
Είναι ευρέως γνωστό ότι το φυσικό περιβάλλον αποτελεί αξιακό στοιχείο για τη χώρα μας. Τα χαρακτηριστικά που τονίζουν αυτή τη μοναδικότητα συνδέονται με κλιματικούς, εδαφικούς και ιστορικούς παράγοντες. Στην Ελλάδα σύμφωνα με όσα τονίζει στο Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο κ. Μιχάλης Βραχνάκης, καθηγητής στο Τμήμα Δασολογίας, Επιστημών Ξύλου και Σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, διακρίνεται ποικιλία κλιματικών τύπων, από τον μεσευρωπαϊκό της λεκάνης των Πρεσπών, στον ημιερημικό της Κρήτης.
Τα εδάφη, ως έκφραση του ποικίλου γεωλογικού υποστρώματος, της ιστορικής χρήσης και της επίδρασης της θάλασσας και του ανέμου κυμαίνονται από τα βαθιά, πλούσια σε θρεπτικά των προσχωσιγενών θέσεων των εκβολών των ποταμών της χώρας, μέχρι τα επιφανειακά και φτωχά σε θρεπτικά των ψευδαλπικών υψομέτρων. Η δε ιστορική χρήση των εδαφοπονικών πόρων ακολούθησε την έντονη, μακραίωνη ιστορικότητα της χώρας, ως σταυροδρόμι πολιτισμών και λαών. Έτσι η διαχείριση των πρωτογενών στοιχείων της ελληνικής υπαίθρου, και κυρίως της βλάστησης, αποτελεί πρόκληση και δύσκολη άσκηση και σε καμία περίπτωση δεν ομοιάζει με αυτή των κεντρο/βορειο/Ευρωπαϊκών οικοσυστημάτων, όπου οι οικολογικές συνθήκες και η ιστορική χρήση παρουσιάζουν μικρότερο εύρος μεταβολής.
Ο κ. Βραχνάκης τονίζει πως ορθά πράττοντας η δασολογική επιστήμη στη χώρα μας, δηλ. η καθ’ ύλη αρμόδια για τη διαχείριση των χερσαίων φυσικών οικοσυστημάτων και των βιοτικών και αβιοτικών στοιχείων αυτών, εφαρμόζει στη διαχειριστική της λογική τέσσερις αρχές. Ως πρώτη αναφέρεται η αρχή της αειφορίας των καρπώσεων, η οποία με τις τελευταίες εξελίξεις της επιστήμης έχει προσανατολιστεί στην αειφορία των οικοσυστημάτων, δηλ. στη διασφάλιση των ίδιων των οικοσυστημάτων, ώστε αυτά να προσφέρουν προϊόντα και υπηρεσίες στο διηνεκές. Δεύτερη αρχή είναι αυτή της φυσικής αναγέννησης, δηλ. δίνεται, σύμφωνα με τον ερευνητή, έμφαση και «διευκολύνεται» η φυσική αναγέννηση των βιοτικών στοιχείων των οικοσυστημάτων, με την ελάχιστη τεχνητή υποβοήθηση από τον άνθρωπο και μόνο εκεί που επιβάλλεται (π.χ. αναδασώσεις). Η αρχή των πολλαπλών σκοπών προβάλλει ως η τρίτη αρχή – δεδομένης της διασφάλισης των οικοσυστημικών λειτουργιών ο διαχειριστής μπορεί να οργανώνει πολυδιάστατες και όχι μονοσήμαντες καρπώσεις, όπως π.χ. διαχείριση ενός δάσους όχι μόνο για ξυλοπαραγωγή, αλλά και μελισσοκομική αξιοποίηση. Η τέταρτη αρχή, αυτή της προστασίας, ενσωματώνει την προστασία όλων των φυσικών οικοσυστημάτων εντός της διαχείρισής τους – διαχειριζόμαστε τα φυσικά οικοσυστήματα για να τα προστατεύσουμε.
Τα τελευταία χρόνια ο κ. Βραχνάκης και οι επιστημονικοί συνεργάτες του Εργαστηρίου Λιβαδοπονίας και Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, έχουν παρουσιάσει σε διάφορα συνέδρια και επιστημονικά fora, μία πέμπτη αρχή η οποία συνδέεται με την ιστορικότητα των διαχειριζόμενων περιοχών. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο κ. Βραχνάκης, «τα φυσικά οικοσυστήματα διαχειρίζονται με κάθε σύγχρονο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη την αποτελεσματική ιστορική διαχείριση και χρήση των φυσικών πόρων τους». Δύο είναι τα σημαντικά στοιχεία που εισάγει η αρχή της ιστορικότητας, σύμφωνα με τον ίδιο… Το πρώτο είναι η εφαρμογή σύγχρονων μέσων στη διαχειριστική πρακτική. Έτσι, αφού ο διαχειριστής εντοπίσει τα ιστορικά αξιακά στοιχεία διαχείρισης που προάγουν τις οικοσυστημικές λειτουργίες, την προστασία, τη διαδικασία της φυσικής αναγέννησης, και την πολυλειτουργικότητα των λιβαδικών οικοσυστημάτων, καλείται να τα επανεισάγει λαμβάνοντας όμως υπόψη το νέο ιστορικό πλαίσιο στη διαχείριση, όπως αυτό καθορίζεται από τις σύγχρονες ανάγκες και πρακτικές, και την επιστημονική πρόοδο. Έτσι, η υιοθέτηση εφαρμογών όπως του Internet of Things, της Τεχνητής Νοημοσύνης (Artificial Intelligence), smart εφαρμογών ή εφαρμογών GIS και μοντελοποίησης, μπορούν να διευκολύνουν την εφαρμογή και να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα των ιστορικών πρακτικών.
Το δεύτερο στοιχείο είναι η κριτική θεώρηση των ιστορικών πρακτικών. Η ιστορική αναδίφηση παλαιότερων πρακτικών αναδεικνύει σε κάποιες περιπτώσεις λαθεμένες χρήσεις των φυσικών οικοσυστημάτων. Συνήθως αυτό αποτυπώνεται στην υπερεντατική ή αλόγιστη χρήση των φυσικών πόρων κατά το παρελθόν. Για παράδειγμα, τονίζει ο καθηγητής, κοινός τόπος πολλών λιβαδικών τοπίων κατά το παρελθόν ήταν η υπερβόσκησή τους. Αυτό αντανακλάται σε φωτογραφίες, τοπιογραφικές εικαστικές δημιουργίες, αεροφωτογραφίες και προφορικές μαρτυρίες αλλά και από τα φαινόμενα διάβρωσης του εδάφους, μείωσης της βιοποικιλότητας κ.ά. «Διατυπωμένο ως Τραγωδία των Κοινών (Hardin 1968), το ασαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς, το κοινόχρηστο σύστημα βόσκησης και η μη ρυθμισμένη εποπτεία προστασίας των λιβαδικών πόρων οδήγησε αρκετές φορές κατά το παρελθόν σε σημαντική υποβάθμιση των λιβαδικών οικοσυστημάτων», δεν παραλείπει να αναφέρει.
Αντιθέτως, υπάρχει πλειάδα πρακτικών που εφαρμόζονταν στο παρελθόν, των οποίων η αναβίωση και επανεφαρμογή θα φέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα στην ορθολογική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Ενδεικτικά, τονίζει από τον χώρο της Λιβαδοπονικής επιστήμης αναφέρονται τα συστήματα μετακινούμενης κτηνοτροφίας, τα αγροδασικά (δασολιβαδικά) συστήματα, η κλαδονομή και η διατήρηση των αιωνόβιων δέντρων, οι πετρόχτιστοι μαντρότοιχοι και οι άλλες ξερολιθικές υποδομές που απαντώνται σε πολλές περιοχές της χώρας, το σύστημα των σμιχτών που απαντάται στη Σκύρο και αλλού. Η καθεμία από όλες αυτές της πρακτικές, με την έντονη ιστορικότητα που μεταφέρει, συνδέεται με μεγάλο αριθμό ωφελειών τόσο για τον άνθρωπο όσο και για το φυσικό περιβάλλον – η πλήρης αρίθμηση των οποίων ξεφεύγει από τον σκοπό αυτού του άρθρου. Για να καταλήξει ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας:
«Καλείται λοιπόν, ο σύγχρονος διαχειριστής να εντοπίσει τις παραδοσιακές, περιβαλλοντικά και κοινωνικοοικονομικά ορθές πρακτικές διαχείρισης, να τις διαχωρίσει από τις επιζήμιες και να εφαρμόσει τις καταλληλότερες από αυτές με τη χρήση σύγχρονων μέσων. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να αξιοποιήσει τη συσσωρευμένη τεχνογνωσία στη διαχείριση των φυσικών πόρων και να εντοπίσει λύσεις σε σύγχρονα προβλήματα, καθιστώντας τη διαχείριση των φυσικών οικοσυστημάτων αποτελεσματική και υποστηρικτική των τεσσάρων υπολοίπων αρχών. Η ενσωμάτωση της αρχής της ιστορικότητας στις προδιαγραφές των διαχειριστικών σχεδίων των δασικών και λιβαδικών οικοσυστημάτων προβάλλει ως ανάγκη, στενά συνδεδεμένη με την πολιτισμικότητα του υπαίθριου χώρου, αλλά και της ίδιας της χώρας».
*Η φωτογραφία είναι του ΑΠΕ-ΜΠΕ
ΑΠΕ-ΜΠΕ/Αποστόλης Ζώης











