Συνεχίζοντας τα κυριακάτικα αφιερώματα σε σημαντικά πρόσωπα της δημοσιογραφίας, παίρνει σκυτάλη η Έλενα Κατρίτση. Μια γυναίκα που σήμερα βρίσκεται εκτός τηλεόρασης, αλλά έχει αφήσει ισχυρό το αποτύπωμά της στη μικρή οθόνη. Αποτύπωμα σοβαρότητας, εγκυρότητας και φωτεινού προσώπου.
Και τι δεν έχει κάνει στην πορεία της. Αστυνομικό ρεπορτάζ, κεντρικό δελτίο ειδήσεων στο δεύτερο πρόγραμμα της ΕΡΑ, «60 λεπτά χωρίς μοντάζ (1993-1994) μαζί με τον Κώστα Χαρδαβέλλα στο Mega. Το
«Prive» (1999-2006). Το 2006 εργάστηκε στον Alpha, όπου παρουσίασε τις εκπομπές Αν (2006-2007) και Ούτε γάτα ούτε ζημιά (2007-2008). Το 2008 συνεργάστηκε με την κρατική τηλεόραση όπου παρουσίαζε την εκπομπή Προσωπικά. Προβαλλόταν από τη ΝΕΤ (2008-2013), από τη ΝΕΡΙΤ (2014-2015) και τέλος από την ΕΡΤ1 (2016-2022). Τον Φεβρουάριο του 2022 αποφάσισε να ολοκληρώσει την εκπομπή μετά από 14 χρόνια.
Σκέφτομαι ότι δεν τη γνώρισα ποτέ, δεν συνεργαστήκαμε, δεν αλλάξαμε ποτέ μια λέξη. Μπορεί λοιπόν να μην έχω προσωπικά βιώματα από μια κοινή πορεία, μα είναι ολοφάνερο από τη διαδρομή της, ότι δεν την ενδιέφερε ποτέ το προφανές. Δεν στάθηκε απέναντι στους ανθρώπους για να τους μετρήσει σε επιτυχίες, πρωτοσέλιδα, βραβεία και αριθμούς. Στάθηκε απέναντί τους ως κάποια που ξέρει πως η αληθινή ιστορία αρχίζει συνήθως εκεί όπου τελειώνει η δημόσια εικόνα. Κι έτσι, πίσω από τον γνωστό τραγουδιστή αναζήτησε το παιδί που κάποτε ονειρευόταν. Πίσω από τον ηθοποιό, τον άνθρωπο που φοβήθηκε την αποτυχία. Πίσω από το πρόσωπο που έμαθε να χαμογελά μπροστά στις κάμερες, εκείνον που ίσως κάποτε έκλαψε μόνος του, μακριά από τα φώτα.
Αυτό υπήρξε, ίσως, το πιο χαρακτηριστικό της χάρισμα: η τέχνη, η ικανότητά της να βλέπει πίσω από την εικόνα.

Κάμερα, βλέμμα κι η σιωπή ανάμεσα στις λέξεις
Η καλή συνέντευξη δεν είναι, τελικά, ένας αγώνας ερωτήσεων και απαντήσεων. Είναι μια συνάντηση.
Και στις πραγματικές συναντήσεις υπάρχουν παύσεις. Υπάρχουν στιγμές που ο άλλος κοιτάζει χαμηλά πριν απαντήσει. Υπάρχει εκείνο το ανεπαίσθητο τρέμουλο στη φωνή όταν μια παλιά πληγή ανοίγει ξανά. Υπάρχει η ανάμνηση που έρχεται από μακριά και ξαφνικά κάθεται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, ως τρίτος συνομιλητής.
Η Κατρίτση έχει μάθει να ακούει αυτές τις σιωπές. Είναι φανερό ότι δεν τις φοβάται. Δεν σπεύδει να τις καλύψει με την επόμενη ερώτηση. Τις αφήνει να υπάρξουν.
Κι αυτό, στην τηλεόραση, είναι σχεδόν μια πράξη αντίστασης. Γιατί η τηλεόραση αγαπά τον θόρυβο. Την ατάκα. Τη γρήγορη απάντηση. Τη συγκίνηση που πρέπει να χωρέσει σε λίγα δευτερόλεπτα.
Εκείνη, αντίθετα, μοιάζει να πιστεύει πως τα σημαντικότερα πράγματα χρειάζονται χρόνο. Χρειάζονται μια ανάσα. Και μερικές φορές χρειάζονται και σιωπή.
Τα «Προσωπικά» ως δημοσιογραφική φιλοσοφία
Δεν θα μπορούσε, λοιπόν, να υπάρχει πιο ταιριαστός τίτλος από το «Προσωπικά». Γιατί το «προσωπικά» στην περίπτωση της Έλενας Κατρίτση δεν είναι απλώς μια λέξη. Είναι ολόκληρη δημοσιογραφική στάση.
Σημαίνει ότι η Ιστορία δεν γράφεται μόνο στα βιβλία. Γράφεται και στα σπίτια. Στα συρτάρια όπου φυλάσσονται παλιές φωτογραφίες. Στα αντικείμενα που κανείς δεν πετά επειδή κάποτε τα άγγιξε ένας άνθρωπος που δεν υπάρχει πια. Στις οικογενειακές ιστορίες που περνούν από στόμα σε στόμα και, μαζί με αυτές, μεταφέρουν μια Ελλάδα που κινδυνεύει να ξεχαστεί.
Σημαίνει πως η μεγάλη ιστορία έχει πάντα ένα μικρό, ανθρώπινο πρόσωπο. Έναν πατέρα. Μια μητέρα. Ένα παιδί. Έναν άνθρωπο που έφυγε. Έναν άλλο που περίμενε. Και μέσα από αυτή τη μικρή ιστορία μπορείς ξαφνικά να δεις ολόκληρη την εποχή.

Οι «γυμνοί» καλεσμένοι
Απέναντί της έχουν καθίσει άνθρωποι που δεν χρειάζονται συστάσεις. Πρόσωπα αναγνωρίσιμα, με καριέρες, επιτυχίες και δημόσια διαδρομή.
Κι όμως, στις δικές της συζητήσεις, το όνομα συχνά υποχωρεί. Μένει ο άνθρωπος.
Η επιτυχία χάνει για λίγο τη λάμψη της και εμφανίζεται η διαδρομή που προηγήθηκε. Τα φώτα σβήνουν νοερά και στη θέση τους έρχονται τα πρώτα χρόνια, οι στερήσεις, οι γονείς, οι φιλίες, οι έρωτες, οι αποχωρισμοί.
Γιατί πίσω από κάθε λαμπερό βιογραφικό υπάρχει μια αθέατη παράγραφος. Εκείνη την παράγραφο ψάχνει.
Και ίσως γι’ αυτό οι συνομιλητές της συχνά μοιάζουν να ξεχνούν την κάμερα. Σαν να έχουν απέναντί τους όχι έναν δημοσιογράφο που περιμένει την «είδηση», αλλά έναν άνθρωπο που πραγματικά θέλει να καταλάβει.
Η διαφορά είναι τεράστια. Ο ένας ζητά μια απάντηση. Ο άλλος ζητά μια ιστορία.
Η προσωπική μνήμη, μνήμη ενός ολόκληρου τόπου
Κάποιες από τις πιο δυνατές στιγμές της δημοσιογραφικής της διαδρομής γεννήθηκαν όταν το προσωπικό συναντήθηκε με το συλλογικό. Όταν οι μνήμες ανθρώπων έγιναν ψηφίδες μιας Ελλάδας που πέρασε μέσα από πολέμους, προσφυγιά, φτώχεια, αλλαγές, κοινωνικές ανατροπές. Όταν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος μίλησε για όσα έζησε και, ξαφνικά, το παρελθόν έπαψε να είναι κάτι μακρινό. Έγινε παρόν, επειδή έτσι λειτουργεί η μνήμη. Δεν περπατάει ποτέ σε ευθεία γραμμή. Πάει, έρχεται, ξεχνιέται, θυμάται, επιστρέφει. Κάνει κύκλους. Κρύβεται για χρόνια και ξαφνικά ξυπνά από μια μυρωδιά, μια φωτογραφία, μια λέξη.
Η δημοσιογραφία της Κατρίτση μοιάζει να έχει αυτή την ευαισθησία απέναντι στη μνήμη. Δεν την αντιμετωπίζει ως μουσειακό αντικείμενο, αλλά ως κάτι ζωντανό, κάτι που εξακολουθεί να αναπνέει.

Η ευγένεια ως δύναμη
Υπάρχει και κάτι ακόμη, λιγότερο θεαματικό αλλά ίσως πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό. Η ευγένειά της.
Σε μια εποχή όπου η δημοσιογραφική συνέντευξη μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μονομαχία, εκείνη επιμένει στην ανθρώπινη πλευρά της συνομιλίας. Δεν χρειάζεται να στριμώξει τον άλλον για να αποδείξει ότι είναι καλή δημοσιογράφος. Δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή. Δεν χρειάζεται να κερδίσει τη συζήτηση.
Γνωρίζει καλά, ότι η δημοσιογραφία δεν είναι διαγωνισμός επιβολής, είναι προσπάθεια κατανόησης. Και η ευγένεια, όταν συνοδεύεται από γνώση και επιμονή, μπορεί να γίνει πολύ πιο διεισδυτική από την επιθετικότητα.
Όσα μένουν όταν σβήσουν τα φώτα
Η τηλεόραση είναι εφήμερη. Αυτό είναι η γοητεία της και η αδικία της.
Οι εικόνες περνούν. Τα πρόσωπα αλλάζουν. Οι εκπομπές τελειώνουν. Οι τίτλοι ξεθωριάζουν μέσα στον αδιάκοπο θόρυβο της επόμενης ημέρας.
Κάποιες στιγμές, όμως, μένουν. Μια φράση. Ένα βλέμμα. Ένα δάκρυ που δεν πρόλαβε να γίνει θέαμα. Μια αφήγηση που, ενώ ξεκίνησε από τη ζωή κάποιου άλλου, ξαφνικά σου θυμίζει τη δική σου.
Αυτό είναι ίσως το μεγάλο αποτύπωμα της Έλενας Κατρίτση.
Μαζί με την εσωτερική αίσθηση τιμής, την ευγενή συμπεριφορά και την αξιοπρέπεια
Δεν μας έκανε απλώς να γνωρίσουμε καλύτερα ανθρώπους που ήδη γνωρίζαμε. Μας θύμισε πως κανέναν άνθρωπο δεν τον εξαντλεί η δημόσια εικόνα του. Πως πίσω από κάθε όνομα υπάρχει μια διαδρομή που δεν βλέπουμε. Πίσω από κάθε χαμόγελο μπορεί να υπάρχει μια απώλεια. Πίσω από κάθε επιτυχία μια ατέλειωτη σειρά από μικρές ήττες. Και πίσω από κάθε άνθρωπο που μοιάζει να τα έχει καταφέρει, υπάρχει κάποιος που κάποτε χρειάστηκε να βρει τη δύναμη να συνεχίσει.

Γιατί στο τέλος όλοι έχουμε κάτι «προσωπικό»…
Ίσως γι’ αυτό οι ιστορίες της δεν τελειώνουν όταν τελειώνει η εκπομπή.
Συνεχίζονται μέσα μας. Γιατί όταν ένας άνθρωπος μιλά πραγματικά για τη ζωή του, παύει για λίγο να είναι μόνο ο εαυτός του. Γίνεται καθρέφτης.
Κι εμείς, κοιτάζοντας εκείνον, βλέπουμε κάτι από εμάς.
Τους δικούς μας ανθρώπους. Τα δικά μας «αντίο». Τα πράγματα που δεν προλάβαμε να πούμε. Τα χρόνια που πέρασαν χωρίς να το καταλάβουμε.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα μιας δημοσιογράφου: να σε κάνει να ενδιαφερθείς για τη ζωή ενός αγνώστου και, όταν τελειώσει η ιστορία του, να σε αφήσει να σκέφτεσαι τη δική σου.
Η Έλενα Κατρίτση υπηρέτησε αυτή την ιδέα με τον δικό της τρόπο.
Με τη φωνή της, αλλά κυρίως με το βλέμμα της. Με τις ερωτήσεις της, αλλά ακόμη περισσότερο με την ικανότητά της να περιμένει την απάντηση.
Με την παρουσία της, αλλά και μ’ εκείνη τη σπάνια δημοσιογραφική αρετή να αφήνει χώρο στον άλλον.
Κι έτσι, ύστερα από χρόνια μπροστά στην κάμερα, το πιο χαρακτηριστικό ίσως πράγμα που έχει αφήσει πίσω της δεν είναι κάποια εντυπωσιακή τηλεοπτική στιγμή.
Είναι οι άνθρωποι. Οι ιστορίες τους. Οι σιωπές τους.
Κι εκείνη η αίσθηση ότι, για λίγη ώρα, κάποιος τους κοίταξε όχι σαν δημόσια πρόσωπα, αλλά όπως πραγματικά είναι: ως ανθρώπους με ψυχή, πνεύμα, προτερήματα, ελαττώματα…
Ναι, ομολογώ ότι ως θεατής, μου λείπει από τη σημερινή τηλεόραση.