
Από τα χωράφια της Ρόδου μέχρι τον πάγκο της λαϊκής αγοράς, η καθημερινότητα της Ελένης Κρητικού παραμένει δεμένη με τη γη. Αγρότισσα από τα νεανικά της χρόνια, συνεχίζει μέχρι και σήμερα να καλλιεργεί και να διαθέτει την παραγωγή της μαζί με τον σύζυγό της, Βαγγέλη. Πίσω από τα προϊόντα βρίσκονται αμέτρητες ώρες εργασίας, η αγωνία για τη σοδειά και η προσπάθεια να συνδυαστούν οι απαιτήσεις του χωραφιού με τις ανάγκες της οικογένειας.
Με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Αγρότισσας, που τιμάται στις 15 Οκτωβρίου, μίλησε στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων για τη διαδρομή της, τις δυσκολίες των γυναικών της υπαίθρου και την ικανοποίηση που εξακολουθεί να αντλεί από τη δουλειά της. Η σχέση της με την αγροτική παραγωγή άρχισε μέσα στην οικογένεια. «Στα χωράφια πήγαινα από μικρή. Όλα τα χρόνια που θυμάμαι τον εαυτό μου», λέει. Δίπλα στους γονείς της έμαθε να φροντίζει τις καλλιέργειες, να ακολουθεί τις εποχές και να γνωρίζει τις ανάγκες της γης.
Από την οικογενειακή γη στη λαϊκή αγορά
Η οικογένειά της καλλιεργούσε πορτοκαλιές και άλλα εσπεριδοειδή, συκιές, αγκινάρες και εποχικά λαχανικά. Το καλοκαίρι είχε ντομάτες και πιπεριές, ενώ η εργασία συνεχιζόταν και τον χειμώνα. Οι καλλιέργειες ήταν υπαίθριες, χωρίς θερμοκήπια, και η γνώση μεταδιδόταν μέσα από την καθημερινή δουλειά.
Όταν οι γονείς της πλησίαζαν στη συνταξιοδότηση, χρειάστηκε κάποιος να αναλάβει τη συνέχεια. Εκείνη δεν είχε τότε άλλη εργασία και ο σύζυγός της είχε κλείσει το κατάστημά του. Κι έτσι πήραν την απόφαση να εργαστούν μαζί στα χωράφια και να διαθέτουν οι ίδιοι τα προϊόντα τους. Η απόφαση αυτή έγινε η αφετηρία μιας επαγγελματικής πορείας που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Η συστηματική παρουσία της στη λαϊκή ξεκίνησε γύρω στο 1990. Στην αρχή ένιωθε αμηχανία όταν έπρεπε να μιλήσει στους αγοραστές. «Στην αρχή ντρεπόμουν, αλλά μετά μου άρεσε η επαφή με τον κόσμο», εξηγεί. Με τον καιρό, ο πάγκος έγινε και χώρος επικοινωνίας, όπου αναπτύχθηκαν σχέσεις εμπιστοσύνης.
«Τους ξέραμε πια με το μικρό τους όνομα τους πελάτες μας», σημειώνει μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ. Η ίδια δίνει σημασία στην ειλικρινή ενημέρωση για τον τρόπο καλλιέργειας και, όπως αναφέρει, επιδιώκει να προσφέρει προϊόντα χωρίς τη χρήση φυτοφαρμάκων. Φροντίζει επίσης να φτάνουν στον πάγκο περιποιημένα και καθαρισμένα, ακολουθώντας όσα έμαθε από τη μητέρα της.
Στη μνήμη της παραμένει έντονη η εικόνα της λαϊκής παλαιότερων εποχών. Οι καταναλωτές έρχονταν νωρίς, γέμιζαν τα καλάθια τους και συχνά αγόραζαν και για τα παιδιά τους. «Η μαμά μου πήγαινε το πρωί και, να φανταστείς, στις δώδεκα είχαν τελειώσει», αφηγείται. Στα χρόνια που ακολούθησαν, διαπίστωσε ότι οι αγορές γίνονταν με μεγαλύτερη προσοχή και οι ποσότητες περιορίζονταν στα απολύτως αναγκαία.
Η μετάβαση από τη βοήθεια στα οικογενειακά χωράφια στην ευθύνη της παραγωγής έφερε και περισσότερες υποχρεώσεις. Πλέον έπρεπε να φροντίζουν οι ίδιοι τόσο την καλλιέργεια όσο και την πώληση, διατηρώντας την ποιότητα των προϊόντων και τη σχέση με τους αγοραστές τους. Οι δύο αυτές πλευρές της εργασίας παραμένουν συνδεδεμένες για την ίδια. Όσα προηγούνται στο χωράφι καθορίζουν τι θα φτάσει στη λαϊκή, ενώ η επαφή με τον καταναλωτή δίνει προσωπικό χαρακτήρα στην καθημερινή προσπάθεια της οικογένειας.
Η δουλειά χωρίς ωράριο και οι δυσκολίες των νοικοκυριών
«Η ημέρα μιας αγρότισσας δεν αρχίζει όταν στήνεται ο πάγκος ούτε τελειώνει όταν ολοκληρώνονται οι πωλήσεις. Προηγούνται η φροντίδα των καλλιεργειών, η συγκομιδή, η διαλογή και η προετοιμασία. Ακολουθούν η μεταφορά, η διάθεση των προϊόντων και οι εργασίες που περιμένουν στο χωράφι και στο σπίτι» – επισήμανε η ίδια. «Φεύγαμε πρωί για να γυρίσουμε βράδυ», λέει, περιγράφοντας τις απαιτήσεις της δουλειάς όλα αυτά τα χρόνια. Η εργασία συνεχίζεται χειμώνα και καλοκαίρι, ενώ οι καιρικές συνθήκες καθορίζουν συχνά το πρόγραμμα. Στη γεωργία, επισημαίνει, «δεν λες ότι έχω ένα οκτάωρο και φεύγω».
Οι υποχρεώσεις της οικογένειας προσθέτουν ακόμη μία απαιτητική πλευρά στην καθημερινότητά της. Όταν ανέλαβε την παραγωγή μαζί με τον σύζυγό της, τα παιδιά είχαν ήδη μεγαλώσει αρκετά. Ωστόσο, οι πολλές ώρες απουσίας από το σπίτι δεν έπαυαν να έχουν συναισθηματικό κόστος. Μέσα από την εμπειρία της περιγράφει την προσπάθεια μιας γυναίκας να ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στις ανάγκες της παραγωγής και της οικογένειας. Η δουλειά απαιτεί παρουσία και επιμονή, χωρίς να αφήνει πάντα περιθώρια επιλογής στον χρόνο που θα αφιερώσει στους δικούς της ανθρώπους. Στη λαϊκή, όμως, βλέπει και τις δυσκολίες όσων βρίσκονται απέναντι από τον πάγκο. «Την τελευταία δεκαετία. με πλησιάζουν ολοένα και περισσότεροι ηλικιωμένοι κυρίως και μου λένε “δεν έχω, δεν βγαίνω”», αναφέρει.
Οι ζημιές στις καλλιέργειες και η αγάπη για τη γη
Μιλώντας για τη σημερινή της δραστηριότητα, η Ελένη Κρητικού στέκεται ιδιαίτερα στις καταστροφές που προκαλούν τα ελάφια και τα αδέσποτα κατσίκια στη Ρόδο. Όπως υποστηρίζει, οι ζημιές δυσκολεύουν την προσπάθεια των παραγωγών να συνεχίσουν να καλλιεργούν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τους αναγκάζουν να αφήνουν τη γη ανεκμετάλλευτη. Υπάρχουν χωράφια που παραμένουν ακαλλιέργητα για το λόγο αυτό τονίζει η ίδια, αλλά παρά το γεγονός, οι αγρότες συνεχίζουν τη δραστηριότητά τους, περιμένοντας τη λήψη ουσιαστικών μέτρων.
Θυμάται ακόμη την προσπάθειά της να ενταχθεί σε πρόγραμμα νέων γεωργών, όταν ήταν περίπου σαράντα ετών. Δεν έγινε δεκτή αλλά με θέληση και πείσμα, παρέμεινε στη γεωργία, δουλεύοντας μαζί με τον σύζυγό της.
Για μια νέα γυναίκα που σκέφτεται να ασχοληθεί με τη γη, η συμβουλή της συνοδεύεται από την αναγνώριση των δυσκολιών. Χρειάζονται αγάπη για τη δουλειά, βοήθεια από την οικογένεια και υποστήριξη. «Σου δίνει ικανοποίηση, ηρεμία, ισορροπία και πολλά άλλα που δεν τα βρίσκεις σε άλλα επαγγέλματα», επισημαίνει. Υποστηρίζει επίσης την παραγωγή με μέτρο, σε ποσότητες που μπορούν να καταναλωθούν.
Στις απαιτητικές ημέρες επιστρέφει νοερά σε μια κουβέντα της γιαγιάς της. Όταν ήταν μικρή και πήγαιναν να μαζέψουν ελιές, ο όγκος της δουλειάς την τρόμαζε. «Παναγία μου, εμείς θα τις μαζέψουμε όλες;» ρωτούσε. «Το μάτι είναι δειλό, μα το χέρι τολμηρό», της απαντούσε εκείνη.
Την ίδια φράση θυμόταν αργότερα τις Παρασκευές της συγκομιδής, όταν έπρεπε να ετοιμαστούν τα προϊόντα για τη λαϊκή του Σαββάτου. Μια κουβέντα που εξακολουθεί να τη συνοδεύει μέχρι και σήμερα στη δουλειά και στον αγώνα της.
ΑΠΕ-ΜΠΕ












