Δύο σπονδές στον Κυβερνήτη Καποδίστρια – Του Κωνσταντίνου Τασούλα*

 «H μέρα», λέει ο ποιητής, «ήτανε ζεστή και ποιητική, ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό, το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης, των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη». Eτσι περιγράφει ο Καβάφης τη μέρα που η Κλεοπάτρα παρουσίασε στους Αλεξανδρινούς τα παιδιά της. Eτσι νιώθω κι εγώ σήμερα. Η μέρα είναι λαμπρή και ποιητική, ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό και η ψυχική πολυτέλεια όλων μας έκτακτη. Μια ψυχική πολυτέλεια που τη δίνει η βεβαιότητα ότι δικαιώνουμε, 190 χρόνια μετά τη δολοφονία του, τον πρώτο Κυβερνήτη της χώρας, εδώ στην Αίγινα, που είναι η Γη Δελφύς του νεοελληνικού κράτους.

Η μήτρα που γέννησε το νεοελληνικό κράτος, το οποίο δεν ξεκίνησε από το μηδέν, διότι και ο Καποδίστριας, γνώστης της Ιστορίας προφανώς, στον λόγο που έβγαλε στη Μητρόπολη του νησιού, μίλησε για εθνική και πολιτική ανακαίνιση, δεν μίλησε για εθνική και πολιτική εκκίνηση, γιατί ήξερε ότι η Ελλάδα έχει συνέχεια, έχει ρίζες κι έχει και προοπτική. Έτσι λοιπόν, γεμάτοι μνήμη, γεμάτοι ευγνωμοσύνη, είμαστε εδώ σήμερα για να τιμήσουμε τον πρώτο Κυβερνήτη της χώρας, στο νησί όπου αντίκρισε όλα εκείνα που τον έθεσαν αντιμέτωπο με την αποστολή του. Και την οποία μέσα σε τρία χρόνια, οχτώ μήνες και είκοσι μία μέρες, έφερε εις πέρας. Και την έφερε εις πέρας υπό συνθήκες που για μας τους νεότερους Έλληνες, και ιδίως για τη δική μου γενιά, την αρκετά μεταπολεμική γενιά, είναι αδιανόητες.

Ο Ύμνος προς την Ελευθερία, του οποίου ξέρουμε κυρίως τις δύο πρώτες στροφές, έχει μια συγκλονιστική σκηνή και περιγράφει πώς διεξαγόταν τότε ο Αγώνας. Και λέει ο Ύμνος προς την Ελευθερία –δεν θέλω να αδικήσω τη δύναμη του κειμένου από την ασθενική μου μνήμη– «Κοίτα χέρια απελπισμένα, πώς θερίζουνε ζωές, χάμω πέφτουνε κομμένα, χέρια, πόδια, κεφαλές». Αυτό κράτησε περίπου εννιά χρόνια. Και για να καταλάβετε τη σημασία αυτής της αγριότητας, αυτής της σκληρότητας, αυτής της αβάσταχτης πολεμικής αναμέτρησης, θα πρέπει να αναλογιστείτε πόσο εύκολα σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη «αγωνιστής», «αγώνας», και αυτοκαθοριζόμεθα ως αγωνιστές, χωρίς να έχουμε την παραμικρή επίπτωση στη ζωή μας. Για πάτε 200 χρόνια πίσω, να καταλάβετε τι σημαίνει αγωνιστής και μήπως κοντά στις δικαιώσεις των προσώπων θα πρέπει να έρθει και η δικαίωση των λέξεων, ώστε κάθε μία από αυτές, όταν εκστομίζεται, να έχει την πραγματική βαρύτητα και όχι την υπερβολική βαρύτητα που θέλουμε να της δίνουμε.

Το παλιό λιμάνι της Αίγινας σε λιθογραφία του Cristopher Wordsworth, 1882 (Συλλογή: Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη) Επανέρχομαι στον Καποδίστρια και στην Αίγινα. Και λέω ότι εάν σήμερα έχει αξία αυτό που κάνετε εδώ, ο Δήμος Αίγινας, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, η Επιτροπή 2021 της Αίγινας, με τη συμπαράσταση της Βουλής των Ελλήνων, η αξία του έγκειται εις το ότι θα πρέπει να κάνουμε δύο σπονδές σήμερα, σε δύο στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον Καποδίστρια και τον δικαιώνουν. Η μία σπονδή είναι ότι πρέπει να αντιληφθούμε πως η Ιστορία πρέπει να μας απασχολεί περισσότερο από ό,τι η συγκυρία. Ο Καποδίστριας σε επιστολή του προς τον Εϋνάρδο λέει, αυτό που περίπου υπονόησε ο κ. Κοττάκης, ότι «ας γράφουν και ας λένε ό,τι θέλουν, για εμένα μετράει η μαρτυρία των πράξεων μου». Απλώς είναι άδικο για τη χώρα η δικαίωση των πράξεων να έρχεται μετά από δεκαετίες ή εκατονταετίες. Πρέπει όλοι να προσπαθούμε να φέρουμε κοντά τη συγκυρία με την Ιστορία και να φερόμεθα ως ιστορικά όντα κι όχι ως συγκυριακά. Γιατί εμείς χάνουμε όταν η συγκυρία μάς οδηγεί στο να δολοφονούμε τον Καποδίστρια και να τον τιμούμε 190 χρόνια μετά. Άρα χρειάζεται μια προσπάθεια να γίνουμε περισσότερο ιστορικά όντα και λιγότερο συγκυριακά. Δεν επιτυγχάνεται εύκολα αυτό.

Η ανθρώπινη φύση έχει μια ροπή προς την καθημερινότητα, μια ροπή προς τα βάσανα της ζωής και δεν μπορείς να απαιτείς να σκέφτεται ο καθημαγμένος καθημερινός άνθρωπος την Ιστορία. Οι ηγεσίες όμως οφείλουν να του παρουσιάζουν την πλευρά της Ιστορίας. Κι όπως έλεγε ένας σπουδαίος πολιτικός, «πολιτική είναι μια Ιστορία που αλλάζει, αλλά Ιστορία είναι μια πολιτική που δεν αλλάζει». Η δεύτερη σπονδή προς τον Καποδίστρια είναι η σπονδή προς την ιδιότητα κάποιων ανθρώπων να αγαπούν την πατρίδα τους και να αφοσιώνονται σ’ αυτή. Σήμερα δεν πιστεύουμε σε τίποτε. Είμαστε καχύποπτοι, νομίζουμε ότι όσοι ασχολούνται με τα κοινά, ασχολούνται για τον εαυτό τους. Και σπάνια πιστεύουμε πως κάποιος που ανακατεύεται με τα κοινά, με τα δημόσια πράγματα -που ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος απεκάλεσε τα δημόσια πράγματα, τον δημόσιο βίο, ως «τον δρόμο όπου στήνονται οι πιο πολλές ενέδρες»– δεν είναι ανιδιοτελής. Μία ενέδρα, ως γνωστόν, στοίχισε στον Καποδίστρια. Όλη αυτή λοιπόν η δυσπιστία, όλη αυτή η αποστασιοποίηση δεν επιτρέπει σε αξιόλογους ανθρώπους, σε αφοσιωμένους ανθρώπους, σε ανθρώπους της αυταπάρνησης, να γοητευθούν απ’ τον δημόσιο βίο. Και γοητεύονται περισσότερο, σε παγκόσμιο πλέον επίπεδο, άνθρωποι που είναι διακονιάρηδες δημοσιότητος, άνθρωποι που ανταμείβονται απ’ αυτό, γιατί κι εμείς οι ίδιοι ως πολίτες έχουμε υποκύψει στη γοητεία της εικόνας και δεν έχουμε αναδείξει την πρωταρχία της σημασίας των όσων έλεγε ο Καποδίστριας για τη μαρτυρία των πράξεων.

Η Βουλή των Ελλήνων σήμερα, εδώ, τιμά τη μνήμη του Καποδίστρια εμπράκτως, με μια έκθεση, με μια στήριξη, μ’ ένα λεύκωμα, με μια ψυχική διάθεση η οποία τιμά μια μνήμη αυτού που εγκαινίασε εδώ, στην Αίγινα, το Ελληνικό Κράτος. Το εγκαινίασε με παιδεία, με οικονομία, με θρησκεία, με πολιτισμό, με πρόνοια, με στρατιωτική φροντίδα, το εγκαινίασε με κάθε τρόπο. Με κάθε τρόπο εγκαινίασε το Ελληνικό Κράτος εδώ ο Καποδίστριας. Και πότε; Oταν ένα χρόνο πριν, το 1827, η Επανάσταση είχε περίπου εξαντλήσει τα όριά της. Κι όπως γράφει η Ιστορία του Ελληνικού Eθνους, στον 12ο τόμο, στον πρόλογο, μόλις ήρθε ο Καποδίστριας η κατάσταση άλλαξε άρδην. Επεκράτησε τάξη και ευνομία, με τα κριτήρια της εποχής, αναδιοργανώθηκε ο στρατός, ανακαταλήφθηκε η Στερεά Ελλάδα, αναθεωρήθηκαν παλιά Πρωτόκολλα προς όφελος των συμφερόντων της Ελλάδος και ανεξαρτητοποιήθηκε η χώρα, με τη Συμφωνία στο Λονδίνο, του Φεβρουαρίου του 1830, σε όρια ασφυκτικά μεν, αλλά ανεξάρτητη.

Για φανταστείτε τα όρια της τότε Ελλάδος, από τις εκβολές του Σπερχειού στις εκβολές του Ασπροποτάμου, του Αχελώου. Αυτά ήταν τα ασφυκτικά όρια της Ελλάδος. Και ο Καποδίστριας πέτυχε την ανεξαρτησία της χώρας και διεκδικούσε συνεχώς το μεγάλωμά της. Και το μεγάλωμά της έγινε, από τον Παγασητικό μέχρι τον Αμβρακικό, δυο-τρεις βδομάδες, χάρις σ’ αυτόν, μετά τη δολοφονία του. Δυο-τρεις βδομάδες μετά τη δολοφονία του μεγάλωσε η Ελλάδα. Σαν την απόπειρα δολοφονίας στον σταθμό της Λυών κατά του Βενιζέλου, όταν υπήρχε η Συνθήκη των Σεβρών. Γιατί δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε από τη συγκυρία και να αντικρίσουμε την Ιστορία. Το εξώφυλλο του ιστορικού λευκώματος «Η Αίγινα του Καποδίστρια». Σήμερα λοιπόν εδώ, τιμούμε έναν άνθρωπο, ο οποίος και μεγάλωσε την Ελλάδα και τη στερέωσε κι έβαλε τις βάσεις του τι είμαστε σήμερα.

Για φανταστείτε ότι την άνοιξη του 1828 πίεζε τους Γάλλους για να διώξουν μια ώρα αρχύτερα τα στρατεύματα του Ιμπραήμ, εκτός των άλλων, και γιατί ερχόταν ο θερισμός κι έπρεπε την εσοδειά του 1828 να την πάρουν οι Eλληνες και όχι οι Αιγύπτιοι. Για καταλάβετε πώς ήταν τότε τα πράγματα! Η εσοδειά του 1828 έπρεπε να μη λεηλατηθεί από τους Αιγυπτίους. Κι ήταν ο άνθρωπος ο οποίος, πριν έρθει στην Ελλάδα και στην Αίγινα, συνάντησε για μια βδομάδα τον ήρωα του Τραφάλγκαρ και τον νικητή του Ναυαρίνου, Κόδριγκτoν, στη Μάλτα. Εκεί τον γοήτευσε και τον έπεισε ότι δεν έρχεται ως εκπρόσωπος ή πράκτορας της Ρωσίας, αλλά έρχεται για να εφαρμόσει το Πρωτόκολλο του Λονδίνου. Και, προσέξτε, είναι ο άνθρωπος εκείνος που έπεισε τον Κόδριγκτoν, ο οποίος πήγε στην Αίγυπτο, είδε τον Βαλή της Αιγύπτου, ο οποίος πείσθηκε και έστειλε μεταγωγικά από την Αίγυπτο και πήρε τον στρατό του Ιμπραήμ κι απαλλάχτηκε η Πελοπόννησος. Βλέπετε, δηλαδή, ότι όταν άρχισε η διπλωματική φάση του Αγώνα, οι Eλληνες, η Βουλή, οι πρόγονοί μας αποφάσισαν να φέρουν τον κορυφαίο Eλληνα της εποχής εκείνης και κορυφαίο διπλωμάτη για να εφαρμόσει τη σωστή πολιτική.

Τιμώντας λοιπόν τον Καποδίστρια σήμερα, εδώ, τιμούμε την προσήλωσή μας στην ιστορική ματιά της ζωής μας, τιμούμε την προσήλωσή μας προς ανθρώπους που μπορούμε και οφείλουμε να τους διακρίνουμε, που αγαπούν την πατρίδα και αφοσιώνονται σ’ αυτή και αποφασίζουμε να δικαιώνουμε τέτοιες φυσιογνωμίες, όχι 200 χρόνια μετά, αλλά –ει δυνατόν– ταυτόχρονα με τη ζωή τους. Αυτό θα ήταν το μέγιστο όφελος για τη χώρα.

——————————————————————————–

* Ο Κωνσταντίνος Τασούλας είναι Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων. Το κείμενο αυτό είναι απόσπασμα της ομιλίας του στα εγκαίνια της έκθεσης «Το Κυβερνείο της Αίγινας υποδέχεται και πάλι τον Ιωάννη Καποδίστρια».
Προηγούμενο άρθροΔιαχειρίσιμα από τις τράπεζες τα «κόκκινα» δάνεια της κρίσης
Επόμενο άρθροΑπό τα τέλη Ιουνίου οι αυξημένες ροές τουριστών στην Ελλάδα – Μέχρι τώρα έχει ανοίξει το 10% των ξενοδοχείων