Η Νότια Κοινή Αγορά, γνωστή με την ισπανική συντομογραφία Mercosur, αποτελεί την τελωνειακή ένωση της Νοτίου Αμερικής που ιδρύθηκε το 1991. Πλήρη μέλη της είναι η Αργεντινή, η Βολιβία, η Βραζιλία, η Παραγουάη και η Ουρουγουάη, ενώ επτά ακόμη χώρες της περιοχής συμμετέχουν ως συνδεδεμένα μέλη.
Τον Δεκέμβριο του 2024 επιτεύχθηκε η εμπορική συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur, με στόχο τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς σχεδόν 800 εκατομμυρίων καταναλωτών. Η συμφωνία προβλέπει την κατάργηση δασμών σε ποσοστό άνω του 91% των αγαθών, την απελευθέρωση του εμπορίου και την ενίσχυση των επενδύσεων μεταξύ των δύο πλευρών.
Για την ΕΕ, η Mercosur αποτελεί μια σημαντική αγορά εξαγωγών, ενώ η συμφωνία φιλοδοξεί να άρει εμπορικούς φραγμούς, να διευκολύνει την πρόσβαση σε πρώτες ύλες και να περιορίσει πρακτικές προστατευτισμού. Ωστόσο, η θετική αυτή αφήγηση συνοδεύεται από σοβαρές ανησυχίες.
Η συμφωνία έχει δεχθεί έντονη κριτική για τις πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις της, τον αθέμιτο ανταγωνισμό που ενδέχεται να προκαλέσει για τους ευρωπαίους αγρότες και την έλλειψη ουσιαστικών μηχανισμών διασφάλισης της βιωσιμότητας. Ιδιαίτερα προβληματική θεωρείται η ασυμμετρία μεταξύ των κοινωνικών, περιβαλλοντικών και υγειονομικών προτύπων παραγωγής εντός και εκτός ΕΕ.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα γεωργικών και διατροφικών προϊόντων παγκοσμίως, με εξαγωγές που ξεπέρασαν τα 230 δισ.ευρώ ετησίως την περίοδο 2020–2023 παραμένει ταυτόχρονα σημαντικός εισαγωγέας, με εισαγωγές ύψους 160 δισ. ευρώ. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η ΕΕ δεν είναι αυτάρκης, ενώ εισάγει προϊόντα είτε λόγω έλλειψης παραγωγής είτε λόγω χαμηλότερου κόστους.
Οι ευρωπαίοι αγρότες καλούνται να τηρούν αυστηρά πρότυπα παραγωγής, τα οποία συχνά δεν ισχύουν στις χώρες της Mercosur. Φυτοϋγειονομικές πρακτικές και βιοτεχνολογίες που απαγορεύονται στην ΕΕ επιτρέπονται σε τρίτες χώρες, δημιουργώντας σημαντικές ανισότητες στο κόστος και στις μεθόδους παραγωγής. Παρότι η ΕΕ δεν δέχεται μη συμμορφούμενα προϊόντα, η συνολική ασυμμετρία παραμένει.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ανησυχίες των ευρωπαίων και κατ’ επέκταση των Ελλήνων αγροτών είναι εύλογες. Ο φόβος περαιτέρω αύξησης του κόστους παραγωγής και απώλειας ανταγωνιστικότητας απειλεί τη βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα, ιδίως για τους μικρομεσαίους παραγωγούς.
Παρά τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη στήριξη του αγροτικού τομέα, οι προβλεπόμενες διασφαλίσεις δεν φαίνεται να επαρκούν απέναντι σε μια τόσο άνιση αναμέτρηση. Όπως επισημαίνεται στην Έκθεση του Στρατηγικού Διαλόγου της ΕΕ για τη Γεωργία (2024), η ευρωπαϊκή γεωργία πρέπει να καταστεί πιο ανθεκτική, βιώσιμη, ανταγωνιστική και δίκαιη θέση που, σύμφωνα με την Πρόεδρο της Επιτροπής, θα αποτελέσει τη βάση της νέας Κοινής Γεωργικής Πολιτικής μετά το 2025.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, αντιλαμβανόμενη την ανησυχία που υπάρχει στον πρωτογενή τομέα πρότεινε την Τρίτη 6/1/2026 να δοθεί στα κράτη-μέλη πρόωρη πρόσβαση σε μέρος των αγροτικών κονδυλίων από τον προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034 δηλαδή ποσό περίπου 45 δις. ευρώ, ώστε να στηριχθούν οι αγρότες, προκειμένου να μειώσει την δυσφορία των ευρωπαίων αγροτών.
Τελικά όμως η συζήτηση γύρω από τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur υπερβαίνει τα όρια του πρωτογενούς τομέα. Αγγίζει τον πυρήνα της στρατηγικής κατεύθυνσης της Ευρώπης σε ένα μεταβαλλόμενο γεωοικονομικό περιβάλλον και εντείνει τη δυσπιστία μεγάλων κοινωνικών ομάδων απέναντι στις ευρωπαϊκές αποφάσεις.
Χωρίς ουσιαστική σύγκλιση κανόνων, αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου και πραγματική προστασία της ευρωπαϊκής γεωργίας, η συμφωνία κινδυνεύει να καταγραφεί όχι ως ευκαιρία, αλλά ως ένα ιστορικό στρατηγικό λάθος.
Λίνα Τουπεκτσή
Γεωπόνος MSc
Yποψήφια Διδάκτωρ Παν. Θεσσαλίας