Αρχική Απόψεις Τριανταφύλλου, όπως Πρωτοψάλτη, Νταλάρας, Δημουλά & Ράμφος… – Γράφει ο Νίκος Γ....

Τριανταφύλλου, όπως Πρωτοψάλτη, Νταλάρας, Δημουλά & Ράμφος… – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Στα χρόνια της αντιμνημονιακής υστερίας, τότε που ο «θυμός» φοριόταν σαν τίτλος τιμής και η άρνηση βαφτιζόταν ελπίδα, ένα παράδοξο άρχισε να ξεδιπλώνεται: η Αριστερά, που ιστορικά διεκδικούσε τη συγγένεια με το πνεύμα, βρέθηκε να το αντιμετωπίζει με καχυποψία, ακόμη και με εχθρότητα. Πάντα η Αριστερά πορευόταν όπως τη συμφέρει κάθε στιγμή.

Νίκος Σακελλαρόπουλος
Γράφει ο συνεργάτης του Έμβολος δημοσιογράφος Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Ήταν η εποχή που κάποιοι καλλιτέχνες -που δεν τους λες και Δεξιούς ή φιλελεύθερους- κατάλαβαν ότι εκτός μνημονίων δεν αντέχει η χώρα. Κι η Αριστερά τους πολέμησε με μένος.

Θυμάμαι πόσα τράβηξε η Άλκηστις Πρωτοψάλτη στην καραντίνα, όταν βγήκε στις άδειες γειτονιές της Αθήνας να τραγουδήσει, προσπαθώντας να δώσει νότες αισιοδοξίας και να σπάσει τη μοναξιά. Το τι άκουσε από τον ΣΥΡΙΖΑ το ξέρουμε όλοι. Ο Μπακογιάννης που την ώθησε ως δήμαρχος χτυπήθηκε ακόμη και κάτω από τη μέση κι η Πρωτοψάλτη βρέθηκε αντιμέτωπη με οχετούς μικροψυχίας από τα γνωστά troll του διαδικτύου.

Θυμάμαι τι άκουσαν ο Στέλιος Ράμφος κι η Κική Δημουλά, μόνο και μόνο επειδή δεν συντάχθηκαν με τις …αντιμνημόνιο εκδηλώσεις. Το ίδιο κι ο Νταλάρας που διαπομπεύθηκε δημοσίως από πρόθυμα χείλη για ανθρωποφαγίες. Η τακτική ήταν λεπτή, σχεδόν επιδέξια: η επίσημη πολιτική γραμμή σιωπούσε τεχνηέντως, ενώ η επιθετικότητα διοχετευόταν μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα. Εκεί, όπου η ένταση ανταμείβεται και η μετριοπάθεια δέχεται κατάρες, στήθηκε ένα σκηνικό στο οποίο ο θόρυβος αντικατέστησε το επιχείρημα.

Τότε, το ΠΑΣΟΚ έμοιαζε περισσότερο θεατής. Οι υποστηρικτές του δεν διέθεταν ούτε την ορμή ούτε την οργάνωση εκείνου του ψηφιακού πλήθους. Και ίσως γι’ αυτό, η φωνή του ακουγόταν λιγότερο.

Μέχρι που ήρθε η στιγμή της δικής του εμπλοκής, πιθανώς για να επιβεβαιώσει όσους το χαρακτηρίζουν… «πράσινο ΣΥΡΙΖΑ».

Η συγγραφέας Σώτη Τριανταφύλλου, ανέφερε σε συνέντευξή της ότι σήμερα «δεν υπάρχει κανένα ηθικό έρεισμα. Έχουμε διαπαιδαγωγηθεί λανθασμένα, δεν υπήρχε ποτέ διαφάνεια στην Ελλάδα. Η ιστορία της Ελλάδας είναι ιστορία αδιαφάνειας και αδικιών. Έχουμε γαλουχηθεί στην ατιμωρησία, τη μη λογοδοσία. Μερικοί πέφτουν από τα σύννεφα, δεν πέφτουμε όλοι». Στο πλαίσιο αυτό η ίδια τόνισε ότι «ως κόμμα το ΠΑΣΟΚ -πιθανότατα και η υπόλοιπη αριστερά- δεν δικαιούται να ομιλεί με ηθικούς όρους που επί 20 χρόνια έκανε ό,τι έκανε», ενώ συμπλήρωσε ότι  «βρισκόμαστε σε μια κοινωνία που η αλήθεια και το ψέμα έχουν συγχωνευθεί και διαλυθεί και κανείς δεν ξέρει τι να πιστέψει. Αυτή η συνωμοσιολογία υπάρχει σε χώρες που είναι δεύτερης ταχύτητας στη Δύση», εξήγησε.

Στη Χαριλάου Τρικούπη …γύρισε το μάτι τους για την γνώμη της συγγραφέως κι η αντίδραση απέναντι στη Σώτη Τριανταφύλλου, με αφορμή τις απόψεις της για την ηθική διάσταση της πολιτικής, υπήρξε δυσανάλογη. Κάποια Μαρινίκη Θεοδώρου, τομεάρχης Οικονομικών του ΠαΣοΚ, θίχτηκε από τις θέσεις της συγγραφέως κι απάντησε μέσω Facebook: Η κυρία Σώτη Τριανταφύλλου δήλωσε ότι :”το ΠΑΣΟΚ δεν δικαιούται να μιλάει με ηθικούς όρους”

Σε μια εποχή που όλοι αυτοανακηρύσσονται ηθικοί κριτές, ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος “δικαιούται” να μιλά με ηθικούς όρους, αλλά αν έχουμε ακόμη το θάρρος να τους υπηρετούμε στην πράξη, ως άνθρωποι και ως κοινωνία, κυρία Σώτη Τριανταφύλλου.

Από πότε η ηθική είναι προνόμιο συγκεκριμένων και “αλάθητων”; Είναι ηθικός όρος μια απόλυτη και ακυρωτική φράση; 

Εμείς οι άνθρωποι λοιπόν, όχι μόνο ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ, αλλά ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ να μιλάμε και να παλεύουμε για το καλύτερο, ειδικά όταν η παρακμή απλώνεται παντού. Ο καθένας επιλέγει τον τρόπο και τον χώρο να αγωνιστεί, όπως κι εσείς τη γραφή σας· ας προσγειωθούμε λοιπόν, με σεβασμό σε κάθε επιλογή και σε κάθε προσπάθεια, ατομική και συλλογική.

Υγ: Το ΠΑΣΟΚ είναι ζωντανός οργανισμός, φτιαγμένος από ανθρώπους, με όνειρα, αξίες και αγώνες».

Δεν είναι τόσο το περιεχόμενο της διαφωνίας, όσο η επιλογή να προσωποποιηθεί. Και μάλιστα να επικυρωθεί σε ανώτατο επίπεδο, από τον Νίκο Ανδρουλάκη, δίνοντας σε μια απλή αντιπαράθεση χαρακτήρα επίσημης σύγκρουσης.

Κι όμως, η ίδια η κριτική της συγγραφέως δεν ήταν άμοιρη βάσης, αλλά ούτε και αδιαμφισβήτητη. Η ιστορία, άλλωστε, δεν είναι ποτέ μονοσήμαντη, κουβαλά ευθύνες συλλογικές, που διαχέονται πολύ πέρα από τα όρια ενός κόμματος.

Το ουσιαστικό ερώτημα όμως, βρίσκεται στη στάση απέναντι στη διαφωνία. Διότι όταν ένα κόμμα που θέλει να κυβερνήσει επιλέγει να αντιπαρατεθεί προσωπικά με έναν/μια συγγραφέα, τότε κάτι βαθύτερο έχει διαταραχθεί.

Ίσως η πίεση των καιρών. Ίσως η αγωνία της εκλογικής επιβίωσης. Τα χαμηλά ποσοστά συχνά γεννούν υψηλούς τόνους, και η ρητορική διογκώνεται για να καλύψει το έλλειμμα επιρροής. Έτσι, η καταγγελία γίνεται καταφύγιο και η υπερβολή εργαλείο.

Και κάπως έτσι, ο λόγος αρχίζει να γίνεται … ΣΥΡΙΖΑ.  Η ίδια δραματική ένταση, η ίδια αίσθηση ότι η αλήθεια ανήκει αποκλειστικά σε όποιον φωνάζει δυνατότερα.

Μα το πνεύμα της Αριστεράς -ακόμη κι αν φορά Κεντροαριστερή πράσινη φορεσιά- δεν αντέχει στη διαφορετική άποψη. Κι αυτή η στάση του ΠαΣοΚ δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά βαθιά πολιτισμική.

Προηγούμενο άρθροΠανεύκολη κρέμα καραμελέ – Ένα γλυκάκι πειρασμός
Επόμενο άρθροΜεταρρυθμίσεις ή διαφθορά – Γράφει ο Χάρης Θεοχάρης