράτους αποτελεί μονομερή ενέργεια και αποκλειστικό  δικαίωμα  του αναγνωρίζοντος κράτους, το οποίο επιθυμεί να συνάψει διμερείς σχέσεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα σε διεθνές επίπεδο με το αναγνωριζόμενο.

     Πράγματι, τα περίπου εκατό σαράντα κράτη αναγνώρισαν την ύπαρξη μιας  κρατικής  οντότητας,  η οποία επιθυμούσε/-εί να ονομάζεται  «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

       Όμως, αυτό δεν σημαίνει, ότι τα εν λόγω εκατό σαράντα κράτη αναγνώρισαν, συνομολόγησαν ή αποδέχθηκαν και τα ιστορικά χαλκεία που κατασκεύασε ο εθνικισμός και ο αλυτρωτισμός των κυβερνήσεων της πΓΔΜ, ειδικά κατά την περίοδο του «εξαρχαϊσμού» της κυβέρνησης του Νίκολα Γκρουέφσκι με το σχέδιο «Σκόπια 2014».

Για παράδειγμα, η Βουλγαρία, ήταν το πρώτο κράτος που έσπευσε να αναγνωρίσει την πΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα το 1992, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται την αποδοχή της ύπαρξης μακεδονικής εθνότητας  ή  μακεδονικής γλώσσας.

          Τα υπόλοιπα κράτη που δεν αναγνώρισαν το γειτονικό κράτος με τη συνταγματική του ονομασία ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», σύναψαν και αυτά κανονικές διμερείς σχέσεις μαζί του, χρησιμοποιώντας διαφορετική ονομασία. Ομοίως, και η Ελλάδα αναγνώρισε το γειτονικό κράτος ως πΓΔΜ και επιδίωξε τη σύναψη διμερών σχέσεων.

  • Όλα τα κράτη, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, θεμελίωσαν οικονομικούς, εμπορικούς πολιτιστικούς, εκπαιδευτικούς κ.ά. δεσμούς με το εν λόγω κράτος, χρησιμοποιώντας όμως διαφορετική ονομασία.

Ένα κράτος λοιπόν, διατηρεί τη διακριτική ευχέρειά του να μην αναγνωρίσει ένα άλλο, ειδικά μάλιστα εάν υπάρχει ζήτημα ιστορικών ή πολιτισμικών διεκδικήσεων που βαίνουν παράλληλα με τη διαδικασία της πολιτειακής υποστασιοποίησης.

  • Συμπερασματικά, η αναγνώριση κράτους δεν υποδηλώνει και κάποια αυτόματη αναγνώριση ονόματος ή ιστορίας κ.λπ., αλλά μόνο την αποδοχή της επιλογής του κυρίαρχου λαού της αναγνωριζόμενης οντότητας να ασκήσει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και να συστήσει πολιτειακές δομές, ώστε να συμμετέχει στο διεθνές γίγνεσθαι.

Όμως, ενώ στο νομικό επίπεδο η δημιουργία κράτους εξαρτάται και από τη στάση των υπόλοιπων μελών της διεθνούς κοινότητας, δηλαδή από την εκδήλωση της μονομερούς πράξης της αναγνώρισης κάθε κράτους, το όνομα αποτελεί αποκλειστική υπόθεση του υπό αναγνώριση κράτους.

  • Βέβαια, υπάρχει η εξαιρετική περίπτωση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας (1995) με την οποία η Ελλάδα επέβαλε στην κυβέρνηση των Σκοπίων το προσωρινό όνομα πΓΔΜ σε διεθνές θεσμικό επίπεδο.

 Υπό αυτή την έννοια, η χρήση της προσωρινής ονομασίας πΓΔΜ στις σχέσεις μας με τη γειτονική μας χώρα,   κατοχύρωνε ισχυρότερη διπλωματική θέση για την Ελλάδα σε διεθνές θεσμικό επίπεδο και της εξασφάλιζε εκ των πραγμάτων ένα σαφές διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, ενόψει της προοπτικής συνομολόγησης μιας τελικής συμφωνίας που  θα  επέλυε το ονοματολογικό και τα συναφή με αυτό ζητήματα.

Ενώ λοιπόν η πΓΔΜ έγινε μέλος του ΟΗΕ με το προσωρινό όνομά της,  δεκαπέντε χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 2008, στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, η γειτονική μας χώρα επιδίωξε να ενταχθεί στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο με το συνταγματικό όνομά της.     Η ελληνική κυβέρνηση αποδέχθηκε την υιοθέτηση σύνθετης ονομασίας προκειμένου να λάβει η πΓΔΜ επίσημη πρόσκληση για ένταξη στο ΝΑΤΟ – χάρη σε αυτόν τον διαπραγματευτικό ελιγμό– διαμόρφωσε και κινητοποίησε ευρύτατη ενδοσυμμαχική στήριξη στις ελληνικές θέσεις.

 

  Ο νομικά «ιδιαίτερος» χαρακτήρας των θεμελιωδών διατάξεων στις παραγράφους 3 & 4 του Άρθρου 1 που αποτελούν τον πυρήνα της Συμφωνίας των Πρεσπών

        Στις Τελικές Διατάξεις του Άρθρου 20 της Συμφωνίας περιλαμβάνεται και η παράγραφος 9, με την οποία επιχειρείται η θεμελίωση  της  ισχύος  της για αόριστο χρονικό διάστημα, καθώς επίσης και ο αμετάκλητος χαρακτήρας της.

       Επιπλέον, απαγορεύεται η τροποποίηση του Άρθρου 1(3) & (4), δηλαδή των παραγράφων που περιλαμβάνουν το όνομα και τις χρήσεις του, τη γλώσσα και την υπηκοότητα, και την αλληλουχία των ενεργειών στην οποία οφείλουν οι αντισυμβαλλόμενοι να συμμορφωθούν, προκειμένου να τεθεί η Συμφωνία σε ισχύ.

Παρά το γεγονός, ότι η παραπάνω κρίσιμη διάταξη αναδεικνύει τη σημασία της απαρέγκλιτης συμμόρφωσης των δύο κρατών με τον πυρήνα της ρύθμισης που περιέχει η Συμφωνία των Πρεσπών στο Άρθρο 1(3) & (4), το δικαιοπρακτικό θεμέλιο είναι ένα, και αναφέρεται στη σύμπτωση της βούλησης των δύο κρατών.

Επομένως, παρά την επιχειρούμενη αυστηροποίηση αυτού του τμήματος της Συμφωνίας, τα κράτη δεν εμποδίζονται να καταγγείλουν μια σύμβαση με αόριστη χρονική διάρκεια, πολλώ δε μάλλον μια διμερή σύμβαση, εφόσον κάτι τέτοιο προκύπτει από τη φύση της συμφωνίας ή να τροποποιήσουν σε μεταγενέστερο χρόνο τις διατάξεις της με κοινή συναίνεση, ακόμα κι αν αυτές είναι κρίσιμες αναφορικά με την επίλυση της διαφοράς.

   Σε κάθε περίπτωση, η Συμφωνία των Πρεσπών καταρτίστηκε σε εκτέλεση  της  υποχρέωσης  που  προκύπτει από τις σχετικές Αποφάσεις  του  Συμβουλίου Ασφαλείας, οι οποίες εξακολουθούν να προσδιορίζουν  το  προσήκον  θεσμικό  πλαίσιο που θα μπορούσε να προσδώσει τη νομικά ανώτερη ιεραρχική ισχύ και το ιστορικό-πολιτικό απαραβίαστο υπέρ των κρίσιμων διατάξεων της Συνθήκης.

Αυτή ακριβώς η αδυναμία εγκαθίδρυσης ιεραρχικά υπέρτερων υποχρεώσεων σχετικά με το ονοματολογικό και τα συναφή με αυτό ζητήματα που θα ενίσχυαν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο μεταξύ των δύο συμβαλλομένων, μας εισάγει στη λογική του erga omnes, η οποία σαφώς και δεν θεραπεύεται ούτε προωθείται αποτελεσματικά από τη διάταξη του Άρθρου 20(9) της Συμφωνίας.

  Η αδυναμία δημιουργίας ενός grosso modo (χοντρικά) αντικειμενικού καθεστώτος που θα καθίδρυε υποχρεώσεις για όλα τα κράτη, επιτρέπει σε οποιοδήποτε τρίτο ενδιαφερόμενο μέρος να χρησιμοποιεί τον όρο «Δημοκρατία της Μακεδονίας», όπως πράττει η Τουρκία  εδώ  και  πολλά χρόνια, σε όλα τα επίσημα έγγραφα του ΝΑΤΟ, με τη θέση σε αστερίσκο της υποσημείωσης, ότι  αναγνωρίζει  την πΓΔΜ με τη συνταγματική της ονομασία.

   Η προϋπόθεση/κόκκινη γραμμή erga omnes

            Σύμφωνα με την κρίσιμη διάταξη της Συμφωνίας των Πρεσπών, τα κράτη θα χρησιμοποιούν την ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» και τις υπόλοιπες ορολογίες της παραγράφου 3 του ίδιου Άρθρου «για όλες τις χρήσεις και για όλους τους σκοπούς erga omnes, ήτοι, εσωτερικά, σε όλες τις διμερείς σχέσεις τους και σε όλους τους περιφερειακούς και διεθνείς Οργανισμούς και θεσμούς».  Ωστόσο, η ίδια η διάταξη περικλείει μια εσωτερική εννοιολογική αντίφαση, εφόσον βέβαια δεν επιχειρεί να επικαλύψει το έλασσον αποτέλεσμα με τη χρήση ενός μείζονος και απόλυτου όρου.

            Ειδικότερα, ο όρος erga omnes («έναντι πάντων»), σημαίνει την υιοθέτηση και εφαρμογή της ίδιας ονομασίας για εσωτερική και εξωτερική χρήση απέναντι σε όλους τους διεθνείς δρώντες.

Σε κατακλείδα, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, πως η ονοματολογική διένεξη μεταξύ Ιρλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου επιβεβαιώνει την επιβίωση του δόγματος της γνωστικής ασυμφωνίας, ακόμη και μετά την επίλυση των ονοματολογικών ζητημάτων μεταξύ των κρατών, τουλάχιστον όσο δεν επιλύονται οριστικά τα πραγματικά επίδικα.

Με άλλα λόγια, αποδεχόμαστε ότι τα όρια της γλώσσας κάθε κράτους, συμπίπτουν  με  τα  όρια  του κόσμου του. Και αυτά τα όρια του κόσμου του διαμορφώνουν μια ταυτότητα, η αποδοχή της οποίας προϋποθέτει την εφαρμογή του αξιώματος του Πιραντέλο, επαληθεύοντας τα περί της γνωστικής ασυμφωνίας: «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε».

 

   Γνωστική ασυμφωνία, erga omnes και Συμφωνία των Πρεσπών

           Η Συμφωνία των Πρεσπών, όπως και η αντίστοιχη που υπογράφηκε ένα χρόνο πριν ανάμεσα στην πΓΔΜ και τη Βουλγαρία,  ασφαλώς και ακολουθεί το μοντέλο της γνωστικής ασυμφωνίας. Όμως, αντί μιας αμετάφραστης διατύπωσης στην εθνική γλώσσα του αντισυμβαλλομένου, με ενιαία και καθολική χρήση τόσο στο εσωτερικό όσο και στις διμερείς και πολυμερείς σχέσεις της εν λόγω χώρας, η λειτουργία του erga omnes διασπάται, ανάλογα με τη διαφορετική νομική θεμελίωση της χρήσης του επίμαχου ονόματος «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας».

Πρώτον, για τις μεν διμερείς σχέσεις και για εσωτερική (εντός πΓΔΜ) χρήση, όπου η υποχρέωση θεμελιώνεται συμβατικά για τα δύο κράτη, ο όρος παραμένει αμετάφραστος στην εθνική γλώσσα της πΓΔΜ (‘Republika Severna Makedonija’) και με αυτή τη μορφή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη και από τη μη σλαβόφωνη αντισυμβαλλομένη Ελλάδα.

         Δεύτερον, για τις διμερείς  και  πολυμερείς σχέσεις της πΓΔΜ με τρίτα διεθνή νομικά υποκείμενα, όπου η αυστηρή εκδοχή (ενιαίο και αμετάφραστο του ονόματος) θα διέπλαθε τελικά ένα – αντιτάξιμο κατά κυριολεξία έναντι πάντων – αντικειμενικό καθεστώς, επιλέγεται η οδός του σχετικισμού και προκρίνεται η κυριαρχική ευχέρεια της πΓΔΜ να «συστήνεται» στο διεθνές περιβάλλον, όπως κατά βάση η ίδια επιθυμεί, σεβόμενη τις διεθνείς της δεσμεύσεις.

          Επομένως, αντί της εγκαθίδρυσης μιας αυστηρής υποχρέωσης αποτελέσματος (σύμφωνα με την οποία η πΓΔΜ οφείλει να ταυτοποιείται στο διεθνές πεδίο ως «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας»), ιδρύεται βασικά μια υποχρέωση μέσων (η πΓΔΜ θα πράξει τα δέοντα προκειμένου να αναφέρονται οι τρίτοι δρώντες σ’ αυτήν ως «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας»).

       Επιπρόσθετα, η Συμφωνία όντως ρυθμίζει το ζήτημα της υπηκοότητας / ιθαγένειας («nationality» / «citizenship»), αλλά μέσω αυτού αναμφίβολα επενεργεί και στο ζήτημα της εθνικής ταυτότητας.

   Ορισμένες επιλογικές παρατηρήσεις

 

        Συνολικά, οι όροι που συμφωνήθηκαν για την ιθαγένεια και τη γλώσσα  αποτελούν ουσιαστικά και κρίσιμα διαπραγματευτικά κέρδη για την πΓΔΜ, τα οποία μπορεί να τα αξιοποιήσει κατάλληλα, ώστε χωρίς να παραβιάζει τη Συμφωνία, να σφραγίσει το αφήγημα του «Μακεδονισμού» και να καθιερώσει μακεδονική εθνική συνείδηση και μακεδονική ιστορία, απαλλαγμένες μάλιστα από το ανάθεμα του αλυτρωτισμού.

Η δημιουργία της Κοινής Διεπιστημονικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων  για ιστορικά, αρχαιολογικά και εκπαιδευτικά θέματα πιθανόν θα περιέλθει σε ανυποληψία και αργία, καθώς αντίστοιχες επιτροπές στα Βαλκάνια μάλλον έχουν αποτύχει και χρησιμοποιήθηκαν προσχηματικά.

Πολύ δε περισσότερο, η ρήτρα διαφυγής/πολιτισμικής διαφοροποίησης που περιέχεται στο Άρθρο 7 επιτρέπει και στις δύο πλευρές να χρησιμοποιούν τους  όρους  «Μακεδονία»  και «Μακεδόνες» σε «διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά», γεγονός που ενισχύει την ετεροβαρή σχέση που ιδρύει η Συμφωνία· το κράτος που θα ονομάζεται «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» και θα χρησιμοποιεί το όνομα «Μακεδονία» και τον όρο «Μακεδόνας», θα μπορεί να τον επιβάλλει ευχερέστερα και πιο αποτελεσματικά στις διεθνείς σχέσεις που αναπτύσσει, στο πλαίσιο της δικής του  ιστορικής αφήγησης, που πλέον θα την κατασκευάζει χωρίς αλυτρωτισμούς  και τον  σφετερισμό της αρχαίας ελληνικής ιστορίας.

Αντίθετα, το κράτος που περιλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα της ιστορικής Μακεδονίας και αναδέχεται τον ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά αυτής της περιοχής από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα  ονομάζεται Ελληνική Δημοκρατία, και στις διεθνείς σχέσεις της δεν θα έχει τη δυνατότητα να εννοιολογεί με την ίδια ένταση και αποτελεσματικότητα τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδονικός».

Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι η εθνική κόκκινη γραμμή του erga omnes παραβιάσθηκε ποικιλοτρόπως, καθώς – πέρα  από τη σχετικοποίηση της λογικής «έναντι πάντων» – το κείμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών επικυρώνει με τον πλέον επίσημο τρόπο το αφήγημα του «Μακεδονισμού» και έτσι υποσκάπτει και τη λογική της erga omnes σύνθετης ονομασίας.

Υπό αυτή την έννοια,

  • Η κυβέρνηση Ζάεφ πήρε περισσότερα απ’ όσα της επιτρέπει το αποτύπωμα της ισχύος της πΓΔΜ στο διεθνές περιβάλλον, χάρη στο γεγονός, ότι μετακινήθηκε από τις άκαμπτες θέσεις που είχε διαμορφώσει η προηγούμενη εθνικολαϊκιστική κυβέρνηση Γκρουέφσκι.

Αναμφίβολα, η αλλαγή του ονόματος ενός κράτους δεν είναι μια κοινή πρακτική. Ακόμα σπανιότερα, το όνομα ενός κράτους αποτελεί το αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης σε διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, πολλές φορές στο παρελθόν, έχουμε προειδοποιήσει ότι η επίλυση του ονοματολογικού είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Κάτω από την επιφάνεια, τα προβλήματα είναι πολύ μεγαλύτερα και σύνθετα, για να

Συνεπώς, η Συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι απλά η σκηνοθεσία  από  ένα   «παράθυρο ευκαιρίας»  για την επίτευξη ενός «έντιμου συμβιβασμού»,  αλλά μια άσκηση στη συγκυρία,  οι συνέπειες και οι αντοχές της οποίας θα δοκιμαστούν σκληρά, με πολιτικό και διπλωματικό κόστος, άμεσα,  αλλά  και σε βάθος χρόνου.

ΚΩΝΣΤ/ΝΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ – ΑΝ. ΚΑΘ. ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Δ.Π.Θ

Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νομικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης Το 1992 αναγορεύθηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Nottingham.

Η Συμφωνία των Πρεσπών του 2018 – πρόκειται για μία νέα Διεθνή Συνθήκη και τα δύο κράτη είναι πλέον συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση της Βιέννης, οπότε εφαρμόζεται η Σύμβαση της Βιέννης (1969). Επίσης, η Συμφωνία των Πρεσπών προβλέπει στο Άρθρο 1 παράγραφος 1 ότι με τη θέση της σε  ισχύ  λύεται  και  παύει  να  ισχύει η Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995.

(Α) Ο σκοπός και το αντικείμενο βρίσκονται στο προοίμιο των δύο διεθνών συνθηκών.

Η Ενδιάμεση Συμφωνία αποσκοπούσε σε μία προσωρινή  διευθέτηση, με αντικείμενο την εξομάλυνση των σχέσεων, μεταξύ των δύο κρατών, έτσι ώστε να είναι εφικτή η οριστική επίλυση όλων των εκκρεμών διαφορών, με κυριότερη αυτή του ονόματος του γειτονικού κράτους.

Η Συμφωνία των Πρεσπών ρητά αναφέρει ως σκοπό και αντικείμενό της την οριστική και βιώσιμη επίλυση όλων αυτών των διαφορών.

(Β) Δεύτερον, σχετικά με το όνομα της FYROM.

Το Άρθρο 5 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας απλά διαπίστωνε την ύπαρξη της διαφοράς σχετικά με το όνομα και προέβλεπε την υποχρέωση αναζήτησης λύσης μέσω διαπραγματεύσεων στο μέλλον.

Όπως ανέφερε πριν από πολλά χρόνια ο αείμνηστος Κρατερός Ιωάννου, εκ των βασικών διαπραγματευτών και συντακτών της Ενδιάμεσης Συμφωνίας υιοθετήθηκε η λύση του «φερετζέ». Αυτή ήταν η έκφραση που χρησιμοποίησε. Δηλαδή, το πάγωμα της διαφοράς και η κάλυψή της ή το ρίξιμο κάτω από το χαλί, ώστε να αναπτυχθούν οι διμερείς σχέσεις σε διπλωματικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο, παρά τη διαφορά για το όνομα, και η αμοιβαία αποδοχή των διαφορετικών θέσεων των μερών γι’ αυτό το ζήτημα.

Παρά το γεγονός ότι το Διεθνές Δικαστήριο έκρινε το 2011 ότι η συνέχιση των διαπραγματεύσεων, τότε επί 16 έτη, δεν συνιστούσε παραβίαση της υποχρέωσης που διέπει τη διεξαγωγή τους και η οποία είναι, σύμφωνα με την υπόθεση της Υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας, ότι πρέπει να γίνονται με καλή πίστη και να έχουν ουσιαστικό νόημα, δηλαδή, να υπάρχει η βούληση να καταλήξουν σε αποτέλεσμα , η συμπεφωνημένη εκκρεμότητα περί το όνομα φαίνεται να δημιούργησε ένα πλαίσιο, ότι το όλο ζήτημα αφέθηκε να λυθεί, στην πράξη, από την ίδια τη ζωή.

  • Αυτό προκύπτει από το γεγονός, ότι η μεν χώρα μας φαινόταν ικανοποιημένη από την προσωρινή ονομασία πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας στην Απόφασης 817/7-4-1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας – παρόλο που περιείχε τον όρο Μακεδονία – ενώ το γειτονικό κράτος αναγνωρίστηκε με το όνομα που το ίδιο επέλεξε, δηλαδή, Δημοκρατία της Μακεδονίας, από ένα πολύ μεγάλο αριθμό κρατών-μελών του ΟΗΕ.

Η συνεχιζόμενη εκκρεμότητα του ονόματος αποτελούσε παράγοντα υπονόμευσης του σκοπού της Ενδιάμεσης Συμφωνίας για την οικοδόμηση φιλικών σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών και εν δυνάμει πηγή προστριβών. Αυτό φάνηκε το 2008, όταν η FYROM προσέφυγε κατά της Ελλάδος στο Διεθνές Δικαστήριο, επικαλούμενη παραβίαση του Άρθρου 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Στην απόφαση που εξέδωσε το Διεθνές Δικαστήριο το 2011, δέχθηκε τις αιτιάσεις της FYROM και έκρινε υπέρ της.

  • Η Συμφωνία των Πρεσπών επιλύει οριστικά το ζήτημα του ονόματος και εισάγει στο Άρθρο 1, παράγραφος 4, μία συγκεκριμένη διαδικασία για τον σκοπό αυτό, η οποία αποτελείται συνολικά από έξι στάδια.

( Γ) Η διαδικασία αυτή, των έξι σταδίων, αφορά και τον τρόπο της θέσεως σε ισχύ της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η Συμφωνία υπόκειται σε επικύρωση, έχοντας προηγουμένως λάβει την έγκριση των Κοινοβουλίων των δύο κρατών.

Αντίθετα, η Ενδιάμεση Συμφωνία τέθηκε σε ισχύ 30 μέρες μετά την υπογραφή της,  χωρίς να  προηγηθεί  κύρωση  από τα εθνικά Κοινοβούλια, ώστε να ακολουθήσει επικύρωση.

Επί του παρόντος, έχει τεθεί προσωρινά σε  ισχύ  μόνο το Άρθρο 8, παράγραφος 5, της Συμφωνίας των Πρεσπών. Επομένως, ως προς το σύνολο, σχεδόν, αυτής της Συμφωνίας, εφαρμόζεται μόνο το Άρθρο 18 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969, ότι δηλαδή τα δύο συμβαλλόμενα  μέρη  πρέπει  να  απέχουν  από  κάθε  ενέργεια, η οποία θα αναιρεί τον σκοπό και το αντικείμενο της Συνθήκης.

Πρέπει να επισημάνουμε, επίσης, ότι ενώ η Ενδιάμεση Συμφωνία προβλέπει ρητά τη δυνατότητα καταγγελίας (Άρθρο 23 παράγραφος 2), δε συμβαίνει το ίδιο με τη Συμφωνία των Πρεσπών (Άρθρο 20 παράγραφος 9.

(Δ) Όσον αφορά την εισδοχή σε διεθνείς οργανισμούς, σύμφωνα με το Άρθρο 11 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, η Ελλάδα δε θα προβάλει αντίρρηση σε αίτηση εισδοχής της FYROM σε διεθνείς ή περιφερειακούς οργανισμούς, εκτός αν και στο μέτρο που η FYROM αναφερόταν σε αυτούς τους οργανισμούς με όνομα διαφορετικού του προσωρινού, που προβλέπει η απόφαση 817/7-4-1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Επρόκειτο για μία υποχρέωση συμπεριφοράς, η οποία βάρυνε τη χώρα μας, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα μιας αίτησης εισδοχής της FYROM, μέσω της διαδικασίας που προβλέπει το καταστατικό ενός Οργανισμού.

Επιπλέον, η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου, του 2011, ερμήνευσε πολύ στενά το Άρθρο 11, παράγραφος 1, εδάφιο 2. Έκρινε ότι η αντίρρηση της Ελλάδος επιτρεπόταν μόνο στην περίπτωση που το διαφορετικό  όνομα (από αυτό της απόφασης 817) θα χρησιμοποιούταν μόνο από τους ίδιους τους διεθνείς οργανισμούς. Δεν αφορούσε τη χρήση του συνταγματικού ονόματος «Δημοκρατία της Μακεδονίας» από τα υπόλοιπα  κράτη-μέλη  ή την ίδια τη FYROM, στο εσωτερικό των διεθνών οργανισμών.

  • Στην περίπτωση της  Συμφωνίας των Πρεσπών,  υπάρχει μόνο ένα  όνομα  το οποίο θα χρησιμοποιείται,  σε αντίθεση με την Ενδιάμεση Συμφωνία, που υπήρχε η ανταγωνιστική χρήση δύο διαφορετικών ονομάτων, του προσωρινού στον ΟΗΕ και του συνταγματικού της FYROM.
  • Η δε Ελλάς, θα επικυρώσει την εισδοχή της FYROM σε ένα διεθνή οργανισμό, μόνο μετά τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Αυτό συνεπάγεται ότι η FYROM μπορεί να γίνει μέλος ενός οργανισμού, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει το καταστατικό του και η Ελλάς θα το αποδεχθεί, υπό την αναβλητική αίρεση της θέσης σε ισχύ της Συμφωνίας, χωρίς αυτό να θεωρηθεί «αντίρρηση», σύμφωνα με την απόφαση του 2011, την οποία η Ελλάδα έχει την υποχρέωση να εφαρμόσει.

Όπως επισημαίνεται ρητά στην τελική διακήρυξη της Συνόδου της 11ης Ιουλίου 2018, η διαδικασία θα ολοκληρωθεί μετά την πλήρη εκπλήρωση όλων των προβλεπόμενων εσωτερικών διαδικασιών που προβλέπει η Συμφωνία των Πρεσπών. Και αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, διότι το ΝΑΤΟ και τα κράτη-μέλη του αποδέχονται και υιοθετούν τη διαδικασία που συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο συμβαλλομένων μερών της Συμφωνίας.

 Έτσι, παρόλο που τα μέρη στη Συμφωνία των Πρεσπών δεν φαίνεται να είχαν την πρόθεση να εισάγουν υποχρέωση για ένα τρίτο μέρος –  εδώ, το ΝΑΤΟ (και τα κράτη / μέλη του) – με τη στάση του, ευθυγραμμίζεται με τη διμερή Συμφωνία.

(Ε) Σχετικά με την πρόληψη και καταστολή πράξεων εχθρικής δραστηριότητας και προπαγάνδας τόσο η Ενδιάμεση Συμφωνία (Άρθρο 7) όσο και η Συμφωνία των Πρεσπών (Άρθρο 6, παράγραφος 1) προβλέπουν την λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την απαγόρευση εχθρικών δραστηριοτήτων ή προπαγάνδας από κρατικές υπηρεσίες ή φορείς ελεγχόμενους από το κράτος. Ειδικότερα, η Συμφωνία των Πρεσπών προβλέπει την άμεση υιοθέτηση αυτών των μέτρων.

Η Συμφωνία των Πρεσπών, προβλέπει μια περισσότερο αυστηρή και διεξοδική υποχρέωση προσήκουσας επιμέλειας, ως αυτοτελούς πρωτογενούς κανόνα, η οποία συνίσταται σε υποχρέωση συμπεριφοράς και αποτελέσματος. Περιλαμβάνει εκτός από την αποθάρρυνση, την πρόληψη και καταστολή των συγκεκριμένων πράξεων.

(ΣΤ) Τέλος, σχετικά με την επίλυση των διαφορών, τόσο η Ενδιάμεση Συμφωνία, όσο και η Συμφωνία των Πρεσπών επαναλαμβάνουν την προσήλωση και των δύο κρατών στη γενική υποχρέωση ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.

Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά διαφορές που τυχόν ανακύψουν σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της, η Ενδιάμεση Συμφωνία περιλαμβάνει στο Άρθρο 21 συνυποσχετική ρήτρα, σύμφωνα με το Άρθρο 36, παράγραφος 1 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου, η οποία θεμελιώνει την αρμοδιότητα του δικαστηρίου για την επίλυση αυτών των διαφορών, με εξαίρεση το ζήτημα του ονόματος και επιτρέπει την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, με μονομερή προσφυγή.

Η σχετική ρύθμιση στη Συμφωνία των Πρεσπών διαφοροποιείται από την Ενδιάμεση Συμφωνία. Το Άρθρο 19 εισάγει την υποχρέωση επίλυσης των διαφορών με τη χρήση, κατά υποχρεωτική σειρά προτεραιότητας:

  • Πρώτον διαπραγματεύσεων,
  • Δεύτερον τη διακριτική ευχέρεια χρήσης των καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για την επίλυση της διαφοράς, εάν τα μέρη αδυνατούν να επιλύσουν τη διαφορά μέσω των διαπραγματεύσεων.
  • Τρίτον, με υποβολή της διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο, αν αυτή δεν επιλυθεί με τις προηγούμενες διαδικασίες. Αλλά ακόμη και τότε, η υποβολή της διαφοράς θα γίνεται από κοινού, με ειδική συμφωνία και μόνο αν αυτή δε γίνει εφικτή εντός έξι (6) μηνών θα επιτρέπεται η μονομερής προσφυγή.

Σε κάθε περίπτωση η υποβολή της διαφοράς στο Δικαστήριο, πρώτον  με  ειδική συμφωνία  και  μετά παρέλευση έξι μηνών με μονομερή προσφυγή,  δεν  μπορεί  να  αιφνιδιάσει  πλέον  καμία  από τις δύο πλευρές και είναι ελεγχόμενη.

 

Ουρσουζίδης Ν. Γιώργος

Βουλευτής Ημαθίας του ΣΥΡΙΖΑ

* Την επόμενη βδομάδα θα παρουσιαστούν γενικά συμπεράσματα και η εισήγηση/ομιλία  του Ν. Κοτζιά.

Προηγούμενο άρθροΟι τιμές παραγωγού εξαντλούνται- Της Ειρήνης Αιμονιώτη
Επόμενο άρθροΑΠ. ΒΕΣΥΡΟΠΟΥΛΟΣ: “Να επαναξεταστεί ο αποκλεισμός χωριών της Ημαθίας από το νέο χάρτη των μειονεκτικών περιοχών”