
Η επιστροφή στην εργασία σε μεγαλύτερη ηλικία, που συχνά αναφέρεται ως ανασυνταξιοδότηση ή απασχόληση γέφυρα, είναι ένα ολοένα και πιο συχνό φαινόμενο. Παραδοσιακά, η συνταξιοδότηση θεωρείται ως το τελικό στάδιο της επαγγελματικής ζωής ενός ατόμου.
Ωστόσο, σύμφωνα με όσα τονίζει στο Αθηναϊκό -Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Δρ Παναγιώτης Β. Τσακλής, Καθηγητής ErgoMechLab – ΣΕΦΑΑΔ ΤΕΦΑΑ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Assoc Dept of Molecular Medicine and Surgery Karolinska Institute, Sweden, όλο και περισσότεροι ηλικιωμένοι επιλέγουν ή αναγκάζονται να επανέλθουν στην αγορά εργασίας μετά τη συνταξιοδότηση.
Αυτή η τάση αντανακλά τις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, τις εξελισσόμενες ευκαιρίες απασχόλησης και τις ψυχολογικές και κοινωνικές ανάγκες που συνδέονται με τη γήρανση. Για ορισμένα άτομα, προσθέτει, η επιστροφή στην εργασία προσφέρει μια ανανεωμένη αίσθηση σκοπού, κοινωνικής αλληλεπίδρασης και πνευματικής διέγερσης, ενώ για άλλα αντιπροσωπεύει μια απαραίτητη απάντηση στην οικονομική ανασφάλεια και το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης. Αναφερόμενος στη συνέχεια ο ίδιος στο θεσμικό πλαίσιο, τονίζει πώς η επιστροφή στην εργασία για ηλικιωμένους και συνταξιούχους υποστηρίζεται πλέον από ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό θεσμικό πλαίσιο, καθώς και από στοχευμένα κρατικά προγράμματα απασχόλησης.
Έτσι, με βάση τον ασφαλιστικό νόμο (Ν. 5078/2023), έχουν γίνει ριζικές αλλαγές που διευκολύνουν την εργασία μετά τη συνταξιοδότηση, περιλαμβάνοντας την κατάργηση της περικοπής του 30%, ώστε οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι να λαμβάνουν πλέον το 100% της κύριας και επικουρικής τους σύνταξης. Αντί της περικοπής, επιβάλλεται ένας μη ανταποδοτικός πόρος, που για τους μισθωτούς ανέρχεται σε 10% επί των ασφαλιστέων αποδοχών, ενώ οι συνταξιούχοι οφείλουν να δηλώσουν την έναρξη της εργασίας τους στην ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα του e-ΕΦΚΑ πριν αναλάβουν υπηρεσία.
Σύμφωνα με το Γραφείο Στατιστικών Εργασίας των ΗΠΑ, ο αριθμός των ατόμων ηλικίας 75 ετών και άνω που είτε απασχολούνται είτε αναζητούν ενεργά εργασία προβλέπεται να αυξηθεί κατά 96,5% έως το 2030. Αυτή η τάση υπογραμμίζει την αυξανόμενη συμμετοχή των ηλικιωμένων στην αγορά εργασίας και αμφισβητεί την παραδοσιακή υπόθεση ότι η συνταξιοδότηση σηματοδοτεί αναγκαστικά μια μόνιμη απόσυρση από την επαγγελματική ζωή. Ομοίως, έρευνα που διεξήχθη στην Ολλανδία διαπίστωσε ότι περίπου το 30% των συνταξιούχων συμμετείχαν σε αμειβόμενη απασχόληση μετά τη συνταξιοδότηση, αποδεικνύοντας ότι η απασχόληση μετά τη συνταξιοδότηση αποτελεί επίσης σημαντικό χαρακτηριστικό των ευρωπαϊκών αγορών εργασίας.

Μελέτες
Το Εργαστήριο μας, τονίζει επίσης ο κ. Τσακλής στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, Εμβιομηχανικής και Εργονομίας (ErgoMechLab) στο ΤΕΦΑΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ασχολείται ενεργά με την Υγεία και Ασφάλεια της Εργασίας, όντας θεσμικός εταίρος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Στο πλαίσιο των μελετών και προτάσεων πολιτικής για τις περιπτώσεις επιστροφής στην εργασία των εργαζομένων μετά από απουσία για λόγους υγείας ή ατυχήματος, αλλά και των ηλικιωμένων που επιλέγουν την επιστροφή μετά τη συνταξιοδότηση, συμμετέχει στη διεθνή κοινοπραξία του προγράμματος “IoT-RELATE – RELATE International RTW Innovation Consortium” με βάση το Research center for Return-to-Work in Later Stages of Working, στο Linköping University, στη Σουηδία, το οποίο είναι ένα διεπιστημονικό ερευνητικό κέντρο που αναπτύσσει νέες γνώσεις και καινοτόμες λύσεις για βιώσιμο εργασιακό βίο στον γηράσκοντα πληθυσμό.
Γιατί οι ηλικιωμένοι επιστρέφουν στην εργασία;
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των μελετών, η απόφαση επιστροφής στην εργασία μετά τη συνταξιοδότηση επηρεάζεται, από έναν συνδυασμό ψυχολογικών, κοινωνικών, γνωστικών και οικονομικών παραγόντων. Αν και η οικονομική αναγκαιότητα παίζει σημαντικό ρόλο για ορισμένα άτομα, η έρευνα δείχνει ότι τα κίνητρα για την επιστροφή στην απασχόληση δεν είναι αποκλειστικά οικονομικά. Και εξηγεί ο κ. Τσακλής:
«Ένα σημαντικό κίνητρο, είναι η ανάγκη για αυτοπροσδιορισμό και σκοπό. Η απασχόληση παρέχει καθημερινές ρουτίνες, ευθύνες και σαφώς καθορισμένους στόχους που μπορούν να συμβάλουν στην αίσθηση ταυτότητας και επιτευγμάτων ενός ατόμου. Μετά τη συνταξιοδότηση, μερικοί άνθρωποι βιώνουν απώλεια αυτοπροσδιορισμού και κατεύθυνσης, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε πλήξη ή δυσαρέσκεια. Η επιστροφή στην εργασία μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση της αίσθησης συνέχειας μεταξύ της προηγούμενης επαγγελματικής ζωής ενός ατόμου και των ετών συνταξιοδότησής του. Η έρευνα Joblist του 2022 διαπίστωσε ότι το 60% των ερωτηθέντων συνταξιούχων που επέστρεψαν στην εργασία αναζητούσαν κυρίως κάτι να κάνουν, ενώ το 53% ανέφερε ότι ένιωθε χαρούμενο για την απόφασή του.
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η κοινωνική αλληλεπίδραση με ευκαιρίες για τη δημιουργία σχέσεων, τη διατήρηση κοινωνικών δικτύων και τη συμμετοχή σε μια κοινή κοινότητα. Επιπλέον, η απασχόληση μπορεί να προσφέρει πνευματική διέγερση και ευκαιρίες για συνεχή προσωπική ανάπτυξη με πολλές θέσεις εργασίας να περιλαμβάνουν επίλυση προβλημάτων, λήψη αποφάσεων, επικοινωνία και εκμάθηση νέων δεξιοτήτων. Ωστόσο, αν και η απασχόληση μπορεί να υποστηρίξει τη γνωστική δέσμευση και την ψυχολογική ευεξία, οι επιπτώσεις της στη γνωστική υγεία δεν πρέπει να θεωρούνται ομοιόμορφα θετικές.
Από οικονομικής πλευράς, το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης, τα έξοδα υγειονομικής περίθαλψης, ο πληθωρισμός και η αβεβαιότητα γύρω από τις συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις μπορούν να κάνουν τη συνταξιοδότηση οικονομικά δύσκολη. Μια ανάλυση του Kaiser Family Foundation υπολόγισε ότι περίπου το ένα τρίτο των ενηλίκων ηλικίας 65 ετών και άνω βιώνουν οικονομική ανασφάλεια. Έτσι, η απασχόληση μπορεί να προσφέρει πρόσθετο εισόδημα για την κάλυψη βασικών εξόδων, τη συμπλήρωση των συντάξεων και τη μείωση του κινδύνου οικονομικών δυσκολιών».
Τα οφέλη και οι κίνδυνοι της επιστροφής στην εργασία
Τα οφέλη της επιστροφής στην εργασία, σύμφωνα με τις μελέτες, δεν είναι εγγυημένα. Έρευνες που εξέτασαν τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα στο επίπεδο της υγείας, έδειξαν, σύμφωνα με τον κ. Τσακλή, ότι η επιστροφή στην απασχόληση δεν οδήγησε απαραίτητα σε σημαντικές βελτιώσεις σε αυτήν σε σύγκριση με την προηγούμενη ανενεργή συνταξιοδοτική τους κατάσταση.
Επιπλέον, αν και η εργασία μπορεί να βοηθήσει στην ανακούφιση της πλήξης και στην παροχή κοινωνικής επαφής, η επιστροφή στην εργασία μπορεί επίσης να προκαλέσει άγχος, πίεση χρόνου και νέες ευθύνες με αυξημένα συμπτώματα κατάθλιψης, ιδιαίτερα μεταξύ ορισμένων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων των ανδρών, των πρώην μη χειρωνακτικών εργαζομένων και των ατόμων με περιορισμένους οικονομικούς πόρους. Αυτά τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της διάκρισης μεταξύ της απασχόλησης που αναλαμβάνεται από επιλογή και της απασχόλησης που καθοδηγείται από οικονομική ανάγκη.
Αξίζει να σημειωθεί, διευκρινίζει, πως μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ηλικιωμένοι που επιθυμούν να επιστρέψουν στην εργασία είναι οι διακρίσεις λόγω ηλικίας. Τα αρνητικά στερεότυπα για τους ηλικιωμένους εργαζόμενους παραμένουν ευρέως διαδεδομένα. Ωστόσο, αυτά τα στερεότυπα δεν αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια τις δυνατότητες των ηλικιωμένων.
Η ηλικία από μόνη της δεν καθορίζει τη δημιουργικότητα, τη διανοητική λειτουργία, την προσαρμοστικότητα ή την επαγγελματική απόδοση ενός ατόμου. Οι έμπειροι εργαζόμενοι μπορούν να συνεισφέρουν πολύτιμες θεσμικές γνώσεις, ικανότητες επίλυσης προβλημάτων, αξιοπιστία και δεξιότητες καθοδήγησης. Επιπλέον, οι ομάδες με διαφορετική ηλικία μπορούν να ωφελήσουν τους οργανισμούς συνδυάζοντας διαφορετικές προοπτικές και εμπειρίες, βελτιώνοντας ενδεχομένως τη συνεργασία και την οργανωτική απόδοση.
Στρατηγικές για επιτυχή επιστροφή στην εργασία
Οι ηλικιωμένοι που σκέφτονται να επιστρέψουν στην απασχόληση μπορούν να κάνουν πολλά πρακτικά βήματα ώστε να κάνουν τη μετάβαση πιο επιτυχημένη, επισημαίνουν οι μελέτες.
Πρώτον, μπορούν να εξερευνήσουν ευέλικτες ευκαιρίες απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένης της μερικής απασχόλησης, των απομακρυσμένων θέσεων, της παροχής συμβουλών κ.ά.
Δεύτερον, μπορούν να επικεντρωθούν στην καθοδήγηση και τη μεταφορά γνώσης. Οι ρόλοι που περιλαμβάνουν εκπαίδευση, καθοδήγηση, εποπτεία ή υποβοήθηση, επιτρέπουν στους έμπειρους εργαζόμενους να μοιράζονται την τεχνογνωσία τους, αποφεύγοντας ενδεχομένως τις σωματικές απαιτήσεις ή πιέσεις των προηγούμενων επαγγελμάτων τους.
Τρίτον, είναι σημαντικό να αξιολογηθούν οι οικονομικές επιπτώσεις της επιστροφής στην εργασία. Οι πρόσθετες αποδοχές μπορεί να επηρεάσουν τη φορολογία, τις συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, την επιλεξιμότητα για ορισμένες παροχές ή την πρόσβαση σε άλλες μορφές βοήθειας. Οι συγκεκριμένες συνέπειες εξαρτώνται από την ηλικία, το εισόδημα και το συνταξιοδοτικό μας σύστημα.
Τέταρτον, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας που αναζητούν εργασία θα πρέπει να επενδύσουν στην ενημέρωση των δεξιοτήτων και της επαγγελματικής τους γνώσης. Τα διαδικτυακά μαθήματα και οι ευκαιρίες κατάρτισης μπορούν να τους βοηθήσουν να εξοικειωθούν με τις νέες τεχνολογίες και τις σύγχρονες πρακτικές στο χώρο εργασίας.
Συμπερασματικά
Για να καταλήξει τονίζοντας ο Δρ. Παναγιώτης Β. Τσακλής, Καθηγητής ErgoMechLab – ΣΕΦΑΑΔ ΤΕΦΑΑ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας: «Η επιστροφή στην εργασία στη μετέπειτα ζωή αντανακλά μια σημαντική αλλαγή στη σχέση μεταξύ συνταξιοδότησης, απασχόλησης και γήρανσης. Για ορισμένους ηλικιωμένους, προσφέρει την ευκαιρία να διατηρήσουν κοινωνικές σχέσεις, να ακολουθήσουν ουσιαστικές δραστηριότητες, να συνεχίσουν να μαθαίνουν και να συνεισφέρουν την εμπειρία τους στην κοινωνία. Για άλλους, είναι μια ουσιαστική στρατηγική για τη διαχείριση του αυξανόμενου κόστους διαβίωσης και τη διατήρηση της οικονομικής ασφάλειας.
Ωστόσο, η ανασυνταξιοδότηση δεν είναι καθολικά ωφέλιμη. Οι επιπτώσεις της στη σωματική υγεία, την ψυχική ευεξία και την οικονομική σταθερότητα εξαρτώνται από τις ατομικές συνθήκες, την ποιότητα της απασχόλησης και το εάν η απόφαση επιστροφής είναι εθελοντική. Οι χαμηλότεροι μισθοί, οι περιορισμένες παροχές, το άγχος στο χώρο εργασίας και οι διακρίσεις λόγω ηλικίας μπορούν να δημιουργήσουν σημαντικά εμπόδια.
Μια επιτυχημένη προσέγγιση της απασχόλησης σε μεγαλύτερη ηλικία πρέπει επομένως να αναγνωρίζει τόσο τις ευκαιρίες όσο και τους κινδύνους που συνδέονται με την επιστροφή στην εργασία. Οι ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας, η δια βίου μάθηση, οι υποστηρικτικοί εργοδότες και οι δίκαιες πρακτικές πρόσληψης μπορούν να βοηθήσουν τους ηλικιωμένους να παραμείνουν ενεργοί στην αγορά εργασίας με όρους που ταιριάζουν στις ανάγκες τους. Τελικά, η συνταξιοδότηση δεν πρέπει απαραίτητα να νοείται ως ένα σταθερό τελικό σημείο, αλλά ως ένα στάδιο της ζωής στο οποίο τα άτομα μπορούν να επιλέξουν πώς, πότε και σε ποιο βαθμό επιθυμούν να συνεχίσουν να συνεισφέρουν επαγγελματικά και κοινωνικά».
*Η φωτογραφία, στην οποία απεικονίζεται ο ίδιος, είναι του κ. Τσακλή και παραχωρήθηκε για χρήση στο ΑΠΕ-ΜΠΕ
ΑΠΕ-ΜΠΕ/Αποστόλης Ζώης
















