
Γράφει ο Τρύφων Τοπαλίδης, ερευνητής τοπικής ιστορίας
Στο προηγούμενο άρθρο μας στον «Έμβολο» δημοσιεύτηκε η ανταπόκριση του Olindo Bitetti στην εφημερίδα Corriere della Sera του Μιλάνου για τη μάχη του Καρά Ασμάκ. Αναφέραμε ότι ο Ιταλός δημοσιογράφος μαζί με τους συναδέλφους του πολεμικούς ανταποκριτές G. J. Stevens της Daily Telegraph, Haworth J. Woodley του Central News Agency και Κωνσταντίνο Πούπτη της Daily Chronicle, ήταν οι πρώτοι δημοσιογράφοι που έφθασαν στη σιδηροδρομική γέφυρα του Λουδία την επόμενη ημέρα της μάχης (21 Οκτωβρίου), αλλά απομακρύνθηκαν από άνδρες της Στρατονομίας της 7ης Μεραρχίας. Σε αυτό το άρθρο, μετά από μια γενική αναφορά στους πολεμικούς ανταποκριτές που κάλυψαν τις επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού και στη λογοκρισία που επιβλήθηκε στον Τύπο κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, παραθέτουμε σε ελληνική μετάφραση την ανταπόκριση του Woodley για τη μάχη του Καρά Ασμάκ, όπως δημοσιεύθηκε στις 7 Ιανουαρίου 1913 στο Journal de Genève.
Η δημοσιογραφική κάλυψη των Βαλκανικών Πολέμων
Τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912–1913 κάλυψαν, σε όλα τα μέτωπα, περισσότεροι από 200 διαπιστευμένοι ανταποκριτές. Οι ξένοι δημοσιογράφοι ήταν Βρετανοί, Γάλλοι, Γερμανοί, Αμερικανοί, Ιταλοί, Ρώσοι, Αυστριακοί, Τσέχοι, Ούγγροι και Σκανδιναβοί. Ανάμεσά τους υπήρχαν αρκετοί φωτογράφοι και κινηματογραφιστές· οι τελευταίοι υπολογίζεται ότι παρήγαγαν περίπου 109 ταινίες ντοκιμαντέρ. Πολλές μεγάλες εφημερίδες δεν αρκέστηκαν στην αποστολή ενός μόνο ανταποκριτή, αλλά έστειλαν αρκετούς, για να καλύψουν τις εξελίξεις σε καθεμία από τις εμπόλεμες χώρες. Για παράδειγμα, οι Times και η Daily Telegraph του Λονδίνου, έστειλαν δημοσιογράφους στην Τουρκία, στην Ελλάδα, στη Βουλγαρία, τη Σερβία και στο Μαυροβούνιο.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, το «Μητρώο Πολεμικών Ανταποκριτών» που τηρούσε το Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών (Εικόνα 1) αποκαλύπτει ότι πάνω από 50 ήταν οι διαπιστευμένοι πολεμικοί ανταποκριτές, Έλληνες και ξένοι. Από αυτούς σχεδόν οι μισοί ακολούθησαν τις επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού στο μέτωπο της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας και οι υπόλοιποι στο μέτωπο της Ηπείρου. Όσον αφορά ειδικότερα τη μάχη του Καρά Ασμάκ, εκτός του Bitetti και του Woodley, αξιόλογες ανταποκρίσεις και περιγραφές της μετέδωσαν στις εφημερίδες τους οι δημοσιογράφοι Γεράσιμος Θ. Βώκος (Πατρίς), Δημήτριος Γατόπουλος (Χρόνος), Γρηγόριος Βασιλάς (Νέα Ημέρα Τεργέστης), Γεώργιος Αθανασιάδης–Νόβας (Ακρόπολις), καθώς και οι έφεδροι Περικλής Π. Καλλιδόπουλος (Νέα Ημέρα Τεργέστης) και Παναγιώτης Ε. Αγγελάκης (Αστραπή, Χρονογράφος).
Εικόνα 1: Το εξώφυλλο και η πρώτη σελίδα του «Μητρώου Πολεμικών Ανταποκριτών»
που τηρούσε το Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών.
Οι περιορισμοί και η λογοκρισία των πολεμικών ανταποκριτών

Οι ανταποκριτές, στις αναφορές των οποίων βασίζονταν οι εφημερίδες για την κάλυψη των γεγονότων, δεν έφτασαν ποτέ στην πρώτη γραμμή διεξαγωγής των πραγματικών μαχών. Όλα τα εμπόλεμα βαλκανικά κράτη επέβαλαν αυστηρούς κανόνες περιορισμών και λογοκρισίας. Ειρωνική και αιχμηρή είναι η γελοιογραφία για την «Ελευθερία του Τύπου» που δημοσίευσε στις 30 Οκτωβρίου 1912 το σατιρικό περιοδικό Punch του Λονδίνου (Εικόνα 2).
Οι δημοσιογράφοι τελούσαν υπό τον αυστηρό έλεγχο των στρατιωτικών αρχών —φαινόμενο άγνωστο σε προηγούμενες στρατιωτικές συρράξεις, όπως ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ρώσο-Ιαπωνικός Πόλεμος του 1904–1905. Η κάλυψη των πολεμικών συγκρούσεων βασίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου σε μεταγενέστερες των γεγονότων μαρτυρίες και αναφορές στρατιωτικών πηγών τις οποίες οι ανταποκριτές αδυνατούσαν να διασταυρώσουν.
Οι αρχισυντάκτες των εφημερίδων βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια δύσκολη κατάσταση. Από τη μία πλευρά το αναγνωστικό τους κοινό διψούσε για λεπτομερή κάλυψη των Βαλκανικών Πολέμων και από την άλλη οι πληροφορίες που έφταναν στα γραφεία των εφημερίδων από το θέατρο των επιχειρήσεων ήταν εξαιρετικά ασαφείς. Η λονδρέζικη εφημερίδα The Times, η οποία από τον Οκτώβριο του 1912 μέχρι το τέλος Αυγούστου του 1913 δημοσίευσε τουλάχιστον 158 κύρια άρθρα για τους Βαλκανικούς Πολέμους, επισήμαινε ότι όλες οι ειδήσεις από τα Βαλκάνια κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων έπρεπε να αντιμετωπίζονται με προσοχή, εξαιτίας των αυστηρών μέτρων λογοκρισίας που επέβαλαν στους δημοσιογράφους τα εμπόλεμα κράτη.
Το Υπουργείο Στρατιωτικών καθόρισε αυστηρότατους κανόνες για τους πολεμικούς ανταποκριτές. Στις 9 Οκτωβρίου ο υπουργός των Στρατιωτικών Ελευθέριος Βενιζέλος γνωστοποίησε στον ομόλογό του υπουργό Εξωτερικών τα ακόλουθα: «Οι ανταποκριτές ελληνικών και ξένων εφημερίδων που επιθυμούν να παρακολουθήσουν τις πολεμικές επιχειρήσεις θα γίνονται δεκτοί στα Στρατηγεία του Στρατού Θεσσαλίας και Ηπείρου υπό τους ακόλουθους όρους: Πρέπει να έχουν πιστοποιήσει την ιδιότητά τους, προσκομίζοντας σχετικό πιστοποιητικό της εφημερίδας τους, αν πρόκειται για ελληνικές εφημερίδες, ή πιστοποιητικό της αντίστοιχης πρεσβείας στην Αθήνα, αν πρόκειται για ξένες εφημερίδες. Πρέπει να διαθέτουν άλογο ή οποιοδήποτε άλλο μεταφορικό μέσο, εφόσον τους είναι απαραίτητο, καθώς η Στρατιωτική Υπηρεσία δεν παρέχει τέτοια μέσα. Πρέπει να υποβάλουν αίτηση στο Γραφείο Τύπου, το οποίο τη διαβιβάζει, μαζί με τη γνώμη του, στην Επιτελική Υπηρεσία του Υπουργείου Στρατιωτικών. Η υπηρεσία αυτή αποφασίζει οριστικά αν θα γίνει δεκτή η αίτηση. Όταν η αίτηση του ανταποκριτή γίνει οριστικά δεκτή, το Γραφείο Τύπου τού χορηγεί δελτίο άδειας με επικολλημένη τη φωτογραφία του, το οποίο παρουσιάζει στον αρμόδιο αξιωματικό του Επιτελείου των Στρατηγείων του Στρατού Θεσσαλίας ή Ηπείρου. Οι ανταποκριτές που βρίσκονται στο θέατρο του πολέμου θα φέρουν στο στήθος τους, ως διακριτικό, λευκό σήμα με τα γράμματα ΕΦ (εφημερίδα), του οποίου οι διαστάσεις και ο τύπος έχουν καθοριστεί από το Γραφείο Τύπου.»
Ο ίδιος υπουργός, σε νεότερο έγγραφό του με ημερομηνία 12 Οκτωβρίου, διατύπωνε τους αυστηρούς κανόνες που ίσχυαν για τους πολεμικούς ανταποκριτές: «Λαμβάνουν οδηγίες από τον αρμόδιο αξιωματικό του Γενικού Επιτελείου Στρατού στον οποίο μεταβαίνουν και οφείλουν να συμμορφώνονται απόλυτα με αυτές. Κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις το δρομολόγιό τους καθορίζεται από τον παραπάνω αξιωματικό. Δεν μπορούν να εγκαταλείπουν τη στρατιωτική μονάδα που έλαβαν άδεια να ακολουθούν και να μεταβαίνουν σε άλλη χωρίς προηγούμενη έγκριση του αρμόδιου Επιτελείου. Οφείλουν να υποβάλλουν στη λογοκριτική υπηρεσία του Επιτελείου του Αρχηγείου όλα τα τηλεγραφήματά τους και τις επιστολές που προορίζονται για δημοσίευση ασφράγιστες, όπως και τα ταχυδρομικά δέματα που αποστέλλουν. Σε περίπτωση που κάποιος πολεμικός ανταποκριτής δεν συμμορφωθεί με τις καθορισμένες διατυπώσεις, αρνηθεί να υπακούσει στις στρατιωτικές διαταγές ή παραποιήσει τα στρατιωτικά γεγονότα, του απαγορεύεται για ορισμένο χρονικό διάστημα να παρακολουθεί τις πολεμικές επιχειρήσεις ή ακόμη και απομακρύνεται από το θέατρο του πολέμου, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση που συνεπάγεται ποινική δίωξη. Απαγορεύεται να αναφέρουν στις ειδήσεις τους οτιδήποτε αφορά τη σύνθεση του στρατού που διεξάγει τις επιχειρήσεις, τις θέσεις που κατέχει και, γενικά, οτιδήποτε αντιβαίνει στις σχετικές ανακοινώσεις που θα τους κάνει το αρμόδιο Επιτελείο του στρατού τον οποίο ακολουθούν».
Ο Βρετανός πολεμικός ανταποκριτής Haworth J. Woodley

Ο Haworth John Woodley, Βρετανός υπήκοος γεννημένος στην Αγγλία το 1878, ήταν εγκατεστημένος ή δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα ήδη πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους, καθώς από το 1906 υπηρετούσε ως υποπρόξενος των ΗΠΑ στην Πάτρα και αναφέρεται ως έμπορος και ναυτιλιακός πράκτορας. Κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο εμφανίστηκε ως πρώην αξιωματικός (υπολοχαγός) του βρετανικού στρατού, με την ιδιότητα του πολεμικού ανταποκριτή και φωτογράφου του λονδρέζικου Central News Agency.
Στις 9/22 Οκτωβρίου 1912 ο Woodley υπέβαλε αίτηση (Εικόνα 3) στο Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών, για να του χορηγηθεί διαπίστευση (άδεια) προκειμένου να παρακολουθήσει τις πολεμικές επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού στο μέτωπο της Θεσσαλίας, προσκομίζοντας συστατική επιστολή του βρετανού πρέσβη στην Αθήνα Francis Elliot. Στις 10/23 Οκτωβρίου το Γραφείο Τύπου διαβίβασε την αίτησή του στην Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, σημειώνοντας ότι δεν έχει δυσμενείς πληροφορίες για τον συγκεκριμένο ανταποκριτή. Στις 13/26 Οκτωβρίου η αίτηση του Woodley έγινε δεκτή από τον διευθυντή του Έμπεδου Τμήματος της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού Πάτροκλο Κοντογιάννη και την ίδια ημέρα ο Woodley υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση (Εικόνα 4), υποσχόμενος στον λόγο της τιμής του ότι δεν θα μεταδώσει, άμεσα ή έμμεσα, με τηλεγραφήματα ή άλλα μέσα, πληροφορίες που μπορούν να αποκαλύψουν τις κινήσεις του Ελληνικού Στρατού ή να βλάψουν τα συμφέροντα της χώρας.
Εικόνα 4: Η υπεύθυνη δήλωση του Woodley ότι δεν θα μεταδώσει πληροφορίες που μπορεί να αποκαλύψουν τις κινήσεις του Ελληνικού Στρατού ή να βλάψουν τα συμφέροντα της χώρας.
Οι ανταποκρίσεις και, κυρίως, οι φωτογραφίες του Woodley αποτελούν μοναδικές μαρτυρίες για την προέλαση του ελληνικού στρατού στη Μακεδονία. Μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων συγκέντρωσε 96 φωτογραφίες του από το μέτωπο σε ένα χειροποίητο πολυτελές λεύκωμα, με δικές του χειρόγραφες σημειώσεις και επεξηγήσεις, το οποίο αφιέρωσε προσωπικά στον τότε αρχιστράτηγο (και μετέπειτα βασιλιά) Κωνσταντίνο. Το πολύτιμο αυτό λεύκωμα βρίσκεται στο Μουσείο Φωτογραφίας «Χρήστος Καλεμκερής» του Δήμου Καλαμαριάς.
Η ανταπόκριση του Woodley για τη μάχη του Καρά Ασμάκ πέρασε στις σελίδες του ευρωπαϊκού Τύπου. Εδώ παραθέτουμε σε ελληνική μετάφραση το κείμενο της ανταπόκρισής του, όπως δημοσιεύθηκε στο Journal de Genève, γαλλόφωνη ημερήσια εφημερίδα της Ελβετίας, στις 7 Ιανουαρίου 1913 (εικόνα 5).
Η ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΤΟΥ HAWORTH J. WOODLEY
«Ο ΠΟΛΕΜΟΣ”
Η μάχη της γέφυρας του Καρά-Ασμάκ
Καρά-Ασμάκ, 10 Νοεμβρίου 1912
(Από έναν από τους ειδικούς απεσταλμένους μας στον πόλεμο)
Ενώ οι πολυαριθμότερες δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού, υπό τη διοίκηση του Διαδόχου, προχωρούσαν προς τα βορειοανατολικά για να επιτεθούν τους Τούρκους που είχαν οχυρωθεί στα Γιαννιτσά, η 7η Μεραρχία, υπό την διοίκηση του διακεκριμένου στρατιωτικού συνταγματάρχη Κλεομένη, κινήθηκε από τα νοτιοδυτικά προς τις θέσεις που κατείχαν τα τουρκικά στρατεύματα κοντά στα χωριά Λιανοβέργι και Πλατύ. Οι θέσεις αυτές βρίσκονταν κοντά στο μεγάλο δρόμο και τη σιδηροδρομική γραμμή που οδηγούσαν στη Θεσσαλονίκη.

Ένας πλατύς και πολύ βαθύς χείμαρρος, ο Καρά Ασμάκ, που ονομάζεται επίσης Λουδίας, χρησιμεύει ως εκβολή για τον απέραντο βάλτο της λίμνης των Γιαννιτσών. Ρέει παράλληλα με έναν άλλο ποταμό, τον Αξιό, και διασχίζεται από μια μακριά ξύλινη γέφυρα που ενώνει τα δύο τμήματα του δρόμου και, δύο μίλια πιο πέρα, από μια σιδηροδρομική γέφυρα.
Την παραμονή της μάχης είχα περάσει τη νύχτα στο χωριό Γιδάς και πολύ πριν από την αυγή ένα αυτοκίνητο με μετέφερε με μεγάλη ταχύτητα προς τις τουρκικές θέσεις. Γνωρίζοντας ότι βρίσκονταν σε κάποια απόσταση μπροστά μου, είχα τα μάτια μου ορθάνοιχτα. Καθώς προχωρούσα, προσπέρασα αρκετά πτώματα που κείτονταν στην άκρη του δρόμου.
Μια μεγάλη στήλη μαύρου καπνού που υψωνόταν μπροστά μου κατέστησε εμφανές ότι οι Τούρκοι είχαν ήδη βάλει φωτιά και πυρπολήσει την ξύλινη γέφυρα προς την οποία κατευθυνόμουν. Τότε κατάλαβα ότι η μάχη θα επικεντρωνόταν γύρω από τη γέφυρα του σιδηροδρόμου, περίπου δύο μίλια πιο πέρα, στα δεξιά του δρόμου.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, τα κανόνια άρχισαν να βάλουν στην κατεύθυνση του χωριού Πλατύ, όπου οι Τούρκοι ήταν οχυρωμένοι με ισχυρές δυνάμεις. Εγκαταλείποντας το όχημά μου, έσπευσα μέσα από τα χωράφια και έφθασα στην αριστερή πτέρυγα των Ελλήνων, οι οποίοι προήλαυναν προς τις εχθρικές θέσεις που περιέβαλαν το χωριό.
Μια ελληνική πυροβολαρχία έριχνε οβίδες κατά των τουρκικών στρατευμάτων και ήδη αρκετά σπίτια του χωριού φλέγονταν, παρά τη βροχή που έπεφτε καταρρακτωδώς. Προστατευμένο από τα πυρά του πυροβολικού του, το ελληνικό πεζικό προχωρούσε με μια σειρά από σύντομα, καλά υπολογισμένα άλματα, έριχνε μερικές ομοβροντίες και μετά ξανάρχιζε την πορεία του προς τα εμπρός.
Πίσω από τις οχυρωμένες θέσεις του ή καλυμμένος από σπίτια, ο εχθρός δεν παύει να κατευθύνει σφοδρότατα πυρά· αλλά το πυροβολικό μας, με φονική ακρίβεια, ρίχνει τη μία οβίδα μετά την άλλη πάνω στους Τούρκους, οι οποίοι αρχίζουν τότε να εκκενώνουν το χωριό και να αποσύρονται πίσω από τις ισχυρότερες θέσεις τους, πιο κοντά στη γέφυρα, εγκαταλείποντας τους τραυματίες και τους νεκρούς τους.
Η προέλαση προς τη σιδηροδρομική γέφυρα συνεχίζεται. Μια τουρκική πυροβολαρχία τοποθετημένη στην άλλη πλευρά του ποταμού ρίχνει αρκετές οβίδες πολύ κοντά μας. Δύο πεδινά πυροβόλα του 3ου Συντάγματος καταφτάνουν τότε ταχύτατα, τίθενται σε θέση βολής και σύντομα επιβάλλουν σιγή στα τουρκικά κανόνια, τα οποία αποσύρονται για να καταλάβουν μια πιο προστατευμένη θέση.
Το κέντρο μας βρίσκεται τώρα περίπου δύο μίλια από τη γέφυρα, στην άλλη πλευρά της οποίας, με τη βοήθεια των κιαλιών μας, μπορούμε να διακρίνουμε τις κινήσεις των Τούρκων. Είναι εκείνη τη στιγμή που το πυροβολικό μας ρίχνει βροχή από οβίδες δεξιά και αριστερά της γέφυρας, μπροστά και πίσω της, με θαυμαστή ακρίβεια.
Ομοβροντίες πυρών εναλλάσσονται με νέα σύντομα άλματα του πεζικού προς τα εμπρός, που ακολουθούνται από νέες ομοβροντίες στις οποίες ο εχθρός απαντά με σφοδρότητα. Ένας στρατιώτης στην πρώτη γραμμή πέφτει χτυπημένος θανάσιμα, χωρίς καν να αφήσει έναν στεναγμό. Ένας αξιωματικός στα δεξιά μου πληγώνεται στο μπράτσο από μια τουρκική σφαίρα και του πέφτει το κιάλι.
«Τι τύχη που είναι στο αριστερό μπράτσο», λέει με χαρακτηριστικές συσπάσεις του προσώπου του από τον πόνο. Τα βλήματα πέφτουν αδιάκοπα στο υγρό έδαφος κάνοντας πιφ… παφ…, ή περνούν βουίζοντας πάνω από τα κεφάλια μας μεταφέροντας πιο πέρα το μήνυμα του θανάτου, χωρίς όμως να σταματήσουμε να προχωράμε προς τη γέφυρα, από την οποία απέχουμε ακόμη αρκετή απόσταση. Η γραμμή μάχης προωθείται όσο το πυρ του εχθρού χαλαρώνει και ο ίδιος υποχωρεί προς το ποτάμι.
Καταφθάνουν ενισχύσεις, που μπαίνουν στη γραμμή, και ο οξύς κροταλισμός των δικών μας Μάνλιχερ ξεσπά με αναδιπλασιασμένη σφοδρότητα, εναλλασσόμενος με νέες μανιώδεις εφόδους προς τα εμπρός. Η βροχή πέφτει όλο και πιο πυκνή, αλλά τι σημασία έχει; Σερνόμαστε στο μουσκεμένο έδαφος, πολεμώντας πάνω από χαντάκια πολύ φαρδιά για να μπορέσουμε να τα υπερπηδήσουμε, μουσκεμένοι μέχρι το κόκαλο. Λίγο μας νοιάζει, όσο ακούμε εκείνη τη μαγική λέξη «Εμπρός», και όσο ο εχθρός βρίσκεται απέναντί μας.
Με κάθε κόστος πρέπει να καταλάβουμε τη γέφυρα, αν είναι δυνατόν πριν προλάβουν να την καταστρέψουν. Το πυρ επιβραδύνεται για μια στιγμή και το εκμεταλλευόμαστε για να προχωρήσουμε κι άλλο. Οι Τούρκοι αποσύρονται γρήγορα προς τη γέφυρα. Σπεύδουμε προς τα εμπρός ώσπου ένα χαλάζι από σφαίρες, που έρχεται από τις δυνάμεις τους οι οποίες είναι παραταγμένες στην αντιπέρα όχθη του ποταμού, μας αναγκάζει να ανοίξουμε πυρ ομαδόν, που τους απωθεί πιο πίσω.
Το μεσημέρι έχει περάσει εδώ και λίγη ώρα και βρισκόμαστε ακόμη μισό μίλι από τη γέφυρα, προς την οποία οι Τούρκοι κατευθύνονται βιαστικά. Την έχουν υπονομεύσει· αργότερα μπόρεσα να δω τα φορτία δυναμίτη τοποθετημένα έτσι ώστε να προκληθεί η έκρηξη μόλις θα είχε περάσει και ο τελευταίος Τούρκος.
Στο μεταξύ εξακολουθούμε να προχωρούμε, ενώ πιο κοντά στη γέφυρα βρίσκεται ο λοχαγός Μαζαράκης, αρχηγός των ανιχνευτών, ο οποίος, με μια ομάδα εθελοντών, που υποστηρίζονται από τον λοχαγό Μεταξά και μια χούφτα τακτικούς στρατιώτες, ορμά κατά των Τούρκων παρά το σφοδρό πυρ. Αυτοί διασχίζουν τη γέφυρα βιαστικά και με μεγάλη αταξία. Και από τις δύο πλευρές, Έλληνες και Τούρκοι, πολεμούν απελπισμένα. Ένα χαλάζι από σφαίρες πέφτει αναπηδώντας πάνω στα στηρίγματα και στις μεταλλικές δοκούς της γέφυρας. Οι Τούρκοι εντείνουν τις προσπάθειές τους για να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος, αλλά μάταια.
Οι δύο αξιωματικοί τραυματίζονται και αρκετοί από τους άνδρες αυτής της γενναίας ομάδας τίθενται εκτός μάχης, αλλά κανένας Τούρκος δεν καταφέρνει να ξαναπεράσει τη γέφυρα ζωντανός· όταν την διέσχισα λίγο αργότερα, ήταν σπαρμένη με πτώματα και τραυματίες.
Η γέφυρα είχε σωθεί ακριβώς την τελευταία στιγμή. Όλα ήταν έτοιμα για να την ανατινάξουν· τα εκρηκτικά φορτία τοποθετημένα κάτω από τις δοκούς, εφοδιασμένα με πυροκροτητές και συνδεδεμένα με σύρματα, δεν περίμεναν παρά την τελική πίεση που θα προκαλούσε την ηλεκτρική εκκένωση και θα τίναζε στον αέρα τη γέφυρα και το φορτίο της από νεκρούς και τραυματίες.
Μήπως τα νεύρα του Τούρκου αξιωματικού στον οποίο είχε ανατεθεί αυτή η αποστολή τον πρόδωσαν την κρίσιμη στιγμή; Όπως και να έχει, δεν τον βρήκαν ανάμεσα στους τραυματίες και τους νεκρούς που κείτονταν γύρω από τη γέφυρα.
Η κατάληψη της γέφυρας, άθικτης, υπήρξε ένα λαμπρό και σημαντικό κατόρθωμα, αφού επέτρεψε στην 7η Μεραρχία να διασχίσει τον ποταμό και να στρατοπεδεύσει εκείνη τη νύχτα στο Κιρτζαλάρ, στην άλλη όχθη.
Οι Τούρκοι υποχωρώντας προς τα ανατολικά διέσχισαν τον Αξιό και δεν προέβαλαν πλέον σοβαρή αντίσταση στην πορεία της 7ης Μεραρχίας προς τη Θεσσαλονίκη, πρωτεύουσα της Μακεδονίας και αντικειμενικό σκοπό του ελληνικού στρατού.
Υπολοχαγός H.-J. Woodley, πολεμικός ανταποκριτής.»
Εικόνα 6: Η είσοδος των ελληνικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη (φωτογραφία του Haworth J. Woodley).
Αντί επιλόγου
Οι ανταποκρίσεις των δημοσιογράφων που κάλυψαν τους Βαλκανικούς Πολέμους αποτελούν πολύτιμες πρωτογενείς ιστορικές πηγές, οι οποίες όμως χρειάζονται κριτική αξιολόγηση και διασταύρωση. Η χρονική εγγύτητα στα γεγονότα τούς επέτρεψε να καταγράψουν λεπτομέρειες, εντυπώσεις και μαρτυρίες που συχνά απουσιάζουν από τις επίσημες στρατιωτικές αναφορές και εκθέσεις. Οι ανταποκρίσεις τους φωτίζουν πτυχές της καθημερινότητας των στρατιωτών, τις εμπειρίες των αμάχων και τις συνθήκες του πολέμου. Παράλληλα, αποκαλύπτουν πώς παρουσιάζονταν τα γεγονότα στο αναγνωστικό κοινό και πώς διαμορφωνόταν η δημόσια εικόνα των εμπόλεμων πλευρών.
Ωστόσο, η πληροφόρηση των πολεμικών ανταποκριτών περιοριζόταν από τη λογοκρισία, τις δυσκολίες μετακίνησης και επικοινωνίας και την αυστηρή επιτήρηση των στρατιωτικών αρχών. Οι εθνικές και πολιτικές συμπάθειες, τα στερεότυπα, ο ανταγωνισμός των εφημερίδων και η επιδίωξη εντυπωσιακής αφήγησης μπορούσαν να επηρεάσουν το περιεχόμενο των ανταποκρίσεών τους. Η παραστατικότητα μιας περιγραφής δεν αποδεικνύει ότι ο συντάκτης υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας.
Κάθε ανταπόκριση, επομένως, πρέπει να εξετάζεται με βάση πού και πότε συντάχθηκε, από ποιους αντλήθηκαν οι πληροφορίες και υπό ποιες συνθήκες δημοσιεύθηκε, και να αντιπαραβάλλεται με άλλες πρωτογενείς πηγές. Ακόμη και όταν περιέχει ανακρίβειες, παραμένει χρήσιμο τεκμήριο για τις αντιλήψεις, τη γλώσσα και τις δημοσιογραφικές πρακτικές της εποχής.
Πηγές
-
Εφημερίδα Journal de Genève, Τρίτη 7 Ιανουαρίου 1913, σελίδα 1.
-
Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας, 1912, φάκελος 117/1: Τύπος.
-
Register of the Department of State (October 15, 1912), Washington 1912.














