
Η γονιδιακή θεραπεία για τις αιμοσφαιρινοπάθειες, δηλαδή κληρονομικές παθήσεις της αιμοσφαιρίνης, όπως η θαλασσαιμία και η δρεπανοκυτταρική νόσος, αποτελεί εδώ και περίπου μία δεκαετία επιστημονική πραγματικότητα, με τις κλινικές μελέτες να έχουν δείξει υψηλά ποσοστά αποτελεσματικότητας.
Ήδη υπάρχουν εγκεκριμένα προϊόντα γονιδιακής θεραπείας, ωστόσο οι ασθενείς στην Ελλάδα εξακολουθούν να μην έχουν πρόσβαση σε αυτά. Τα παραπάνω επισημαίνει η αιματολόγος Ευαγγελία Γιαννάκη, διευθύντρια της Κλινικής Αιματολογίας – Μονάδας Μεταμόσχευσης Αιμοποιητικών Κυττάρων – Μονάδας Γονιδιακής και Κυτταρικής Θεραπείας του νοσοκομείου «Γ. Παπανικολάου» και συνεργαζόμενη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον στο Σιάτλ.
Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, με αφορμή την ομιλία της με θέμα «Η γονιδιακή θεραπεία είναι πραγματικότητα στην Ελλάδα;» στην Πανελλήνια Συνάντηση για τη Θαλασσαιμία και τη Δρεπανοκυτταρική Νόσο, που διοργανώνει στη Θεσσαλονίκη ο Ελληνικός Σύλλογος Θαλασσαιμίας, η κ. Γιαννάκη ανέφερε ότι σήμερα εφαρμόζονται δύο βασικές προσεγγίσεις στη γονιδιακή θεραπεία των αιμοσφαιρινοπαθειών.
Η πρώτη αφορά την προσθήκη ενός φυσιολογικού γονιδίου στα αιμοποιητικά κύτταρα του ασθενή, ώστε αυτά να μπορούν να παράγουν λειτουργική αιμοσφαιρίνη. Η δεύτερη είναι η γονιδιακή επεξεργασία, με την οποία γίνεται παρέμβαση σε συγκεκριμένο σημείο του γονιδιώματος, ώστε να επανενεργοποιηθεί η παραγωγή της εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης.
Και οι δύο προσεγγίσεις έχουν δώσει πολύ υψηλά ποσοστά ανταπόκρισης στις κλινικές μελέτες, επισημαίνει η κ. Γιαννάκη και προσθέτει ότι στη θαλασσαιμία, περισσότεροι από εννέα στους δέκα ασθενείς που έχουν ανταποκριθεί στις νεότερες γονιδιακές θεραπείες μπορούν να επιτύχουν ανεξαρτησία από τις μεταγγίσεις, ενώ στη δρεπανοκυτταρική νόσο οι θεραπείες έχουν οδηγήσει σε απαλλαγή από τις επώδυνες αγγειοαποφρακτικές κρίσεις.
Δύο Έλληνες ασθενείς χωρίς μεταγγίσεις οκτώ χρόνια μετά τη θεραπεία
Το νοσοκομείο «Γ. Παπανικολάου» έχει συμμετάσχει στην ανάπτυξη της γονιδιακής θεραπείας, καθώς η Μονάδα Γονιδιακής και Κυτταρικής Θεραπείας έλαβε μέρος σε διεθνή κλινική μελέτη.
Σύμφωνα με την κ. Γιαννάκη, δύο Έλληνες ασθενείς, ηλικίας τότε 33 ετών, υποβλήθηκαν στην πρώτη γονιδιακή θεραπεία, η οποία βασίζεται στην προσθήκη φυσιολογικού γονιδίου στα αιμοποιητικά κύτταρα, και έκτοτε δεν χρειάστηκαν μεταγγίσεις, παραμένοντας ανεξάρτητοι από αυτές για περίπου οκτώ χρόνια..
Το πρώτο προϊόν γονιδιακής θεραπείας εγκρίθηκε στην Ευρώπη το 2021, γεγονός που δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες στους ασθενείς με θαλασσαιμία. Ωστόσο, όπως ανέφερε η κ. Γιαννάκη, η εταιρεία που το ανέπτυξε αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα στην ευρωπαϊκή αγορά και το προϊόν δεν είναι πλέον διαθέσιμο στην Ευρώπη, αλλά στις ΗΠΑ.
Παράλληλα, ένα δεύτερο προϊόν, που βασίζεται στην επανενεργοποίηση της εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης, έχει λάβει ευρωπαϊκή έγκριση εδώ και περισσότερο από δύο χρόνια, χωρίς μέχρι σήμερα να είναι διαθέσιμο στους Έλληνες ασθενείς.
Το υψηλό κόστος και τα εμπόδια πρόσβασης στην Ελλάδα
Ένα από τα βασικά εμπόδια είναι το ιδιαίτερα υψηλό κόστος. Όπως ανέφερε η κ. Γιαννάκη, το κόστος της γονιδιακής θεραπείας σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες ανέρχεται περίπου στα 2,2 εκατομμύρια ευρώ ανά ασθενή, πρόκειται όμως για εφάπαξ θεραπεία. Από την άλλη πλευρά, το κόστος της θαλασσαιμίας σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ασθενή περιλαμβάνει τις συνεχείς μεταγγίσεις, την αποσιδήρωση, τις νοσηλείες, τις απεικονιστικές εξετάσεις και την παρακολούθηση και μπορεί να είναι αντίστοιχο ή και υψηλότερο.
Σύμφωνα με την ίδια, ένα ακόμη ζήτημα αφορά το ελληνικό περιβάλλον για τις φαρμακευτικές εταιρείες και το υψηλό clawback, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη προσπάθειες από το υπουργείο Υγείας και το Ταμείο Καινοτομίας για τη δημιουργία διαφορετικού καθεστώτος για τις προηγμένες θεραπείες, ώστε να καταστεί δυνατή η πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών σε αυτές.
Την ίδια ώρα, οι ασθενείς αναμένουν με αγωνία την πρόσβαση στη γονιδιακή θεραπεία, καθώς η εξέλιξη της νόσου μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να επηρεάσει την καταλληλότητά τους για τη θεραπεία. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με εκτίμηση της κ. Γιαννάκη, υπάρχουν περίπου 2.000 ασθενείς με θαλασσαιμία και περίπου 1.600 με δρεπανοκυτταρική νόσο, καθώς δεν υπάρχει επίσημο μητρώο.
Τι ισχύει για τα παιδιά που γεννιούνται από θαλασσαιμικούς που υποβλήθηκαν σε γονιδιακή θεραπεία
Η γονιδιακή θεραπεία δεν τροποποιεί τα γεννητικά κύτταρα, αλλά τα σωματικά αιμοποιητικά κύτταρα του ίδιου του ασθενούς. Ως εκ τούτου, η γονιδιακή τροποποίηση που πραγματοποιείται για τη θεραπεία δεν μεταβιβάζεται στους απογόνους.
Όπως εξήγησε η κ. Γιαννάκη, αυτό σημαίνει ότι ένας ασθενής που έχει υποβληθεί σε γονιδιακή θεραπεία μπορεί να αποκτήσει παιδιά, τα οποία δεν κληρονομούν τη γονιδιακή τροποποίηση που έγινε στο πλαίσιο της θεραπείας. Ωστόσο, το παιδί μπορεί να κληρονομήσει από τον γονέα το αρχικό γονιδιακό στίγμα της θαλασσαιμίας. Το αν θα είναι φορέας ή θα πάσχει από τη νόσο εξαρτάται από τα γονίδια που θα κληρονομήσει και από τους δύο γονείς.
Η γονιδιακή θεραπεία, επομένως, θεραπεύει τον ασθενή από τις εκδηλώσεις της νόσου, χωρίς να αλλάζει τη γενετική του κληρονομικότητα και χωρίς να εξαλείφει τη δυνατότητα μεταβίβασης του αρχικού γενετικού χαρακτηριστικού στους απογόνους.
Αγγέλα Φωτοπούλου /ΑΠΕ-ΜΠΕ















