Αυτή την εβδομάδα, o Emvolos.gr, θυμάται τον Σπύρο Ζαγοραίο, που έφυγε από τη ζωή, τέτοιες ημέρες πριν 12 χρόνια, στις 20 Οκτωβρίου 2014, σε ηλικία 86 ετών. Ο άνθρωπος που έχασε το χέρι του από μια χειροβομβίδα, συνεργάστηκε με τους μεγάλους του λαϊκού τραγουδιού, έδωσε ευκαιρίες σε νεότερους καλλιτέχνες και έζησε με τους δικούς του κανόνες. Ένα οδοιπορικό της πορείας του, από την Αγία Παρασκευή της Κατοχής μέχρι το «Εντελαμαγκέν» του Αιγάλεω.
Ένας κόσμος ολόκληρος σε μια φωνή θρύλο
Ο Σπύρος Ζαγοραίος δεν ήταν ποτέ ο τραγουδιστής που θα έπρεπε να εξηγήσεις στο κοινό του. Τον αναγνώριζες από την πρώτη φράση, από τον τρόπο που έσπρωχνε τη φωνή του προς το συναίσθημα, από εκείνη τη λαϊκή θεατρικότητα που μπορούσε να μετατρέψει ακόμη κι ένα «περιθωριακό» νυχτερινό κέντρο σε εκκλησία και μια καθημερινή ατάκα σε τραγούδι.
Βέρος Αθηναίος, γεννήθηκε το 1928 στο Παγκράτι και μεγάλωσε στις γειτονιές που η μουσική ακουγόταν κατά κόρο στις αυλές, στις ταβέρνες και στους δρόμους. Ο πατέρας του ήταν τραγουδιστής, ενώ το οικογενειακό περιβάλλον είχε μουσικές καταβολές. Ο ίδιος ξεκίνησε με καντάδες στην Πλάκα, έπαιζε φυσαρμόνικα και αναζητούσε τρόπους να πλησιάσει το λαϊκό τραγούδι.

Το παιδί που χτύπησε τη χειροβομβίδα
Η ζωή του άλλαξε τον Νοέμβριο του 1941. Στην Αγία Παρασκευή, όπου η οικογένειά του είχε μετακινηθεί μέσα στις δύσκολες συνθήκες της Κατοχής, βρήκε ένα αντικείμενο που πέρασε για μελανοδοχείο. Το πήρε μαζί του, το ακούμπησε και το χτύπησε με ένα σκεπάρνι. Ήταν χειροβομβίδα. Η έκρηξη τού προκάλεσε σοβαρότατους τραυματισμούς και του κόστισε το ένα χέρι.
Στην αφήγησή του, η ανάμνηση δεν είχε σβήσει ούτε δεκαετίες αργότερα. Θυμόταν την περιέργεια του παιδιού, την άγνοια του κινδύνου, αλλά και την πικρία που ένιωθε επειδή ορισμένοι αμφισβητούσαν την εκδοχή του ατυχήματος.
«Η μοίρα έκανε λάθος, που μου πήρε το χέρι», μου είχε πει πικραμένος, ένα βράδυ που παρουσιάζαμε τραγούδια του στο ραδιόφωνο, στο «Κανάλι 1», του Πειραιά. Βλέπετε, αντιμετώπιζε συχνά την καχυποψία και την αμφισβήτηση του ατυχήματος. Κι αμέσως συμπλήρωσε ότι, αν δεν είχε χάσει το χέρι του θα γινόταν εξαιρετικός μουσικός. Δεν ήταν μόνο λόγια πίκρας, ήταν η παραδοχή ενός ανθρώπου που αγαπούσε τη μουσική τόσο πολύ, ώστε να εξακολουθεί να σκέφτεται τη ζωή που θα μπορούσε να είχε ζήσει.
Το τραύμα τον συνόδευσε και επαγγελματικά. Ο ίδιος μίλησε για τον κοινωνικό αποκλεισμό που γνώρισε από συναδέλφους του και για την αντιμετώπιση που δεχόταν εξαιτίας της αναπηρίας του. Παρά ταύτα, η φωνή του αποδείχθηκε ισχυρότερη από την προκατάληψη.
Ο Τσιτσάνης, το «Τσιγάρο» & της «Λαρίσης το ποτάμι
Το 1952 ο Ζαγοραίος ηχογράφησε το «Κουρμπέτι» και τα «Χώματα της ξενιτιάς», τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη. Η γνωριμία τους αποδείχθηκε καθοριστική. Ο Ζαγοραίος θυμόταν με θαυμασμό τον συνθέτη, ο οποίος τον πήρε μαζί του και τον σύστησε στην Odeon.
Η δισκογραφική διαδρομή του δεν ήταν ένας ευθύς δρόμος προς την επιτυχία. Υπήρξαν περίοδοι αναμονής, δυσκολίες και ανταγωνισμός. Σταδιακά, όμως, το όνομά του συνδέθηκε με τραγούδια όπως το «Άναψε το τσιγάρο», το «Θα πεθάνω, γλυκιά μου αγάπη», το «Στης Λαρίσης το ποτάμι», «Ντόλτσε βίτα», «Κατηγόρα με», «Σάπιο σανίδι πάτησα», «Μπάρμπα Θωμάς», «Δως μου μια φωτογραφία», «Βάλτε μου δυο γαριφαλιές», «Τον χάρο τον αντάμωσαν», «Μια πεντάμορφη Τσιγγάνα», «Μου λέτε να μη κλαίω», «Όλες είσαστε ίδιες» (1η εκτέλεση ο Φώτης Στασουλάκης, μα έγινε ευρύτερα γνωστό από τον Ζαγοραίο), «Εντελαμαγκέν» και άλλα πολλά.
Ο Ζαγοραίος δεν υπήρξε μόνο τραγουδιστής. Συνέθετε, έγραφε στίχους και διαμόρφωνε τραγούδια μαζί με τους συνεργάτες του. Για εκείνον, το καλό λαϊκό τραγούδι έπρεπε να έχει σχέση με την πραγματική ζωή. Όπως έλεγε οι σημαντικοί δημιουργοί δεν απομακρύνονταν από τα βιώματα των ανθρώπων.

Ο Δημήτρης Γκούτης: δύο σπίτια, μία δημιουργία
Σημαντικό κεφάλαιο της πορείας του ήταν η συνεργασία του με τον στιχουργό Δημήτρη Γκούτη. Η σχέση τους δεν περιοριζόταν σε μια επαγγελματική συνεννόηση. Είχαν χτίσει σπίτια δίπλα δίπλα, στο Περιστέρι, ώστε να μπορούν να δουλεύουν μαζί από το πρωί.
Καφές, μπουζούκι, χαρτιά και βιβλία. Έτσι περιέγραφε ο Ζαγοραίος την καθημερινότητά τους. Από αυτή τη φιλία γεννήθηκαν λαϊκά τραγούδια που «έλεγαν» πολλά σε μερίδα της κοινωνίας και δη από τα χαμηλά της στρώματα.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία αυτής της συνεργασίας είναι ότι ο Ζαγοραίος δεν αντιμετώπιζε την έμπνευση ως κάτι απόμακρο ή μυστηριώδες. Ένα περιστατικό στον δρόμο μπορούσε να γίνει τραγούδι. Μια φράση που άκουγε τυχαία μπορούσε να μετατραπεί σε ιστορία. Η τέχνη, γι’ αυτόν, δεν χρειαζόταν να απομακρύνεται από την καθημερινότητα για να αποκτήσει αξία. Κάπως έτσι γεννήθηκε και το τραγούδι που χαρακτηρίστηκε καλτ, λούμπεν, αλλά έκανε πάταγο στα μαγαζιά που γινόταν χαμός από λαϊκούς ανθρώπους. Το «πάρτε κύριε λαχεία».
Το τραγούδι γεννήθηκε σ’ ένα καφενείο της Ομόνοιας, όπου ο Ζαγοραίος έπινε καφέ με τον Γκούτη. Εκεί τους πλησίασε ένα παιδί -ήταν δεν ήταν δέκα δώδεκα χρόνων- για να τους πουλήσει λαχεία. Κι η φράση του παιδιού …«πάρτε κύρια λαχεία», έγινε εν ριπή οφθαλμού το εν λόγω τραγούδι.
Η ιστορία αυτή συμπυκνώνει την αισθητική του. Δεν χρειαζόταν μια μεγάλη ερωτική τραγωδία ούτε ένα δραματικό κοινωνικό γεγονός. Αρκούσε η φωνή ενός μικρού πλανόδιου πωλητή μέσα στην πόλη. Η ατάκα, η επιμονή και η μικρή οικονομία της επιβίωσης γίνονται μουσική.
Εδώ ο Ζαγοραίος αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από ένας τραγουδιστής με ιδιαίτερη φωνή. Είναι παρατηρητής της πόλης, άνθρωπος που αντιλαμβάνεται ότι οι ιστορίες δεν βρίσκονται μόνο στα μεγάλα γεγονότα. Μερικές φορές βρίσκονται σε μια γωνία της Ομόνοιας.

Το καλτ, το λούμπεν κι η αξιοπρέπεια του λαϊκού
Υπάρχει, όμως, και μια πλευρά του Σπύρου Ζαγοραίου που δεν γίνεται να παρακάμψουμε, αν θέλουμε να μιλήσουμε γι’ αυτόν χωρίς αγιογραφίες. Ο Ζαγοραίος άγγιξε πολλές φορές το καλτ και το λούμπεν. Όχι απαραίτητα επειδή το επιδίωκε, αλλά επειδή κινούνταν σε έναν κόσμο όπου η διασκέδαση δεν είχε πάντα μέτρο, η συγκίνηση μπορούσε να γίνει υπερβολή και το γούστο δεν υπάκουε στους κανόνες της αισθητικής ευπρέπειας.
Τα τραγούδια του, οι τίτλοι τους, η θεατρικότητα της ερμηνείας του και η ίδια η ατμόσφαιρα των μαγαζιών με τα οποία συνδέθηκε μπορούσαν να προκαλέσουν αντιδράσεις: από τον ενθουσιασμό μέχρι την περιφρόνηση, από τη γνήσια συγκίνηση μέχρι το ειρωνικό χαμόγελο. Για κάποιους, ο Ζαγοραίος υπήρξε ένας αυθεντικός λαϊκός διασκεδαστής. Για άλλους, εκπροσωπούσε μια πλευρά του λαϊκού πολιτισμού που ο καθωσπρεπισμός της αισθητικής των σαλονιών, προτιμούσε να κρατά σε απόσταση.
Το βέβαιο πάντως, είναι ότι δεν χρειάζεται να διαλέξουμε ποια από τις όψεις του Ζαγοραίου θα κρατήσουμε. Χρειάζεται να τις κοιτάξουμε όλες.
Η «Προσευχή» και η νύχτα που έγινε λειτουργία
Η άλλη σημαντική όψη του Ζαγοραίου είναι η «Προσευχή», σε μουσική δική του και στίχους του Γκούτη. Το τραγούδι συνδέθηκε με τον καημό του έρωτα, με την απουσία και τον σπαραγμό του έρωτα και την αναζήτηση ενός αγαπημένου προσώπου. Η ερμηνεία του Ζαγοραίου το έκανε να ακούγεται σαν προσωπική εξομολόγηση.
Ο ίδιος θυμόταν ότι το τραγούδι γράφτηκε στο Καβούρι, σε μια εξόρμηση με τον Γκούτη. Όταν το παρουσίασαν στο νυχτερινό κέντρο, η αντίδραση του κοινού ήταν εντυπωσιακή. «Λειτουργία!» ήταν η λέξη που χρησιμοποίησε, περιγράφοντας τους εκατοντάδες ανθρώπους που σηκώθηκαν όρθιοι σαν ν’ ακούνε το Ευαγγέλιο. Το τραγούδι αυτό, αναστήθηκε στην εποχή μας από την εξαιρετική διασκευή που έκαναν οι Imam Baildi και την ερμηνεία της Ρένας Μόρφη.
Τραγούδια, τραγούδια, τραγούδια
Η επίσημη βάση δεδομένων της Ελληνικής δισκογραφίας καταγράφει συνολικά 571 ηχογραφήσεις τραγουδιών με κύριο ερμηνευτή τον Σπύρο Ζαγοραίο. Λόγω της φύσης της αγοράς της εποχής (επανεκδόσεις, δίσκοι 45 στροφών με διαφορετικούς καλλιτέχνες σε κάθε πλευρά και promo εκδόσεις), οι συλλεκτικές βάσεις δεδομένων καταγράφουν τους φυσικούς δίσκους ως εξής:
Δίσκοι 45 στροφών (Singles & EPs): 134 φυσικές κυκλοφορίες είναι ο ακριβής αριθμός που είναι καταχωρημένος στο Discogs. Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει τα προσωπικά του 45άρια, τις πρώτες του ηχογραφήσεις σε δίσκους 78 στροφών (γραμμόφωνου) που μεταφέρθηκαν αργότερα σε 45άρια, καθώς και split-singles (όπου μοιραζόταν τον δίσκο με ονόματα όπως ο Μανώλης Αγγελόπουλος ή η Καίτη Γκρέυ).
Δίσκοι 33 στροφών (Albums / LPs): 29 ολοκληρωμένα προσωπικά άλμπουμ (LPs) καταγράφονται επίσημα στη βιογραφία του στη Βικιπαίδεια, ξεκινώντας από το «Μπουρλότο» και τα «Χασικλίδικα» μέχρι τις τελευταίες του ολοκληρωμένες δουλειές. Αν συνυπολογιστούν οι επίσημες συλλογές (Compilations) και οι ζωντανές ηχογραφήσεις (Live), ο συνολικός αριθμός των εκδόσεων σε format 33 στροφών (και μετέπειτα CD) φτάνει τις 65 κυκλοφορίες! Σημαντικός αριθμός για την εποχή εκείνη.
Η γενναιοδωρία και ο νεαρός Νταλάρας
Η προσφορά ενός καλλιτέχνη δεν μετριέται μόνο από τους δίσκους του. Στην περίπτωση του Ζαγοραίου υπάρχει μια συγκεκριμένη αναφορά που αξίζει να σταθεί κάποιος. Είναι ο άνθρωπος στον οποίο το ελληνικό τραγούδι οφείλει πολλά για την αρχική του στήριξη στον νεαρό Γιώργο Νταλάρα. Δεν έμαθε ποτέ κανείς αν το έκανε επειδή ήταν ο γιός του ρεμπέτη Λουκά Νταράλα ή επειδή διέκρινε σ’ εκείνον όσα στη συνέχεια διέκρινε όλη η Ελλάδα. Ο Ζαγοραίος ήταν εκείνος που πήρε από το χέρι τον νεαρό Γιώργο και τον πήγε για ακρόαση στην Odeon, ανοίγοντάς του τον τεράστιο δρόμο της καριέρας του.
Λένε ότι βοήθησε κόσμο και κοσμάκη. Μουσικούς, τραγουδιστές, ακόμη και τις «λουλουδούδες» στα μαγαζιά που δούλευε, για να έχουν αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας. Έγινε ονομαστός, αν όχι μύθος γι’ αυτό.

Το «Εντελαμαγκέν» και η τελευταία διαδρομή
Το δικό του στέκι στο Αιγάλεω έγινε συνώνυμο του ονόματός του. Εκεί συνέχισε να τραγουδά, ακόμη και όταν τα χρόνια και τα προβλήματα υγείας δυσκόλευαν την καθημερινότητά του. Η μουσική δεν ήταν απλώς επάγγελμα. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόταν τον εαυτό του.
Ο Ζαγοραίος «έφυγε» στις 20 Οκτωβρίου 2014, σε ηλικία 86 ετών. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν δύσκολα, ενώ η απώλεια του γιου του το 2009 από την επάρατη νόσο σε ηλικία 49 ετών τον σημάδεψε για τα καλά, αν όχι τον «γονάτισε». Η απώλεια αυτή επιδείνωσε την υγεία του -έπασχε από πάρκινσον- έως τη φυγή του.
Αυτό που έμεινε και φτάνει ως τις ημέρες μας είναι μια φωνή που δεν προσπάθησε να εξευγενίσει τη ζωή και το τραγούδι. Έψαχνε την ευκαιρία της μέγιστης καταξίωσης, μα αυτή έχω την αίσθηση ότι έφτασε στα βαθιά του γεράματα ή και μετά τον θάνατό του.
Η αθανασία δεν φοράει πάντα κοστούμι
Ο Σπύρος Ζαγοραίος δεν χρειάζεται να παρουσιαστεί ως άγιος του λαϊκού τραγουδιού. Η αξία του βρίσκεται ακριβώς στο ότι υπήρξε ένας άνθρωπος σύνθετος, με σκληρές εμπειρίες, αντιφάσεις, χιούμορ, πληγές και μια εντυπωσιακή αίσθηση του τι ήθελε να ακούσει ο κόσμος. Δεν χώρεσε στην υψηλή κοινωνία, δεν προσπάθησε να εξωραΐσει το λαϊκό τραγούδι από τις ατέλειες της ζωής. Το άφησε να κρατήσει τη σκόνη του δρόμου, το παράπονο και την υπερβολή που συχνά κάνει την ανθρώπινη περιπέτεια υποφερτή.
Και αν κάποια βραδιά ακουστεί ξανά η «Προσευχή» μέσα σε ένα μαγαζί, ή αν κάποιος περαστικός θυμηθεί τα «Λαχεία», θα είναι σαν να ανοίγει για λίγο μια πόρτα σ’ εκείνη την Αθήνα που δεν υπήρξε ποτέ τακτοποιημένη, αλλά ήξερε να τραγουδά.
Ο Ζαγοραίος δεν έφυγε αφήνοντας πίσω του έναν μύθο χωρίς ρωγμές. Άφησε κάτι καλύτερο: μια φωνή που εξακολουθεί να χωράει μέσα της τους ανθρώπους όπως είναι — με τις προσευχές τους, τα λαχεία τους, τις εκδρομές …στης Λαρίσης το ποτάμι και τις μικρές, απελπισμένες ελπίδες τους.