Με τη Λίνα Βελιμαχίτη είχαμε συναντηθεί εκείνα τα χρόνια που το «ελεύθερο» ραδιόφωνο έδινε τις μάχες του να μείνει ελεύθερο και κυρίως ζωντανό. Τότε, στην άνθιση της «ελεύθερης ραδιοφωνίας», στον Πειραιά, στο «Κανάλι 1», που η φωνή του μέγιστου φίλου Δημήτρη Παπαμιχαήλ, έδινε το στίγμα του. «Πειραιάς, Κανάλι 1, 90,6 FM»… Αργότερα, αυτό το στίγμα στα ερτζιανά, ακουγόταν κι από τη δική της φωνή. Με τη Λίνα, βιώσαμε όλες τις καμπές εκείνης της περιόδου, που δεν ήταν κομβική μόνο για το ραδιόφωνο, μα και για την ίδια τη δημοσιογραφία. Στη συνέχεια χαθήκαμε, «πνιγήκαμε» στα απόνερα της καθημερινότητας. Μα πάντα την είχα κατά νου, έβλεπα τη δουλειά της, μιλούσαμε αραιά και πού.
Η Λίνα Βελιμαχίτη, πάντα ανήκε στις δημοσιογραφικές παρουσίες που δεν περιορίζονταν απλώς στην καταγραφή της επικαιρότητας, αλλά
επιχειρούσαν να ερμηνεύσουν τον άνθρωπο και την εποχή του. Με πολυετή πορεία στον χώρο της ενημέρωσης, έντονη κοινωνική ματιά και βαθύτερη ευαισθησία απέναντι στα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, έχει καταφέρει να συνδυάσει τη δημοσιογραφική έρευνα με τον στοχασμό και τη λογοτεχνική έκφραση.
Βρεθήκαμε πάλι με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της «Εντελέχεια». Ένα βιβλίο που δεν αποτελεί απλώς μια συγγραφική κατάθεση, αλλά μια αφορμή για έναν ευρύτερο διάλογο γύρω από την κοινωνία, την αλήθεια, τη μοναξιά, τις σχέσεις και την ανάγκη του ανθρώπου ν’ αναζητά νόημα μέσα σε μια εποχή διαρκών αλλαγών.
Είπαμε να τα πούμε. Όχι ως συνέντευξη, αλλά ως μια κουβέντα δυο φίλων που παρατήρησαν κι αφουγκράστηκαν σχεδόν τα ίδια πράγματα…
Ν.Γ.Σ. Να πω ότι χαίρομαι πολύ που βρεθήκαμε… Μα σκέφτομαι ότι οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν, συνδέονται μεταξύ τους κι ύστερα χάνονται, θυμούνται, ξεχνάνε… Πόσο ουσιαστικό είναι αυτό, βρε Λίνα, στις βαθιές ανθρώπινες σχέσεις;
Λ.Β …Νικόλα μου, η χαρά είναι και δική μου. Πέρα από τα τετριμμένα λόγια, πάντα η επικοινωνία μας ήταν βαθύτερη και ουσιαστική… Όσο για τις ανθρώπινες σχέσεις, νομίζω ότι έτσι είναι η ίδια η ζωή… πάμε, ερχόμαστε, συναντιόμαστε, συνδεόμαστε – φιλικά, ερωτικά, επαγγελματικά, οικογενειακά- και μετά χανόμαστε.. Είναι νομοτελειακό αλλά συνάμα μπορεί κι αυτό να έχει την ομορφιά του. Πιθανόν να αλλάζουν και οι προτιμήσεις μας ανάλογα την ηλικία, την πορεία μας στη ζωή αλλά και τον χαρακτήρα μας, που διαμορφώνεται συνεχώς…
Ν.Γ.Σ. Αναρωτιέμαι πολλές φορές… Ήταν πάντα έτσι; Ή η εποχή μας κι η ταχύτητά της ευνοεί την επιφάνεια εις βάρος της ουσίας;
Λ.Β. Δεν ξέρω, νιώθω όμως ότι κάπως έτσι θα ήταν, ίσως σε μικρότερη κλίμακα. Ίσως οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν πιο ζεστές. Σήμερα όμως, η ταχύτητα στη μετάδοση της πληροφορίας αλλά και της εικόνας σαφώς κι ευνοεί τις επιφανειακές σχέσεις πάντα εις βάρος της ουσίας… Ας μην είμαστε, όμως, πεσιμιστές, κάθε εποχή έχει τους δικούς της κανόνες και οι άνθρωποι προσαρμόζονται ανάλογα.
Ν.Γ.Σ. Ομολογώ ότι ενοχλούμαι που το φλερτ σήμερα γίνεται με τα…κινητά τηλέφωνα στα χέρια και …εικονίτσες, εικονίτσες, εικονίτσες…
Λ.Β. Ποιος δεν ενοχλείται; Ποιος δεν ενοχλείται που οι νέοι σήμερα, στην εποχή της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, επικοινωνούν με ολογράμματα, με sms και mms; Ποιος δεν ενοχλείται όταν χρησιμοποιούν 150 -200 λέξεις όλες κι όλες; Πώς μπορούμε έτσι να αναζητάμε βαθιά αισθήματα, σχέσεις ουσίας, ακόμη και ρομαντισμό;
Ν.Γ.Σ. Η μοναξιά σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας σήμερα, αποτελεί προσωπική επιλογή ή είναι κοινωνικό φαινόμενο; Σε τελική ανάλυση, τι λείπει περισσότερο από τους ανθρώπους σήμερα: χρόνος, εμπιστοσύνη ή νόημα;
Λ.Β. Σίγουρα είναι κοινωνικό φαινόμενο, γιατί όπως είπαμε προηγουμένως, η έλλειψη ουσιαστικής επαφής δεν είναι ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Έχει χαθεί σε μεγάλο βαθμό η ανθρώπινη επαφή, το φλερτ, η άδολη ερωτική προσέγγιση, ο έρωτας ως συναίσθημα κι όχι ως πράξη. Οι περισσότερες γνωριμίες γίνονται πλέον μέσω Διαδικτύου και site με ψεύτικα προφίλ και πειραγμένες φωτογραφίες, με αποτέλεσμα τον θρίαμβο της μοναξιάς! Νομίζω, ότι στους νέους λείπει το νόημα της ζωής, δεν ξέρουν τι θέλουν και γι’ αυτό δεν μπορούν να βρουν τρόπο να το αποκτήσουν. Ακολουθούν λάθος πρότυπα «εικονικής πραγματικότητας», κενά περιεχομένου και προσπαθούν να τα μιμηθούν ανεπιτυχώς. Όσο για τον χρόνο, αυτός υπάρχει πάντα για όποιον θέλει ενώ όσον αφορά σ την εμπιστοσύνη αυτή «κτίζεται» σιγά σιγά.

Ν.Γ.Σ. Λένε ότι οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν γίνει αναλώσιμες…
Λ.Β. Και σωστά το λένε… Υπάρχει μια ευκολία, όπως τρώμε, πίνουμε,, κοιμόμαστε, να συνάπτουμε και «σχέσεις» αλλά με την ίδια ευκολία τις απορρίπτουμε με το σκεπτικό – ότι κάτι άλλο μας περιμένει παρακάτω.. Είναι, όμως, έτσι;
Ν.Γ.Σ. Ποιο θεωρείς, το μεγαλύτερο κοινωνικό τραύμα της σύγχρονης Ελλάδας;
Λ.Β. Την αβεβαιότητα των νέων για το μέλλον τους, με ότι αυτό συνεπάγεται, brain drain, υπογεννητικότητα, οικονομική ανασφάλεια…
Ν.Γ.Σ. Προσωπικά, λέω και πάλι καλά. Ειδικά αναφορικά με το brain drain, όπου είναι παρήγορο ότι από τις 650 χιλιάδες Ελλήνων που έφυγαν από το 2010 μέχρι το 2020, έχουν γυρίσει περίπου 400 χιλιάδες… Αν κι είναι εξακολουθητικά ανησυχητικό ότι παραμένουν εκτός Ελλάδας Έλληνες με υψηλό επίπεδο γνώσεων και σπουδών… Αυτοί πρέπει να γυρίσουν πρωτίστως… Μα γιατί να το κάνουν με τόσο χαμηλούς μισθούς;
Λ.Β Κι όλο αυτό είναι κύκλος. Χαμηλός μισθός, ανασφάλεια, λιγότερες οικογένειες, ελάχιστα παιδιά και πάει λέγοντας…
Ν.Γ.Σ. Μια και μιλάμε για ανασφάλεια, συμφωνείς ότι είναι άκρως επικίνδυνη η πολιτική εκμετάλλευσή της, αλλά και του φόβου γενικότερα;
Λ.Β. Γενικά, υποστηρίζω ότι ο φόβος είναι το πιο ισχυρό μέσο χειραγώγησης. Πόσο δε μάλλον η εκμετάλλευση του από τους πολιτικούς, που ενσπείρουν την ανασφάλεια για να χειραγωγούν τις μάζες κατά το δοκούν. Το είδαμε με εγκληματικές οργανώσεις, το είδαμε στην πανδημία, το βλέπουμε με κάθε τι που πρέπει να αλλάξουμε, να μεταρρυθμίσουμε…
Ν.Γ.Σ. Να πάμε στο βιβλίο σου; Μοιάζει να αγγίζει βαθύτερες υπαρξιακές αναζητήσεις. Κι αναρωτιέμαι, ποια ήταν τα εσωτερικά σου ερεθίσματα να το γράψεις, ποια ήταν η εσωτερική ανάγκη που σε οδήγησε να το γράψεις;
Λ.Β. Η αλληλεγγύη προς το γυναικείο φύλο, στο οποίο ευτυχώ να ανήκω. Η γενιά μου γαλουχήθηκε με χιλιάδες «πρέπει», που έπνιγαν πολλά συναισθήματα κι ανάγκες έκφρασης, με αποτέλεσμα πολλά εξαιρετικά «μυαλά» να χαθούν στη πορεία με τους γονείς και τον κοινωνικό περίγυρο να φέρουν – εκούσια ή ακούσια – την κύρια ευθύνη. Ήταν, λοιπόν, επιτακτική ανάγκη για μένα να ακουστεί μια γυναικεία φωνή που να εξιστορεί τη δύναμη, τις σιωπές, τις αντοχές, τις πληγές αλλά και τα όνειρα των γυναικών του χθες αλλά και του σήμερα…
Ν.Γ.Σ. Τελικά, τι σημαίνει για σένα ο τίτλος του βιβλίου σου, «Εντελέχεια»; Είναι προορισμός ή διαρκής αναζήτηση;
Λ.Β. H Εντελέχεια είναι αριστοτελικός φιλοσοφικός όρος, που δηλώνει την πλήρη πραγμάτωση, την ολοκλήρωση και την επίτευξη του έμφυτου σκοπού ενός όντος. Προέρχεται από τις λέξεις εν + τέλος + έχω. Όπου «τέλος» ο σκοπός κι ενδεχομένως ο προορισμός… Στις μέρες μας, ο όρος
χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει την εσωτερική δύναμη, που ωθεί στην επίτευξη της καλύτερης εκδοχής του εαυτού μας. Και η δύναμη της ηρωίδας μου, δεν είναι αλαζονεία αλλά επιβίωση…
Ν.Γ.Σ. Ν γυρίσουμε στη δημοσιογραφία. Τι υπηρετείται περισσότερο σήμερα, η ενημέρωση ή η εντύπωση;
Λ.Β. Το βιώνουμε όλοι βρε Νικόλα. Δυστυχώς, υπηρετείται ή αναζητείται μόνο το λούστρο. Η επιφάνεια, η εντύπωση. Είναι απόρροια του ότι τα ΜΜΕ έχουν περάσει στα χέρια επιχειρηματιών, που κύριο μέλημα τους είναι η πολιτική επήρεια, με στόχο την προσωπική τους δύναμη και φυσικά τα οικονομικά οφέλη. Έτσι, γίνεται όπλο η εικόνα κι όχι η εμβάθυνση κι η ουσία. Η δική μας δουλειά είναι να παρουσιάζουμε τα γεγονότα, Είτε ως καταγραφή είτε ως κριτική-άποψη γι αυτά. Σήμερα, οι συνάδελφοι έχουν μόνο άποψη ενώ επιδίδονται σε έναν αγώνα δημιουργίας εντυπώσεων – ακόμη και σε προσωπικό επίπεδο. Δεν είμαι συντηρητική, μα δεν είναι εικόνα αυτή των γυναικών της τηλεοπτικής ενημέρωσης. Μακιγιάζ της…πίστας, περιβολή νυχτερινού σκυλάδικου και έμφαση στην εικόνα, κυρίως προσωπική. Έτσι, χάνεται το βάθος, η ουσία η κυρίως ενημέρωση… Χώρια οι όποιες σκοπιμότητες… Κι οι…μουσικές υποκρούσεις … θρίλερ στα δελτία ειδήσεων…
Ν.Γ.Σ. Υπάρχει κάποια συνέντευξη ή ανθρώπινη ιστορία που δεν θα ξεχάσεις ποτέ;
Λ.Β. …Πολλές! Κανένας μας δεν μπορεί να ξεχωρίσει μια και μοναδική στιγμή από την πορεία του. Αν, όμως, πρέπει να απαντήσω οπωσδήποτε αναφορικά με μια κορυφαία στιγμή της πορείας μου, θα ξεχωρίσω τη συνάντηση/συνέντευξη με τον Παύλο Μπακογιάννη, στο Κανάλι 1.
Ν.Γ.Σ. Για πες; Τι θυμάσαι, τι σου έμεινε;
Λ.Β. Ήταν Αύγουστος του 1989, ένα μήνα πριν τη δολοφονία του. Είχε έρθει στο ραδιόφωνο, ήταν τόσο ευγενής που έκανε ακόμη και την ευγένεια να συστέλλεται. Απλός, προσηνής! Κι έδειχνε … συναδελφική αλληλεγγύη σ’ ένα πολύ νεαρό -τότε- κορίτσι. Θυμάμαι όταν έφευγε, που κοντοστάθηκε και με συμβούλεψε: «Να έχεις το θάρρος να γράφεις πάντα την αλήθεια. Να μη φοβάσαι το κόστος, θα το νικάς πάντα»!!!
Ν.Γ.Σ. Υπάρχει κάτι που δεν έχεις ακόμη τολμήσει να γράψεις;
Λ.Β. …Φυσικά και υπάρχει.. Έπρεπε, όμως, να έχει γραφεί, να έχει δημοσιοποιηθεί, τότε, στο πλαίσιο του Me too… Δεν έγινε και τώρα είναι αργά και δεν έχει νόημα να το συζητάμε…
Ν.Γ.Σ. Τι θα έλεγες σήμερα στη νεότερη Λίνα που ξεκινούσε τότε στο ραδιόφωνο;
Λ. Β. Θα της έλεγα να μην ήταν τόσο ευγενική, συνεσταλμένη και σχεδόν…υποχωρητική. Λίγο θράσος δεν θα έβλαπτε σε έναν χώρο σκληρά ανταγωνιστικό. Ωστόσο, επειδή όλα είναι από τη φύση μας, θεωρώ πως ότι και να της έλεγα, εφόσον είχε αυτόν το χαρακτήρα, την ίδια πορεία θα ακολουθούσε…
Ν.Γ.Σ. Τηλεόραση, ραδιόφωνο ή χαρτί;
Λ.Β. Ε, τι ρωτάς κι εσύ τώρα… Λες και δεν ξέρεις, λες και δεν έχουμε κοινό χαρακτηριστικό. Ραδιόφωνο, λοιπόν, σημαίνει μέγας και παθιασμένος έρωτας , χαρτί, σημαίνει… σύντροφος ζωής….
Ν.Γ.Σ. Κι η τηλεόραση;
Λ.Β. Αναγκαίο κακό. Δεν δημιουργεί, μα κατασκευάζει συναισθήματα…
Τελειώνοντας αυτή την κουβέντα με τη Λίνα Βελιμαχίτη, ένιωθα ότι ξεφύλλιζα μνήμες και σωρευμένη γνώση της. Από το ελεύθερο ραδιόφωνο, μέχρι τη μοναξιά της σύγχρονης κοινωνίας, την ανάγκη να ξαναβρούμε ουσία στις σχέσεις μας και το βιβλίο της. Η Λίνα παραμένει μια παρουσία ανήσυχη, με λόγο καθαρό, ευαισθησία και διάθεση να κοιτάξει πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Κι ίσως αυτό να είναι σήμερα πιο αναγκαίο από ποτέ: άνθρωποι που εξακολουθούν να πιστεύουν στην αλήθεια, στη δύναμη του λόγου και στην ανθρώπινη επαφή.
Φεύγοντας από αυτή τη συνάντηση, κράτησα τη φράση που της είχε πει ο Παύλος Μπακογιάννης: «Να έχεις το θάρρος να γράφεις πάντα την αλήθεια». Σε δύσκολους καιρούς, ίσως αυτή να είναι ακόμη η σημαντικότερη παρακαταθήκη…

















