
*Γράφει ο Βασίλης Κωνσταντινόπουλος MSc Στην Διοίκηση Μονάδων Υγείας
Υπάρχουν στιγμές που μια πολιτική απόφαση δεν κρίνεται από τις καλές προθέσεις όσων την πήραν, αλλά από τα αποτελέσματά της. Η απολιγνιτοποίηση στην Ελλάδα είναι, κατά την άποψή μου, μία από αυτές τις περιπτώσεις.
Δεν γράφω αυτές τις γραμμές γιατί αρνούμαι την ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος, αντίθετα πιστεύω ακράδαντα ότι η πράσινη μετάβαση είναι αναγκαία. Εκεί που διαφωνώ είναι στον τρόπο με τον οποίο επιχειρήθηκε από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας . Μια μετάβαση χωρίς ολοκληρωμένο σχέδιο, χωρίς επαρκή προετοιμασία και χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψη οι πραγματικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία.
Το αποτέλεσμα το βλέπουμε όλοι γύρω μας. Η Ελλάδα δεν έχασε μόνο έναν εγχώριο ενεργειακό πόρο. Έχασε ένα σημαντικό μέρος της ενεργειακής της αυτονομίας. Χάθηκαν χιλιάδες θέσεις εργασίας, αποδυναμώθηκαν ολόκληρες τοπικές κοινωνίες και αυξήθηκε η εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενες πηγές ενέργειας. Και τελικά, αυτός που πληρώνει τον λογαριασμό είναι ο Έλληνας πολίτης.
Όποιος έχει επισκεφθεί την Πτολεμαΐδα, την Κοζάνη, το Αμύνταιο, τη Φλώρινα ή τη Μεγαλόπολη γνωρίζει ότι ο λιγνίτης δεν ήταν απλώς μια μορφή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Ήταν η οικονομική καρδιά ολόκληρων περιοχών. Ήταν οι δουλειές χιλιάδων ανθρώπων, τα μικρά καταστήματα, οι οικογένειες που έμειναν στον τόπο τους γιατί υπήρχε εργασία και προοπτική.
Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική. Εκτιμάται ότι περισσότερες από 20.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας επηρεάστηκαν ή χάθηκαν. Πίσω από κάθε αριθμό, όμως, δεν υπάρχει μια στατιστική. Υπάρχει ένας άνθρωπος, μια οικογένεια, ένας νέος που αναγκάστηκε να φύγει για να αναζητήσει αλλού το μέλλον του.
Πριν από λίγες εβδομάδες, οι εικόνες από τη Μαυροπηγή Κοζάνης έκαναν τον γύρο της Ελλάδας. Τρεις γιγαντιαίοι καδοφόροι εκσκαφείς της ΔΕΗ ανατινάχθηκαν στο πλαίσιο της απόσυρσής τους. Για κάποιους ήταν απλώς παλιά μηχανήματα. Εγώ είδα κάτι διαφορετικό. Είδα μια χώρα να αποχαιρετά βιαστικά ένα κομμάτι της παραγωγικής της ιστορίας, χωρίς να έχει ακόμη χτίσει με την ίδια βεβαιότητα το ενεργειακό της αύριο.
Το ίδιο αίσθημα προκαλεί και η Πτολεμαΐδα V. Ένα έργο που κόστισε περίπου 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ, σχεδιάστηκε ως μία από τις πιο σύγχρονες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής της Ευρώπης και μέσα σε ελάχιστα χρόνια αλλάζει ενεργειακό προσανατολισμό. Δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ: πόσο σοβαρός ήταν τελικά ο σχεδιασμός όταν μια τόσο μεγάλη επένδυση αλλάζει ρότα τόσο γρήγορα;
Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι, ενώ αρκετές ευρωπαϊκές χώρες και στον παγκόσμιο ιστό μετά την ενεργειακή κρίση επέλεξαν να επανεξετάσουν τον ρυθμό της ενεργειακής τους μετάβασης, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην ενεργειακή ασφάλεια, η Ελλάδα συνέχισε μια πορεία που μας άφησε περισσότερο εκτεθειμένους στις διεθνείς αναταράξεις.
Δεν είμαι αντίθετος στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Είμαι αντίθετος στην έλλειψη σχεδίου. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι σε μια χώρα με τόσο μεγάλες δυνατότητες επιλέχθηκε να τοποθετηθούν εκτεταμένα φωτοβολταϊκά ακόμη και σε παραγωγικές αγροτικές εκτάσεις, όταν υπήρχαν χιλιάδες στέγες κατοικιών, δημόσια κτίρια, εργοστάσια και αποθήκες που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν κατά προτεραιότητα. Η παραγωγική γη δεν αναπληρώνεται εύκολα, είναι εθνικό κεφάλαιο.
Αντίστοιχα, η ανάπτυξη μεγάλων αιολικών πάρκων απαιτεί πολλές φορές νέους δρόμους και σημαντικές τεχνικές παρεμβάσεις σε ορεινές ή δασικές περιοχές. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνονται τέτοια έργα. Σημαίνει όμως ότι χρειάζεται σοβαρός χωροταξικός σχεδιασμός, διαφάνεια και πραγματικός σεβασμός στο φυσικό περιβάλλον και στις τοπικές κοινωνίες.
Το πιο οξύμωρο, όμως, είναι άλλο. Η χώρα επένδυσε δισεκατομμύρια ευρώ στην παραγωγή «πράσινης» ενέργειας, αλλά δεν προχώρησε με την ίδια αποφασιστικότητα στις επενδύσεις που θα επέτρεπαν να αξιοποιείται αποτελεσματικά αυτή η ενέργεια. Η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, οι μεγάλες μπαταρίες, τα αντλησιοταμιευτικά έργα και ο εκσυγχρονισμός των δικτύων δεν προχώρησαν με τον ρυθμό που απαιτούσε η ίδια η μετάβαση. Έτσι, δημιουργείται η εύλογη αίσθηση ότι χτίστηκε πρώτα η βιτρίνα και αφέθηκαν για αργότερα τα θεμέλια.
Και τελικά ποιος πληρώνει το τίμημα; Όχι οι κυβερνήσεις. Όχι όσοι σχεδίασαν αυτές τις πολιτικές. Το πληρώνει ο συνταξιούχος που δυσκολεύεται να πληρώσει τον λογαριασμό του ρεύματος, ο μισθωτός, ο εργαζόμενος στον ιδιωτικό και τον Δημόσιο τομέα . Το πληρώνει η ελληνική οικογένεια που βλέπει το κόστος ζωής να αυξάνεται. Το πληρώνει ο αγρότης, ο επαγγελματίας, η μικρή επιχείρηση που προσπαθεί να επιβιώσει.
Η ενέργεια δεν είναι ιδεολογία. Δεν είναι επικοινωνία. Δεν είναι ένας ακόμη δείκτης σε μια κυβερνητική παρουσίαση. Είναι εθνική ισχύς.
Είναι παραγωγή.
Είναι εργασία.
Είναι ανάπτυξη.
Είναι η δυνατότητα μιας χώρας να στέκεται στα πόδια της.
Η Ελληνική Λύση έχει καταθέσει δημόσια τη θέση ότι η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα ενεργειακή στρατηγική, με αξιοποίηση όλων των εγχώριων ενεργειακών πόρων, επενδύσεις στην αποθήκευση ενέργειας, προστασία της παραγωγικής γης και έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που θα υπηρετεί την ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας. Είναι μια πολιτική πρόταση που αξίζει να συζητηθεί με επιχειρήματα, γιατί το ζητούμενο δεν είναι η δικαίωση ενός κόμματος, αλλά η ασφάλεια και η προοπτική της πατρίδας.
Δεν μας λείπουν οι επιστήμονες. Δεν μας λείπουν οι εργαζόμενοι. Δεν μας λείπουν οι φυσικοί πόροι. Αυτό που μας λείπει είναι η συνέπεια και το θάρρος να χαράξουμε μια εθνική ενεργειακή στρατηγική με ορίζοντα δεκαετιών και όχι μέχρι τις επόμενες εκλογές.
Οι Έλληνες δεν ζητούν θαύματα. Ζητούν μια χώρα που να αξιοποιεί με σύνεση τον πλούτο της, να δημιουργεί δουλειές, να προστατεύει την παραγωγή της και να προσφέρει φθηνή, ασφαλή και αξιόπιστη ενέργεια.
Αυτή είναι η Ελλάδα που αξίζουμε!!!. Και αυτή είναι η Ελλάδα που οφείλουμε να οικοδομήσουμε μαζί!!!.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΟΛΙΤΕΥΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ














