
Κρυμμένη ανάμεσα στα πυκνά δάση και τις απόκρημνες πλαγιές του Μενοικίου όρους, μόλις 12 χλμ βορειοανατολικά της πόλης των Σερρών, η ιερά μονή Τιμίου Προδρόμου στέκεται σαν φρουρός αιώνων.
Από το πρώτο βήμα στα πέτρινα μονοπάτια της, η αίσθηση ηρεμίας και ιστορικού μεγαλείου πλημμυρίζει τον επισκέπτη. Ο ήχος του ανέμου που διαπερνά τα πεύκα, η δροσιά της χαράδρας και η σιωπή της ησυχαστικής ζωής δημιουργούν έναν χώρο, όπου το παρελθόν και το παρόν ενώνονται σε μια μοναδική εμπειρία. Η μονή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ορθόδοξα προσκυνήματα της Μακεδονίας και της Ευρώπης, και κάθε 29 Αυγούστου χιλιάδες πιστοί κατακλύζουν το μοναδικής αρχιτεκτονικής μοναστικό συγκρότημα για την εορτή της Αποτομής της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου.
Η επίσκεψη στην μονή, ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες, όταν η πρωινή πάχνη σκεπάζει το γυναικείο μοναστικό συγκρότημα, είναι μια εμπειρία. Είναι σαν ο επισκέπτης να βιώνει μέσα σε μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα ένα ταξίδι στο χρόνο και στην ιστορία. Ολόκληρο το μοναστήρι με τα λιθόστρωσα δρομάκια, τα πετρόχτιστα κτίσματα με τα ξύλινα μπαλκόνια, τη μαρμάρινη φιάλη, το μουσείο και το παλιό κελάρι, φαντάζει ως ένα σκηνικό κινηματογραφικής ταινίας. Μιας ζώσας όμως ταινίας, που αφηγείται εξαιρετικά πολλούς και σημαντικούς σταθμούς της Ορθοδοξίας και του Βυζαντίου.
Η ιστορία της μονής είναι πλούσια και γεμάτη γεγονότα. Ο πρώτος κτήτορας ήταν ο Σερραίος αγιορείτης μοναχός, ερημίτης και μετέπειτα επίσκοπος Άγιος Ιωαννίκιος, που ίδρυσε το μοναστήρι το 1270. Το 1300, ο ανιψιός και διάδοχός του Άγιος Ιωακείμ, ανέλαβε την ανέγερση του Καθολικού, της Τράπεζας και των ψηλών τειχών γύρω από τη μονή. Χάρη στη σπάνια πολιτική διορατικότητα, προείδε τον κίνδυνο από την πιθανή επέκταση των Οθωμανών στη Μακεδονία και φρόντισε να εξασφαλίσει φιρμάνι το 1372, που προστάτευε τη μονή από τις αυθαιρεσίες των Τούρκων.
Από το 1457 έως το 1462, στη μονή μόνασε ο πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, Γεννάδιος Σχολάριος. Έζησε εκεί μέχρι τον θάνατό του και τάφηκε κοντά στους τάφους των δύο κτητόρων. Το 1854 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, τα οποία φυλάσσονται μέχρι σήμερα σε ειδική λάρνακα, αποτελώντας πόλο προσκύνησης για πιστούς και μελετητές της ιστορίας.
Ανεκτίμητης ιστορικής αξίας τοιχογραφίες
Το Καθολικό αποτελεί μνημείο βυζαντινής αγιογραφίας. Οι τοιχογραφίες του αποδίδονται στον Μακεδόνα αγιογράφο Μ. Πανσέληνο και οι παλαιότερες έγιναν κατά την ηγουμενία του Ιωακείμ. Χαρακτηρίζονται για την εκφραστικότητα, τον ρεαλισμό και την παθητικότητα, μαρτυρώντας την πνευματικότητα και την τεχνική δεξιοτεχνία της εποχής. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1804 φιλοξενεί δεξιά και αριστερά τις εικόνες του Χριστού Παντοκράτορα και της Παναγίας Οδηγήτριας, που προέρχονται από το αρχικό τέμπλο και μαζί με το πρώτο στρώμα τοιχογραφιών της Ενάτης αντιπροσωπεύουν την ακμή της τέχνης των Παλαιολόγων.
Οι ανεκτίμητης ιστορικής αξίας τοιχογραφίες του Καθολικού είναι γεγονός πως καθηλώνουν τη ματιά του επισκέπτη. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουν τον αγιογραφικό πλούτο, με τον οποίο είναι κοσμημένος ο μικρός αυτός ναός.
«Στο μακραίωνο βίο της, η μονή γνώρισε περιόδους πνευματικής, καλλιτεχνικής και οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και περιόδους ύφεσης, διατηρώντας πάντα στενές σχέσεις με την πόλη των Σερρών», τονίζει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η Έφορος Αρχαιοτήτων Καβάλας Σταυρούλα Δαδάκη, που πριν από μερικά χρόνια είχε αναλάβει το μεγάλο και δύσκολο έργο της αποκατάσταση των αγιογραφιών».
«Οι σωζόμενες τοιχογραφίες, εικόνες, εκκλησιαστικά κειμήλια, τα χειρόγραφα και τα αντικείμενα της μικροτεχνίας», συνεχίζει η κ. Δαδάκη, «δίδουν μια πλήρη εικόνα της καλλιτεχνικής και πνευματικής ακτινοβολίας που γνώρισε από την ίδρυσή της έως σήμερα και την καθιστούν ένα ζωντανό μουσείο της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής τέχνης».
«Οι τοιχογραφίες του καθολικού, γνωστές στην επιστημονική έρευνα από το 1973, χρονολογούνται σε διαφορετικές εποχές, αποκαλύπτοντας την πολυεπίπεδη καλλιτεχνική και πνευματική ιστορία της μονής. Στόχος του έργου ήταν η συντήρηση και ανάδειξη των ορατών βυζαντινών στρωμάτων των τοιχογραφιών του καθολικού και η αποκάλυψη παλαιότερων στρωμάτων, την ύπαρξη των οποίων είχε πιστοποιήσει η μελέτη», καταλήγει η προϊσταμένη στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Καβάλας.
Το Καθολικό αποτελείται από δύο νάρθηκες, τον κυρίως ναό και το Ιερό Βήμα. Ο πρώτος νάρθηκας, δυτικά, ονομάζεται Ενάτη και φιλοξενεί τοιχογραφικό διάκοσμο του 14ου αιώνα. Ο δεύτερος, ο Μεσονυκτικός, και οι υπόλοιπες επιφάνειες του κυρίως ναού φέρουν στρώμα επιζωγράφησης του 1805 στο Μεσονυκτικό και του 1803 στον κυρίως ναό και το Ιερό Βήμα.
Η πλούσια ιστορία και οι δύσκολες στιγμές
Η αρχιτεκτονική του συγκροτήματος συνδυάζει μεγαλοπρέπεια και λειτουργικότητα. Το Καθολικό συνοδεύεται από το Μακρυναρίκι (μια μακρόστενη αίθουσα στη νότια πλευρά), τα παρεκκλήσια του Αγίου Σπυρίδωνος και του Ιωάννη του κτήτορος, τον πύργο του κωδωνοστασίου και το προστώο στην δυτική όψη. Κάθε λεπτομέρεια, κάθε πέτρα και κάθε τοιχογραφία αφηγούνται την ιστορία αιώνων πίστης.
Η μονή έχει βιώσει δύσκολες στιγμές. Οι ληστρικές επιδρομές των βουλγαρικών στρατευμάτων το 1917 και το 1941 στέρησαν ανεκτίμητης αξίας κειμήλια, ενώ η μεγάλη πυρκαγιά του 2010 προκάλεσε σοβαρές ζημιές στους χώρους της. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, με τη συνδρομή των υπηρεσιών του υπουργείου Πολιτισμού, της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και την ευαισθητοποίηση πολλών προσκυνητών, ξεκίνησε μια μεγάλη προσπάθεια για την πλήρη αποκατάσταση των ζημιών, επαναφέροντας την μονή στην παλιά της αίγλη.
Το 1986 εγκαταστάθηκε στην μονή γυναικεία αδελφότητα από την ιερά μονή Παναγίας Οδηγήτριας Πηλίου, υπό την καθοδήγηση του γέροντος Εφραίμ της μονής Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Τα μέλη αυτής της δραστήριας γυναικείας αδελφότητας μέσα από την αδιάκοπη προσφορά τους, τα χειροποίητα παραδοσιακά προϊόντα που παρασκευάσουν, τις χειροτεχνίες τους και κυρίως την αγάπη τους για την μονή, μπόρεσαν να την ανασυστήσουν εκ βάθρων.
Σήμερα, η ιερά μονή Τιμίου Προδρόμου δεν είναι απλώς ένα μνημείο ή ένα μουσείο, είναι ένας ζωντανός τόπος πνευματικής αναγέννησης. Κάθε τοιχογραφία, κάθε εικόνα και κάθε πέτρα μαρτυράει την πλούσια ιστορική παράδοση αλλά και την παρακαταθήκη που κουβαλάει η μονή, ενώ οι επισκέπτες γίνονται μέρος αυτής της παράδοσης αιώνων. Η μονή φωτίζει πνευματικά όχι μόνο την Μακεδονία αλλά ολόκληρη την Ορθοδοξία και την ευρωπαϊκή βυζαντινή παράδοση, προσφέροντας μια μοναδική εμπειρία για όσους την επισκέπτονται.
ΑΠΕ-ΜΠΕ
















