Αρχική Ελλάδα Σχολικά γεύματα: Δεν είναι μόνο σίτιση, είναι φροντίδα, ίσες ευκαιρίες και στήριξη...

Σχολικά γεύματα: Δεν είναι μόνο σίτιση, είναι φροντίδα, ίσες ευκαιρίες και στήριξη της οικογένειας – Ένα ζωντανό πρόγραμμα σε συνεχή εξέλιξη

Τα σχολικά γεύματα συμπληρώνουν φέτος δέκα χρόνια παρουσίας στα δημοτικά σχολεία.

Καθώς η σχολική χρονιά προχωράει προς το τέλος της, το ΑΠΕ-ΜΠΕ απευθύνθηκε στην υπουργό Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου, την εκπαιδευτικό Έφη Μπακογιάννη και τη Φωτεινή Πατραμάνη, μητέρα μεθήτριας, για μια αποτίμηση του προγράμματος και τις προοπτικές της εφαρμογής του.

Τονίζουν τη σημασία του μέτρου, θέτουν όμως και παραμέτρους ώστε η υλοποίησή του να βελτιωθεί. Τι περιλαμβάνει ένα σχολικό γεύμα Η εβδομαδιαία δομή του μενού είναι σταθερή και περιλαμβάνει: μία φορά την εβδομάδα κρέας (λευκό ή κόκκινο), μία φορά ψάρι, μία φορά όσπρια και μία φορά λαδερά/λαχανικά. Κάθε γεύμα συνοδεύεται από φρέσκια σαλάτα και φρούτο, αναφέρει η κ. Μιχαηλίδου. Το φαγητό, που ακολουθεί τις αρχές της μεσογειακής διατροφής και έχει σχεδιαστεί από την επιστημονική ομάδα του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, «παρασκευάζεται την ίδια ημέρα που διανέμεται, με τη μέθοδο cook & serve, χωρίς ψύξη ή προ-κατάψυξη, και παραδίδεται στους μαθητές σε κλειστές ατομικές συσκευασίες. Η παρασκευή, η συσκευασία, η μεταφορά και η διανομή γίνονται από αναδόχους που έχουν επιλεγεί μέσω δημόσιων διαγωνισμών» προσθέτει. Σήμερα το πρόγραμμα Σχολικών Γευμάτων πραγματοποιείται σε 1.986 δημοτικά σχολεία της χώρας. Οι διαθέσιμες μερίδες ανέρχονται σε 235.742 ημερησίως, ενώ οι δηλώσεις συμμετοχής των μαθητών φτάνουν τις 183.726.

Με τη φετινή διεύρυνση, το πρόγραμμα καλύπτει πλέον 159 δήμους, με ιδιαίτερη έμφαση και σε νησιωτικές, ορεινές και ακριτικές περιοχές. «Ημέρα που το παιδί σου ξέρεις ότι θα φάει το μεσημεριανό του σχολείου είναι μια ξέγνοιαστη μέρα για την προετοιμασία του» Στο δημοτικό που πηγαίνει η κόρη της κ. Πατραμάνη στη Νεάπολη της Αθήνας σερβίρονται καθημερινά σχολικά γεύματα. «Είμαι ευγνώμων που υπάρχει ως δυνατότητα το πρόγραμμα των σχολικών γευμάτων στο σχολείο μας και θεωρώ ότι τα παιδιά μας και εμείς ως γονείς είμαστε πολύ τυχεροί που έχουμε αυτή την επιλογή. Ημέρα που το παιδί σου ξέρεις ότι θα φάει το μεσημεριανό του σχολείου είναι μια ξέγνοιαστη μέρα για την προετοιμασία του», περιγράφει η κ. Πατραμάνη. Το σχολείο που εργάζεται η κ. Μπακογιάννη στους Αμπελόκηπους της Αθήνας έχει περίπου 85 μαθητές εκ των οποίων 70 έχουν δηλώσει συμμετοχή στο πρόγραμμα των σχολικών γευμάτων.

Στα χρόνια που η ίδια δουλεύει στα δημόσια σχολεία έχει βρεθεί σε διαφορετικά είδη προγραμμάτων σίτισης, η ύπαρξη των οποίων κρίνεται από την ίδια «απαραίτητη και αναγκαία για την κοινωνία». Στα θετικά σημεία καταχωρεί την καθολική αποδοχή των σχολικών γευμάτων από τη σχολική κοινότητα, γονείς και εκπαιδευτικούς. «Οικογένειες που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα εξασφαλίζουν ένα γεύμα για τα παιδιά τους, οικογένειες που δεν διαθέτουν υγιεινές διατροφικές συνήθειες έρχονται σε επαφή με ένα ισορροπημένο πρόγραμμα σίτισης», τονίζει και προσθέτει, ότι «το ενιαίο φαγητό για όλους τους μαθητές καταρρίπτει τους ταξικούς διαχωρισμούς και τα παιδιά παύουν να συγκρίνουν τις διατροφικές συνήθειες των άλλων». Η κ. Μιχαηλίδου δηλώνει «ικανοποιημένη από την πορεία του προγράμματος, ακριβώς γιατί χρόνο με τον χρόνο επεκτείνεται και αποκτά μεγαλύτερη κάλυψη». Επιπλέον υπογραμμίζει, ότι «τα σχολικά γεύματα δεν είναι μόνο σίτιση. Είναι φροντίδα, πρόληψη, ίσες ευκαιρίες και στήριξη της οικογένειας μέσα από το ίδιο το σχολείο». Τα παιδιά επηρεάζονται από τους συμμαθητές τους Πώς αντιμετωπίζουν τα παιδιά τα σχολικά γεύματα; Κάποια παιδιά τα τρώνε, κάποια άλλα όχι. Σύμφωνα με την κ. Μπακογιάννη και την κ. Πατραμάνη το κλείσιμο στην πλαστική συσκευασία καταστρέφει πολλές φορές την όψη των φαγητών κατά συνέπεια δεν γίνονται ελκυστικά στα παιδικά μάτια.

Σημαντικός παράγοντας είναι ότι τα παιδιά επηρεάζονται το ένα από το άλλο. Δηλαδή, «μεγάλο ποσοστό παιδιών δεν τρώει τα γεύματα, διότι παρασύρονται το ένα με το άλλο και αν η πλειοψηφία δεν τα τρώει, τότε ακόμα και αν κάποιοι ενδεχομένως θα τα τρώγανε, τελικά δεν τα τρώνε», λέει η κ. Πατραμάνη. Επίσης, δεν είναι λίγοι οι γονείς, που, εξαιτίας της αγωνίας τους μη τυχόν το παιδί δεν φάει το σχολικό γεύμα και μείνει νηστικό, δίνουν στα παιδιά εναλλακτικό φαγητό από το σπίτι, με αποτέλεσμα τα παιδιά να περιφρονούν το γεύμα που τους δίνεται. Αυτό έχει ως επιπλέον αντίκτυπο τα υπόλοιπα να παιδιά να ζηλεύουν. «Οι εκπαιδευτικοί προσπαθούμε μέσω προγραμμάτων αγωγής υγείας και ανάπτυξης υγιεινών διατροφικών συνηθειών να ενισχύουμε τους μαθητές να δοκιμάζουν τροφές που πολλές φορές μπορεί να μην έχουν καν δοκιμάσει, όπως όσπρια και λαδερά, αλλά δεν σταματάει το ένα παιδί να επηρεάζεται από το άλλο», αναλύει η κ. Μπακογιάννη. Ακολούθως, στέκεται κριτικά στο γεγονός, ότι «δεν ενημερωνόμαστε για την προέλευση των προϊόντων και των συστατικών τους». Επίσης, έχει παρατηρήσει ότι έχει μειωθεί η καθημερινή σαλάτα και το ψωμί.

Η κόρη της κ. Πατραμάνη έχει αλλεργία στα γαλακτοκομικά και το έχει δηλώσει, παρά ταύτα, σχεδόν πάντα της σερβιρόταν πουρές με κρέας. Μετά από συνεχείς υπενθυμίσεις, αυτό σταμάτησε. Αρκετά συχνά, όμως, βρίσκεται χωρίς την επιλογή του λεγόμενου «αλλεργικού φαγητού» διότι δεν έχουν υπολογιστεί σωστά οι μερίδες. Μία φορά μάλιστα έμεινε χωρίς καθόλου φαγητό, σημειώνει η κ. Πατραμάνη. Θα ήταν καλύτερα τα παιδιά να έτρωγαν σε τραπεζαρία, παρά στη σχολική αίθουσα Με την πλαστική συσκευασία που έρχεται το φαγητό στα σχολεία διαφωνεί η κ. Μπακογιάννη. Θυμάται παλιότερα, για παράδειγμα, τα σχολικά γεύματα σερβίρονταν κατευθείαν από την κατσαρόλα σε πιάτο. Η κ. Πατραμάνη συμφωνεί: «αν το ίδιο περιεχόμενο ήταν σερβιρισμένο σε πιάτο θα είχε περισσότερες πιθανότητες να καταναλωθεί». Τα ποσοστά αποδοχής των γευμάτων από τους μαθητές θα ήταν υψηλότερα, συνεχίζει, αν υπήρχε μια σχολική τραπεζαρία και όχι τα παιδιά να τρώνε στο θρανίο που κάνουν τα μαθήματά τους. Από την άλλη, καμιά σχολική μονάδα δε διαθέτει τις κατάλληλες εγκαταστάσεις τραπεζαρίας «ώστε να καλλιεργηθεί η κατάλληλη κουλτούρα στους μαθητές και στις μαθήτριες», αναφέρει η κ. Μπακογιάννη. Επίσης, προειδοποιεί, ότι «το ζεστό και κλειστό φαγητό σε πλαστικό «ενέχει κινδύνους ανάπτυξης βακτηρίων κλπ». Η Γαλλία, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, έχουν τραπεζαρίες με δίσκους που το φαγητό σερβίρεται στο σχολείο και οι μαθητές εκπαιδεύονται σε τρόπους συμπεριφοράς, περιγράφει η κ. Μπακογιάννη. Όταν είχε συναντήσει 6χρονους από τη Γαλλία, «έτρωγαν χρησιμοποιώντας μαχαίρι και πιρούνι πλήρως συγκεντρωμένοι στο φαγητό τους και στο τέλος του γεύματος μάς ζήτησαν επιδόρπιο. Όταν σχολίασα το γεγονός και ιδιαιτέρως, πόσο συγκεντρωμένοι ήταν (να υπενθυμίσουμε σε αυτό το σημείο ότι η πλειοψηφία των νηπίων στην Ελλάδα πια σιτίζονται μπροστά σε οθόνες), η μητέρα τους μου είπε ότι ο τρόπος που έτρωγαν, η επιμέλεια τους, ακόμα και το επιδόρπιο ήταν αποτέλεσμα της καθημερινής τους εκπαίδευσης στο σχολικό τους περιβάλλον», αναφέρει η κ. Μπακογιάννη.

Σχετικά με τις προτάσεις για τραπεζαρία, η κ. Μιχαηλίδου απαντάει, ότι «είναι μια παρατήρηση που αξίζει να τη δούμε σοβαρά, γιατί το ζητούμενο δεν είναι μόνο να φτάνει το γεύμα στο παιδί, αλλά να ενισχύεται και η συνολική εμπειρία του γεύματος μέσα στο σχολείο». Όπου υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές και η αναγκαία οργάνωση, «είναι προφανώς θετικό τα παιδιά να μπορούν να τρώνε σε ένα πιο συγκροτημένο και ευχάριστο περιβάλλον, που ενθαρρύνει τη συμμετοχή, την κοινωνικοποίηση και καλύτερες διατροφικές συνήθειες», αναφέρει. Από την άλλη, σχολιάζει, η κ. Μιχαηλίδου, «πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και τις πραγματικές συνθήκες κάθε σχολείου, γιατί δεν έχουν όλες οι μονάδες τούς ίδιους διαθέσιμους χώρους ή την ίδια δυνατότητα οργάνωσης». Συνεπώς, η βελτίωση «μπορεί να έρθει μέσα από καλύτερη αξιοποίηση των σχολικών υποδομών, πιο καλή οργάνωση σε τοπικό επίπεδο και συνεχή συνεργασία με την εκπαιδευτική κοινότητα». Γενικότερα για τα θέματα που τίθενται, η κ. Μιχαηλίδου υπογραμμίζει, ότι «βλέπουμε το πρόγραμμα όχι ως κάτι στατικό, αλλά ως μια πολιτική που μπορεί να γίνεται διαρκώς καλύτερη στην πράξη». Από εκεί και πέρα, επειδή μιλάμε για ένα τόσο μεγάλο και ζωντανό πρόγραμμα, «η παρακολούθηση είναι συνεχής και η βελτίωση διαρκής», εξηγεί. Η κ. Πατραμάνη καταλήγει, ότι «το πρόγραμμα των σχολικών γευμάτων κοστίζει αρκετά χρήματα στο κράτος και είναι κρίμα να μην επωφελούμαστε στο μέγιστο από αυτό, γονείς και μαθητές».

 Μ.Κιάου / ΑΠΕ-ΜΠΕ
Προηγούμενο άρθροΣυνέντευξη- Λειψυδρία: Το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με περισσότερες βροχές, λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο επ. καθηγητής Προσομοίωσης και Διαχείρισης Υπόγειων Υδατικών Πόρων στο ΑΠΘ Π. Σιδηρόπουλος
Επόμενο άρθροΤο Ιράν απειλεί με «ανταπόδοση» μετά την επίθεση των ΗΠΑ εναντίον δεξαμενόπλοιών του