Αρχική Ελλάδα Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων (Π.Ε.Φ.): Το πολλαπλό βιβλίο και η ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα

Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων (Π.Ε.Φ.): Το πολλαπλό βιβλίο και η ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα

Η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, με αφορμή τη δημοσιοποίηση σε ψηφιακή πλατφόρμα του λεγόμενου «πολλαπλού βιβλίου» ανά μάθημα, εκφράζει την έντονη ανησυχία της τόσο για τους εκπαιδευτικούς στόχους όσο και για τον τρόπο εφαρμογής του μέτρου στην ελληνική εκπαίδευση.

Η συγκεκριμένη «καινοτομία», σύμφωνα με την οποία κάθε σχολείο καλείται να επιλέξει το εγχειρίδιο με το οποίο θα εργαστεί, εγείρει σοβαρές ενστάσεις μεταξύ των φιλολόγων και της ευρύτερης εκπαιδευτικής κοινότητας. Μέσα από την επιλογή βιβλίου για κάθε σχολείο γίνεται ένα ακόμη βήμα στη διάσπαση του ενιαίου χαρακτήρα της εκπαίδευσης, στη δημιουργία σχολείων πολλών ταχυτήτων, μαθητών διαφορετικού μορφωτικού επιπέδου και άνισων εκπαιδευτικών δυνατοτήτων. Τα «καλά» σχολεία θα επιλέγουν βιβλία υψηλών απαιτήσεων, ενώ άλλα θα περιορίζονται σε βιβλία με στοιχειώδεις γνώσεις και επιφανειακή κάλυψη της ύλης. Αυτό οδηγεί σε θεσμικό περιορισμό των μορφωτικών δυνατοτήτων πολλών μαθητών.

Παράλληλα, το πολλαπλό βιβλίο εμφανίζει σοβαρές δυσχέρειες ως προς την πρακτική και παιδαγωγική του λειτουργία λόγω της Τράπεζας Θεμάτων και του συστήματος των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Οι μαθητές θα εξετάζονται με ενιαία κριτήρια, ενώ θα διδάσκονται από διαφορετικά εγχειρίδια ανά σχολείο. Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο: από ποιο βιβλίο θα προετοιμαστούν αποτελεσματικότερα οι υποψήφιοι; Κάποια βιβλία θα προετοιμάζουν καλύτερα τους μαθητές για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις; Η ασάφεια αυτή εντείνει την πίεση που ήδη βιώνουν μαθητές και οικογένειες μέσα σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό εξεταστικό πλαίσιο.

Επιπλέον, ο όρος «πολλαπλό βιβλίο» δημιουργεί την εντύπωση πλουραλιστικής εκπαιδευτικής προσέγγισης. Στην πράξη, όμως, τα Προγράμματα Σπουδών πάνω στα οποία στηρίζονται τα νέα εγχειρίδια είναι ιδιαίτερα κατευθυνόμενα και υπερφορτωμένα, αφήνοντας μικρά περιθώρια πραγματικής διαφοροποίησης. Ταυτόχρονα, όταν όλα τα εγχειρίδια είναι υποχρεωμένα να υπηρετούν τα ίδια Προγράμματα Σπουδών, την ίδια Τράπεζα Θεμάτων και το ίδιο εξεταστικό πλαίσιο, οι ουσιαστικές διαφοροποιήσεις παραμένουν αναπόφευκτα περιορισμένες. Η υποσχόμενη πολλαπλότητα κινδυνεύει έτσι να καταλήξει σε αγορά πολλών βιβλίων με παρόμοιο περιεχόμενο, αλλά διαφορετική εμπορική δυναμική.

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η ίδια η φιλοσοφία του μέτρου. Το λεγόμενο «πολλαπλό βιβλίο» παρουσιάζεται ως διεύρυνση των επιλογών και ενίσχυση της παιδαγωγικής ελευθερίας. Στην πραγματικότητα, όμως, εισάγει στο δημόσιο σχολείο λογικές αγοράς και ανταγωνισμού που ελάχιστη σχέση έχουν με τις μορφωτικές του ανάγκες. Η επιλογή σχολικού εγχειριδίου παύει να αποτελεί αποκλειστικά παιδαγωγικό ζήτημα και κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο προβολής, προώθησης και επικράτησης εκδοτικών συμφερόντων.

Δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς ότι θα αναπτυχθεί έντονος ανταγωνισμός μεταξύ εκδοτικών οίκων και συγγραφικών ομάδων για την επικράτηση των δικών τους διδακτικών πακέτων. Η εμπειρία από αντίστοιχες πρακτικές δείχνει ότι τέτοιες διαδικασίες συχνά συνοδεύονται από άμεσες ή έμμεσες μορφές προώθησης, παρουσιάσεις, επιμορφωτικές δράσεις και άλλες παρεμβάσεις με στόχο την επιλογή συγκεκριμένων εγχειριδίων από τις σχολικές μονάδες. Έτσι, ο εκπαιδευτικός κινδυνεύει να μετατραπεί από λειτουργός της εκπαίδευσης σε καταναλωτή εκπαιδευτικών προϊόντων και το σχολείο σε χώρο ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών εκδοτικών προτάσεων. Αυτό επιβεβαιώνεται ήδη από τις συνεχείς προσκλήσεις εκπαιδευτικών σε σεμινάρια που διοργανώνουν εκδοτικοί οίκοι και συγγραφικές ομάδες που έχουν αναλάβει τη σύνταξη των νέων εγχειριδίων.

Η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων θεωρεί ότι το δημόσιο σχολείο δεν έχει ανάγκη από έναν ιδιότυπο «διαγωνισμό επικράτησης» σχολικών εγχειριδίων ούτε από τη μεταφορά των μηχανισμών της αγοράς στο εσωτερικό της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η γνώση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως προϊόν προς προώθηση και η εκπαιδευτική πολιτική δεν μπορεί να υποκαθίσταται από τον ανταγωνισμό εκδοτικών οίκων και συγγραφικών ομάδων. Η εκπαίδευση οφείλει να υπηρετεί πρωτίστως μορφωτικούς και παιδαγωγικούς σκοπούς και όχι να δημιουργεί νέες αγορές επιρροής στο εσωτερικό του δημόσιου σχολείου.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και ο τρόπος με τον οποίο καλούνται οι σχολικές μονάδες να επιλέξουν τα νέα εγχειρίδια. Πρόκειται για βιβλία που θα χρησιμοποιηθούν τα επόμενα σχολικά έτη και θα επηρεάσουν ουσιαστικά τη μαθησιακή πορεία χιλιάδων μαθητών. Ωστόσο, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να λάβουν μια τόσο κρίσιμη παιδαγωγική απόφαση μέσα σε ασφυκτικά χρονικά περιθώρια, χωρίς να έχει προηγηθεί επαρκής χρόνος μελέτης, συζήτησης και ουσιαστικής αποτίμησης των διαθέσιμων διδακτικών πακέτων. Η επίκληση της «αυτονομίας» και της «ελεύθερης επιλογής» χάνει έτσι μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας της, όταν δεν συνοδεύεται από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για μια τεκμηριωμένη και παιδαγωγικά υπεύθυνη κρίση.

Παράλληλα, η δυνατότητα επιλογής εγχειριδίου φέρνει τους εκπαιδευτικούς αντιμέτωπους με ένα σύνθετο δίλημμα: αν θα στραφούν σε πιο απαιτητικά ή σε πιο προσιτά βιβλία. Η διαδικασία αυτή ενδέχεται να ενισχύσει εκπαιδευτικές ανισότητες μεταξύ σχολείων και μαθητών. Την ίδια στιγμή, οι συχνές μετακινήσεις εκπαιδευτικών —ιδίως αναπληρωτών— καθιστούν την εφαρμογή του μέτρου ακόμη δυσκολότερη, καθώς οι εκπαιδευτικοί που τοποθετούνται σε περισσότερα από ένα σχολεία θα κληθούν να διδάξουν διαφορετικά βιβλία. Ένας φιλόλογος που αλλάζει σχολική μονάδα μέσα στη χρονιά ή από έτος σε έτος θα καλείται κάθε φορά να προσαρμόζεται σε διαφορετικό εγχειρίδιο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη συνέχεια και τη σταθερότητα της διδασκαλίας. Επίσης, οι μαθητές που αλλάζουν σχολείο κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς είναι υποχρεωμένοι να προσαρμόζονται σε διαφορετικά εγχειρίδια και διαφορετικές διδακτικές οργανώσεις της ίδιας ύλης.

Ανησυχία, επίσης, προκαλεί και η προβλεπόμενη χρήση ψηφιακών ασκήσεων μέσω κωδικών QR. Πέρα από το γεγονός ότι πολλά σχολεία, κυρίως σε απομακρυσμένες ή οικονομικά ασθενέστερες περιοχές, εξακολουθούν να μη διαθέτουν σταθερή πρόσβαση στο διαδίκτυο ή επαρκή τεχνολογική υποδομή, προβληματίζει και η κατάχρηση συχνά μη ουσιαστικών ψηφιακών δραστηριοτήτων, σε βάρος του έντυπου βιβλίου. Υπό αυτές τις συνθήκες, η φιλοσοφία του ψηφιακού πολλαπλού βιβλίου κινδυνεύει να αποδειχθεί όχι μόνο άνιση και πρακτικά δυσχερής, αλλά και παιδαγωγικά αμφισβητήσιμη.

Συνεπώς, το λεγόμενο «πολλαπλό βιβλίο» είναι κατ’ επίφαση πολλαπλό, αφού για κάθε σχολείο και κάθε μαθητή θα εξακολουθήσει να είναι ένα και μοναδικό. Πόσο μάλλον, όταν για συγκεκριμένα διδακτικά αντικείμενα δεν υπάρχουν περιθώρια επιλογής, καθώς τα προσφερόμενα εγχειρίδια δεν είναι περισσότερα του ενός.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων θεωρεί αναγκαία την έναρξη ενός ουσιαστικού διαλόγου με την εκπαιδευτική κοινότητα πριν από οποιαδήποτε πιλοτική ή γενικευμένη εφαρμογή του θεσμού. Ένας διάλογος που θα λάβει σοβαρά υπόψη τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας των σχολείων, το ισχύον εξεταστικό σύστημα, την κινητικότητα εκπαιδευτικών και μαθητών και τις υπαρκτές ανισότητες στις ψηφιακές υποδομές. Μόνο μέσα από μια τέτοια διαδικασία μπορεί μία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση να υπηρετήσει την ισοτιμία, τη συνοχή και την παιδαγωγική ουσία της δημόσιας εκπαίδευσης.

Για το Δ.Σ

 Η πρόεδρος                                                                        Ο γενικός γραμματέας

Μαρία Κ. Πεσκετζή                                                                Γιώργος  Σαραντόπουλος 

Προηγούμενο άρθροΜε απόλυτη επιτυχία ολοκληρώθηκε το Connect Pella Festival 2026 στα Γιαννιτσά!
Επόμενο άρθροΠρόγραμμα Νίκου Ανδρουλάκη, Προέδρου ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής