Το όνειρο του μπάρμπα Νικήτα – Γράφει ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

Θα σας πω την ιστορία του μπάρμπα Νικήτα, όπως τη βίωσα την τελευταία εβδομάδα. Ποιος είναι ο μπάρμπα Νικήτας; Φίλος και «σειρά» του μακαρίτη του πατέρα μου.

Γράφει ο συνεργάτης του Έμβολος δημοσιογράφος Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος

92 ετών! Έφυγε από την Ελλάδα μόλις τέλειωσε το στρατό για να ζήσει και να προκόψει στην Αυστραλία. Τον είχε στείλει ο «γέρος» μου στο αδελφό του μ’ ένα γράμμα που έγραφε «να τον αντιμετωπίσει και να τον βοηθήσει σαν να είναι εκείνος»…

Τη  μισή του ζωή, ο μπάρμπα Νικήτας την πέρασε στη μιζέρια της ξενιτειάς. Δεν μάσησε και ποτέ δεν παραπονέθηκε για τίποτα. Την άλλη του μισή την πέρασε με αξιοπρέπεια, ειδικά όταν μπόρεσε να σταθεί λίγο στα πόδια του. Οικογένεια δεν έκανε. Ισχυριζόταν ότι δεν θα μπορούσε να της προσφέρει όσα θα της έπρεπε. Στην Ελλάδα, από τότε που έφυγε δεν γύρισε ποτέ! Μόνο, πού και πού κι όσο ζούσε ο πατέρας μου, έστελνε κάποιο γράμμα. Από αυτά που έγραφαν «υγείαν έχω και το ίδιο επιθυμώ και για εσάς»… Όταν «έφυγε» ο πατέρας μου, μου είχε στείλει ένα γράμμα που με ρωτούσε αν μπορεί να αλληλογραφεί μαζί μου, επειδή ήμουν ο μοναδικός που τον συνέδεε με την πατρίδα, αφού όλοι οι δικοί είχαν συγχωρεθεί. Το δέχθηκα με χαρά. Άλλωστε είχα ακούσει τόσα και τόσα από τον πατέρα μου. Ιστορίες από την πιτσιρικαρία τους, τη φτώχεια, τις στιγμές που «έκαναν Πάσχα» όταν έβρισκαν λίγη ζάχαρη να βάλουν επάνω στο ψωμί! Ιστορίες από τον στρατό, από ανεκπλήρωτους έρωτες που «έπαιζαν» μόνο τα μάτια…

Μου έγραφε πού και πού. Του απαντούσα! Όχι πολύ συχνά. «Έγραφε» ότι τον βασάνιζε μια    ολόκληρη ζωή ο νόστος  της πατρίδας ο ατέλειωτος καημός. «Έλεγε» ότι ποτέ δεν τον ένοιαξαν τα μεγαλεία κι ότι ήθελε να πεθάνει όρθιος.

Κάποια στιγμή, με ρώτησε για το πατρικό του σπίτι, στον Πειραιά. Του έστειλα φωτογραφίες. Ερείπιο, τσαλακωμένο από τον χρόνο, γερασμένο δυο φορές απ’ ότι ο ίδιος. Φαντάζομαι θα συγκινήθηκε, ίσως και να έκλαψε. Δεν έμαθα ποτέ.

Κάποια άλλη στιγμή, πριν 5-6 χρόνια, μου έγραψε ότι θα έρθει στην Ελλάδα να «κλείσει» τα μάτια του, μόλις νιώσει ότι τα γέρικα πόδια του δεν τον κρατάνε κι όταν ένιωθε στα στήθια του την ανάσα να βαρυγκωμά. Δεν ήθελε, «έλεγε» να «φύγει» σ’ ένα τόπο παράταιρο.

Τ’ ονειρευότανε λοιπόν και το λαχταρούσε ν’ αποθάνει στον τόπο του, κι έτσι ξεκίνησε, με τ’ απομεινάρια του τον δρόμο του γυρισμού. Έξι χρόνια μετά.

Πήγα στο αεροδρόμιο. Μεγάλη Τετάρτη. Βγήκε από την πύλη εξόδου!  Δυο μέτρα άντρας. Ξερακιανός!  Ίσα που έσερνε τα πόδια του! Κι ένα καρότσι με μια βαλίτσα όλη κι όλη.

Ζήτησε να πάει κατ’  ευθείαν στον Πειραιά. Πήγαμε. Βούρκωσε στο Πασαλιμάνι, έκλαψε στη Φρεαττύδα, συγκινήθηκε στην Καστέλλα. Αγνώριστα όλα μα και τόσο γνώριμα. Οι λυγμοί τον κυρίευσαν μπροστά στο ερείπιο της Ακτής Θεμιστοκλέους. Το σπίτι του! «Εκεί η μάνα μου είχε τριανταφυλλιές. Εκεί είχε βασιλικό. Κι εκεί ήταν μια μεγάλη ακακία. Εκεί πηγαίναμε με τον πατέρα σου και ψαρεύαμε»… Οι αναμνήσεις του χόρευαν τρελά… Μου έμοιαζε κουρελιασμένος και κουρασμένος από του χρόνου τ’ απόνερα… σκυφτός και ζαρωμένος, με βουλιαγμένα τα μάτια και με χέρια τρεμάμενα, σαν τα φύλλα του θάμνου δίπλα εκεί που κάθισε.

Μόλις το βράδυ ζύγωσε και το σκοτάδι άρχισε να πλανιέται, του είπα να πάμε στο σπίτι. Θα τον φιλοξενούσα μέχρι ν’ αποφασίσει τι θέλει να κάνει…

«Θάθελα να κοιμηθώ εδώ, να βλέπω τη θάλασσα, να μου δώσει λίγες ώρες ζωής τ’ αγέρι του Σαρωνικού»…

Γυρίσαμε, σπίτι σχεδόν με το ζόρι. «Να με λες παππού», είπε στην κόρη μου.

Πρωί πρωί, Μεγάλης Πέμπτης, αξημέρωτα, άκουσα την πόρτα του σπιτιού ν’ ανοίγει και να κλείνει. Μπα, σκέφτηκα, ιδέα μου είναι…

Δεν ήταν. Ο Μπάρμπα Νικήτας είχε εξαφανιστεί… Πήρα τηλέφωνο στο κινητό που μου είχε δώσει. Κλειστό! Ο τηλεφωνητής με αυστραλέζικη προφορά «έλεγε» ότι η κλήση μου προωθείται…

Έφτασε μεσημέρι. Με πήρε ο ίδιος. «Δεν ήθελα ν’ αναστατώσω την οικογένειά σου. Είμαι στον Πειραιά και θα τακτοποιηθώ στον οίκο ευγηρίας»…

Προχθές το βράδυ, με ειδοποίησαν ότι έκλεισε τα κουρασμένα μάτια του!

Σχεδόν δίπλα στο πατρικό του σπίτι, με το νανούρισμα και το μουρμουρητό της θάλασσας, ξεκίνησε για το αιώνιο ύπνο του…

Έτσι, απλά, ήθελα να το μοιραστούμε μαζί. Να τον κατευοδώσουμε μαζί. Άλλωστε στο κοιμητήριο ήμουν μόνος και βουρκωμένος για μια ιστορία ενός ανθρώπου και μιας πατρίδας…

Προηγούμενο άρθροΠρωτοσέλιδοι βασικοί τίτλοι εφημερίδων της Πέμπτης 02 Μαϊου 2019
Επόμενο άρθροFAZ: Σε ποια επαγγέλματα θα εργαζόμαστε στο μέλλον;
*Ο Νίκος Γ. Σακελλαρόπουλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας («Hellas Special Άφιλτρο», «Ο Γέρος του Βοριά» που αποτελεί τη λαϊκή βιογραφία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, «Οι Μύθοι και το Παραμύθι»). Θεωρείται εκ των πρωτεργατών της «ελεύθερης ραδιοφωνίας» και επί χρόνια ασχολήθηκε με την πολιτική αρθρογραφία και ανάλυση σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα και τηλεοπτικούς σταθμούς. Για πολλά χρόνια συνδύασε την εργασία με τα χόμπι του (αθλητισμός) , με την ιδιότητά του ως Γενικός Διευθυντής της εφημερίδας «Sportime» και της «Αθλητικής Ηχούς», ενώ έχει γράψει στίχους σε τραγούδια σημαντικών Ελλήνων δημιουργών και τραγουδιστών.