
Η κακή ποιότητα και η μειωμένη διάρκεια ύπνου δεν επηρεάζουν μόνο την ενέργεια μέσα στην ημέρα, αλλά και τον τρόπο που τρώμε. Πολλοί άνθρωποι παρατηρούν ότι όταν δεν κοιμούνται καλά, πεινάνε περισσότερο και έχουν ιδιαίτερη προτίμηση για γλυκά και λιπαρά τρόφιμα. Αυτό δεν είναι απλώς θέμα θέλησης, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων ορμονικών και νευροβιολογικών μηχανισμών.

Σε ορμονικό επίπεδο, η στέρηση ύπνου διαταράσσει την ισορροπία μεταξύ λεπτίνης και γκρελίνης. Η λεπτίνη, που προάγει τον κορεσμό, μειώνεται, ενώ η γκρελίνη, που διεγείρει την όρεξη, αυξάνεται (Taheri et al., 2004; Spiegel et al., 2004). Παράλληλα, διαταράσσεται και ο κιρκάδιος ρυθμός αυτών των ορμονών, με αποτέλεσμα η πείνα να εμφανίζεται σε ώρες που φυσιολογικά θα έπρεπε να υπάρχει κορεσμός, όπως τη νύχτα.
Ωστόσο, η αυξημένη πρόσληψη τροφής δεν εξηγείται μόνο από τη «βιολογική πείνα». Κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν τα κυκλώματα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Σε συνθήκες στέρησης ύπνου, παρατηρείται αυξημένη δραστηριότητα σε περιοχές που σχετίζονται με την ευχαρίστηση από το φαγητό, ενώ μειώνεται ο έλεγχος από τον προμετωπιαίο φλοιό. Αυτό οδηγεί σε αυξημένη επιθυμία για τρόφιμα υψηλής θερμιδικής αξίας και μειωμένη ικανότητα αυτορρύθμισης (Greer et al., 2013).
Σε αυτό το σημείο, το ενδοκανναβινοειδές σύστημα φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο. Το σύστημα αυτό, μέσω ουσιών όπως το 2-arachidonoylglycerol (2-AG), ρυθμίζει την όρεξη και την «ανταποδοτική αξία» της τροφής. Σε συνθήκες έλλειψης ύπνου, τα επίπεδα του 2-AG αυξάνονται σημαντικά, ιδιαίτερα κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες (Hanlon et al., 2016).
Η αύξηση αυτή δεν οδηγεί απλώς σε μεγαλύτερη πείνα, αλλά κυρίως σε ενίσχυση της ηδονικής πρόσληψης τροφής. Με άλλα λόγια, το φαγητό γίνεται πιο «ελκυστικό» και ευχάριστο, ανεξάρτητα από τις πραγματικές ενεργειακές ανάγκες. Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα αλληλοεπιδρά στενά με τη ντοπαμίνη, ενισχύοντας τη δραστηριότητα των κυκλωμάτων ανταμοιβής και αυξάνοντας την επιθυμία για snack και τρόφιμα πλούσια σε ζάχαρη και λιπαρά.
Παράλληλα, η στέρηση ύπνου επηρεάζει και τον μεταβολισμό. Παρατηρείται μειωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη και διαταραχή της ρύθμισης της γλυκόζης, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένη ανάγκη για άμεση ενεργειακή πρόσληψη (St-Onge et al., 2011). Επιπλέον, αυξάνονται τα επίπεδα κορτιζόλης, ιδιαίτερα τις απογευματινές και βραδινές ώρες, ενισχύοντας την όρεξη και τη συναισθηματική κατανάλωση τροφής (Benedict et al., 2011).
Συνολικά, η στέρηση ύπνου δημιουργεί ένα «διπλό χτύπημα»: από τη μία αυξάνει τη βιολογική πείνα και από την άλλη ενισχύει την επιθυμία για ευχάριστες τροφές μέσω του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος και των κυκλωμάτων ανταμοιβής. Το αποτέλεσμα είναι αυξημένη κατανάλωση ενεργειακά πυκνών τροφών και αυξημένος κίνδυνος παχυσαρκίας.
Συνεπώς, η βελτίωση του ύπνου, δεν αφορά μόνο την ξεκούραση, αλλά αποτελεί βασικό εργαλείο για τη ρύθμιση της όρεξης, της διατροφικής συμπεριφοράς και της μεταβολικής υγείας.
- Η Ελένη Περράκη είναι πνευμονολόγος, εξειδικευμένη στις διαταραχές ύπνου. Είναι από το 2002 συνεργάτης της κλινικής ύπνου του νοσοκομείου Ευαγγελισμός, ενώ το ιατρείο της βρίσκεται επί της οδού Ζωοδόχου Πηγής 4, στο Χαλάνδρι.

















