Σημεία συνέντευξης του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη στo vidcast “Unformal” της Political και τον δημοσιογράφο Χρήστο Μυτιλινιό
Στο vidcast Unformal μίλησε ο Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη.
Αναφερόμενος σε πιο προσωπικά ζητήματα ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος τόνισε πως «πάρα πολλά πράγματα από αυτά για τα οποία δήλωνα απόλυτος τα προηγούμενα χρόνια, είτε έχω βάλει νερό στο κρασί μου, όχι όλα, κάποια από αυτά, είτε έχει αλλάξει και η άποψή μου. Και το κυριότερο που μου έμαθε η ζωή είναι ότι αν δεν το γνωρίσεις κάτι, αν δεν το ζήσεις, αν δεν έρθεις σε επαφή μαζί του, για παράδειγμα όταν ξεκίνησα να μπαίνω πιο βαθιά στα νερά της Νομικής κατάλαβα ποιο κομμάτι αυτής μπορεί να με ενδιαφέρει ή ποιο κομμάτι της δικηγορίας. Άρα, σημασία έχει να αγωνίζεσαι στη ζωή σου, να βάζεις στόχους και να αποκτάς άποψη για κάτι αφού ενημερωθείς. Αφού αποκτήσεις, δηλαδή, πραγματική εικόνα για αυτό, είτε είναι ένα επάγγελμα, είτε είναι η πολιτική, είτε είναι οτιδήποτε άλλο».
Μοιράστηκε ακόμα μια εμπειρία από τα παιδικά του χρόνια και την αγάπη του για το μπάσκετ λέγοντας πως: «Ποτέ δεν πίστεψα ότι θα γίνω μεγάλος μπασκετμπολίστας, αλλά όσο έπαιζα και ήταν πάρα πολλά χρόνια, οι τραυματισμοί με έκαναν να κόψω μαχαίρι το μπάσκετ, ήθελα να παίζω πιο έξω για να σουτάρω, αλλά επειδή ήμουν ο πιο ψηλός της ηλικίας μου στην ομάδα, τουλάχιστον, αναγκαστικά με αγκυροβολούσαν μέσα στη ρακέτα». «Θυμάμαι, με είχε πάει ο πατέρας μου σε έναν αγώνα του Απόλλωνα Πάτρας τότε με τον Ολυμπιακό του Ιωαννίδη. Εκείνη την περίοδο θυμάμαι ότι είχε στο τέλος της καριέρας του έρθει κι ο Γκάλης στον Παναθηναϊκό. Ήταν τότε, όπως και τα επόμενα, τα πρώτα χρυσά χρόνια του ελληνικού μπάσκετ. Λίγα χρόνια μετά ξεκίνησαν και οι κατακτήσεις των ευρωπαϊκών και το 96 – 97. Εκεί λοιπόν ζήτησα κι εγώ να ξεκινήσω να παίζω από πολύ μικρό παιδί θυμάμαι», ενώ, τόνισε πως ο αθλητισμός για τα παιδιά και η συμμετοχή σε μια ομαδική δραστηριότητα, είναι ό,τι πιο σημαντικό.
Μίλησε ακόμα για τις θέσεις ευθύνης, ερωτώμενος πως θα νιώσει όταν παραδώσει τη θέση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, λέγοντας πως «όλες οι πολιτικές θέσεις, όπως και αυτή, έχουν ημερομηνία λήξης. Σίγουρα θα πρέπει -πρώτα ο Θεός- την ημέρα προκήρυξης των εκλογών, αν υποτεθεί ότι είμαι μέχρι τότε στη θέση αυτή από την ιδιότητα του Κυβερνητικού Εκπροσώπου να παραιτηθώ, λόγω του ότι έχω ανακοινωθεί με απόφαση του πρωθυπουργού στον Βόρειο τομέα». Η πολιτική ανέφερε «επειδή ακριβώς έχει ημερομηνία λήξης, δεν είναι επάγγελμα», γι’ αυτό και παράλληλα με τα πολύ τιμητικά και απαιτητικά καθήκοντα του Γραμματέα του κόμματος και μετέπειτα του Κυβερνητικού Εκπροσώπου «επένδυσα» στο δικό μου γραφείο. Στο τέλος της ημέρας, αν περιμένεις να είσαι 20, 30, 40 χρόνια πολιτικός, δεν είσαι χρήσιμος στην πολιτική».
Τόνισε πως η πολιτική έχει δυσκολίες και τοξικότητα, αλλά πως «οι πραγματικές δυσκολίες είναι στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Δεν υπάρχει κάτι πιο δύσκολο από το μεγάλωμα ενός παιδιού. Ειδικά, άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα να έχουν βοήθεια. Δεν υπάρχει κάτι πιο δύσκολο από ανθρώπους οι οποίοι μπορούν να κάνουν μία και δύο και ίσως και παραπάνω δουλειές για να μεγαλώσουν την οικογένειά τους και να βγάλουν τα προς το ζην. Αλλά είναι εντελώς διαφορετικά τα πράγματα όταν τα ζεις στην πολιτική σε σχέση με αυτό το οποίο έχεις στο μυαλό σου, ακόμα κι ένας άνθρωπος όπως εγώ, που από φοιτητής είχα μια ευρύτερη πολιτική ενασχόληση.
Είναι πολύ περισσότερη η τοξικότητα εντός και εκτός των τειχών. Δυστυχώς, λόγω και της εξάπλωσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αλλά και του τρόπου που αντιδράει ένα μέρος του πολιτικού συστήματος, όλο αυτό καταλήγει πολλές φορές να είναι μια αντιπαράθεση σε ένα βούρκο. Πλέον μπορούμε να μιλάμε εμείς 20, 30, 40 λεπτά και να απομονώνονται 1, 2 λεπτά και ένα μέρος της κοινωνίας να αποκτά μια άλλη εντελώς εντύπωση. Όλο αυτό έχεις υποχρέωση να το συνηθίσεις, -όχι να το αποδεχθείς- και να το πολεμήσεις».
Αναφερόμενος στο αν είναι πιο δύσκολη η δουλειά του δικηγόρου ή η πολιτική του ιδιότητα τόνισε πως πιστεύει πως πιο δύσκολο είναι το επάγγελμα του δικηγόρου γιατί «έχει να κάνει με τη ζωή ενός ανθρώπου και στο τέλος της ημέρας, με τον τρόπο που εσύ θα δουλέψεις, αυτά που θα αναδείξεις και το πόσο συνεργάσιμος θα είναι και ο ίδιος θα επηρεάσει στην εξέλιξη μιας υπόθεσης. Στην άλλη περίπτωση, επειδή εγώ έχω πάρει μια απόφαση προφανώς να υπερασπίζομαι ανθρώπους και πολιτικές, αλλά όχι να κάνω το μαύρο άσπρο. Είναι κάτι το οποίο προφανώς έχει απαιτήσεις. Προφανώς θέλει προσοχή, θέλει τεκμηρίωση, αλλά δεν μπορώ να το συγκρίνω». «Ως προς την επίδραση που μπορεί να έχει ένα λάθος στην περίπτωση της πολιτικής, σίγουρα ειδικά στην θέση του κυβερνητικού εκπροσώπου, γι’ αυτό και είναι ηλεκτρική καρέκλα η θέση αυτή, δεν το συζητάμε, γιατί μπορεί μια λάθος φράση, μια λάθος διατύπωση, μια λάθος εκτίμηση, μια κακή ενημέρωση που μπορεί να έχεις από ένα υπουργείο, να οδηγήσει σε πάρα πολύ κακό δρόμο μια ολόκληρη κυβέρνηση και τους ανθρώπους που σε εμπιστεύτηκαν, με πρώτο τον πρωθυπουργό».
Για το αν έχει έρθει σε δύσκολη θέση κληθείς να υπερασπιστεί μια φράση κάποιου άλλου υπουργού παραδέχτηκε πως ναι, τονίζοντας πως το ύφος με το οποίο απευθύνεσαι στο δημόσιο λόγο είναι εξίσου σημαντικό με όσα λες. «Αρκετές φορές και σε ένα 10% των περιπτώσεων έχω απορήσει και περισσότερο με το ύφος. Το ύφος δεν είναι η επιφάνεια των πραγμάτων. Το ύφος στην πολιτική είναι μέρος της ουσίας της απάντησης. Ο τρόπος που μιλάς σε έναν άνθρωπο που σε ακούει, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν σε ξέρουν προσωπικά, είναι εξίσου σημαντικός, όχι το μόνο σημαντικό, αλλά εξίσου σημαντικός με αυτά που θα πεις. Δηλαδή είναι άλλο πράγμα να πεις ότι σε μια χώρα που ήταν στον πάτο όλων των δεικτών τελευταία στην ανάπτυξη στην Ευρώπη, τελευταία στη δημιουργία θέσεων εργασίας μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στις επενδύσεις έχει διανυθεί μια απόσταση και σιγά σιγά ο κόσμος αρχίζει και παίρνει πίσω κάποια πράγματα που στερήθηκε. Και είναι άλλο να πεις «τι ωραία ζούμε, πόσο τέλεια ζούμε». Όχι, δεν ισχύει το δεύτερο, όπως και δεν ισχύει ο μηδενισμός της αντιπολίτευσης. Γιατί; Γιατί έχουμε ακρίβεια. Ο τρόπος που θα πεις το ίδιο πράγμα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Οι περισσότερες λοιπόν φορές που έχω βρεθεί σε δύσκολη θέση, όχι εγώ ως Παύλος, ως εκπρόσωπος του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης, είναι όταν πρέπει να υπερασπιστώ δηλώσεις με λάθος ύφος», ενώ για το πως αντιμετωπίζει ερωτήσεις που μπορεί να εκφεύγουν του δημοσιογραφικού ελέγχου ανέφερε: «είναι κάποιες μικρές μειοψηφίες. Οι περισσότεροι, η συντριπτική πλειονότητα των δημοσιογράφων που αυτά τα τρία χρόνια και κάτι έρχονται στην ενημέρωση ακόμα και από πολύ σκληρά αντιπολιτευόμενα μέσα, είναι άνθρωποι οι οποίοι κάνουν τη δουλειά τους, επιτελούν το έργο τους, το λειτούργημά τους με πολύ μεγάλη ευπρέπεια και όταν είναι ανοιχτές οι κάμερες και πίσω από τις κάμερες και ο τρόπος που ζητούν ενημέρωση για το πρόγραμμα του πρωθυπουργού, για τα επόμενα βήματα, για ένα θέμα που θέλουν να γράψουν. Έχω κατά κανόνα πολύ καλά να πω. Πάντοτε σε κάθε δουλειά, σε κάθε δραστηριότητα, υπάρχουν και οι θλιβερές, οι λυπηρές, τέλος πάντων, οι κακές μειοψηφίες. Όταν δηλαδή ένας άνθρωπος δεν έρχεται για να κάνει έρευνα, ρεπορτάζ, έρχεται για να κάνει πολιτική. Εντάξει, το βλέπουμε. Ο κόσμος βλέπει τα μπρίφινγκ είναι εδώ και πάρα πολλά χρόνια, προβάλλονται ζωντανά, υπάρχουν στη συνέχεια, γνωριζόμαστε μεταξύ μας και είναι ένα αόρατο νήμα το οποίο συνδέει τους ανθρώπους αυτούς που έρχονται στο μπρίφινγκ, αυτές τις μειοψηφίες με κάποια μέσα ενημέρωσης, με συγκεκριμένα κόμματα της αντιπολίτευσης, με υποτιθέμενες σατιρικές εκπομπές που έχουν ένα μοτίβο, ή κάποιες σατιρικές, τρόπον τινά ιστοσελίδες, η «κοπτοραπτική». Τους έχει βοηθήσει πάρα πολύ η εξέλιξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και οι αλγόριθμοι όπως λειτουργούν. Και βέβαια το γεγονός ότι ο κόσμος αντιμετωπίζει προβλήματα και έχει σε ένα ποσοστό είτε οργή είτε θυμό, άρα έχουν και ευεπίφορο έδαφος. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτού του αόρατου νήματος που λειτουργεί εν είδει «συμμορίας», χωρίς να γνωρίζονται ενδεχομένως όλοι μεταξύ τους, δηλαδή με την ευρύτερη έννοια του όρου, είναι αυτό το δίμηνο της δεύτερης επετείου του τραγικού δυστυχήματος των Τεμπών. Ιανουάριος Φεβρουάριος, Μάρτιος 2025. Ήταν συγκλονιστικό αυτό το οποίο συνέβη. Πάνω σε ένα τραγικό δυστύχημα όπου πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη με τον πιο αυστηρό τρόπο για όποιον έχει πραγματική ευθύνη, αποπειράθηκε να γίνει η μεγαλύτερη παραπλάνηση της κοινής γνώμης. Από τη μια μέρα στην άλλη εμφανίστηκαν από το πουθενά δημοσιογράφοι στην ενημέρωση πολιτικών συντακτών. Αρχίσαμε να βλέπουμε κατ’ επίφαση ειδικούς να παρουσιάζουν σε τηλεοπτικές εκπομπές διάφορα διαγράμματα, χωρίς να έχουν διαβάσει ούτε το 5% μίας πολύ σοβαρής δικογραφίας όπου έχασαν τη ζωή τους στο δυστύχημα αυτό 57 άνθρωποι και πολλοί νέοι, με ξεκάθαρες ευθύνες, δεν το συζητάω, τις οποίες η δικαιοσύνη θα δει. Είδαμε εκπομπές που δεν έχουν καμία σχέση με την πολιτική, να κάνουν τηλεοπτικά δικαστήρια. Και βρεθήκαμε ξαφνικά σε μια κατάσταση όπου δεν μπορούσαμε να υπερασπιστούμε τα αυτονόητα. Δηλαδή μπορεί να πήγαινες κάπου και να σου την «πέφτανε» πέντε, που μπορεί να μην ήταν και δημοσιογράφοι του πολιτικού ή του δικαστικού ρεπορτάζ σαν να είναι εισαγγελείς. Αυτό δεν μπορώ, δεν έχω ούτε στοιχεία ούτε αποδείξεις ότι ήταν οργανωμένο. Γι’ αυτό και μιλάω για ένα αόρατο νήμα. Αλλά σίγουρα είχαν πάρα πολλά κοινά η δουλειά του ενός και του και του άλλου. Αυτό δεν το θεωρώ δημοσιογραφία, το να κάνεις τον εισαγγελέα δεν το θεωρώ δημοσιογραφία. Είμαι από τους εκπροσώπους που δεν έχω αρνηθεί ποτέ καμιά ερώτηση, δεν έχω βάλει περιορισμό. Δηλαδή αν θέλεις μπορείς να ρωτήσεις μια ερώτηση, μπορείς να ρωτήσεις και δέκα ερωτήσεις. Ούτε χρονικό περιορισμό, ούτε περιορισμό ερωτήσεων. Και τρία χρόνια και δύο μήνες μετά από την ανάληψη των καθηκόντων μου, όταν είχα αναλάβει, μου είπαν τα παιδιά ένα χρονικό διάστημα μετά, ότι το μακροσκελέστερο briefing χρονικά, από τα χρόνια που αυτά ανέβαιναν στο You Tube, ήταν κάτι λιγότερο από 50 λεπτά. Όταν κλείσαμε τριετία, είδαμε ένα στατιστικό ότι πάνω από 45 briefing έχουν κρατήσει πάνω από μία ώρα. Προφανώς έχει να κάνει και με την επικαιρότητα. Άρα δε νομίζω ότι μπορεί κανείς να με κατηγορήσει ότι λέω «παιδιά μια ώρα και όποιος προλάβει ή μέχρι δύο και τρεις ερωτήσεις», αλλά δεν θα κάνω τη χάρη σε κανέναν να δώσω την απάντηση που θέλει για να απομονώσει μία φράση, για να κάνει πολιτική. Και το άλλο, επειδή τυχαίνει να μην είμαι μόνο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, με την εμπιστοσύνη του Πρωθυπουργού, είμαι και Υφυπουργός αρμόδιος για θέματα Τύπου, όσα έχουν ψηφιστεί αυτά τα χρόνια υπέρ των δημοσιογράφων, υπέρ των εργαζομένων, με σεβασμό στα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων, για την κρατική τηλεόραση, για τα sites και τις εφημερίδες, τα έχουμε αναλύσει σε προηγούμενες συνεντεύξεις, δεν τα έχουμε δει αθροιστικά από όλες τις κατ’ επίφαση ευαίσθητες, κεντροαριστερές και αριστερές κυβερνήσεις του παρελθόντος».
Αναφέρθηκε ακόμα στην «δύναμη του σταυρού»: «Δεν είμαστε πουθενά με το ζόρι, δεν μας έχουν δεμένους στην καρέκλα και αναγκαστικά επιτελούμε αυτά τα καθήκοντα. Γι’ αυτό και πιστεύω πάρα πολύ στη δύναμη του σταυρού και στους αιρετούς. Δηλαδή για μένα το πιο σημαντικό απ’ όλα, χωρίς να υποτιμώ τίποτα απ’ όλα όσα έχω υπηρετήσει μέχρι σήμερα στην πολιτική, είναι η υποψηφιότητά μου και ελπίζω η εκλογή μου, στον Βόρειο τομέα και αντίστοιχα ο καθένας εκεί που θα είναι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές με όλα τα κόμματα, προφανώς και με τη Νέα Δημοκρατία. Διάβαζα πριν από κάποιες εβδομάδες ένα ρεπορτάζ που έλεγε, τέλος πάντων, ότι δεν ξέρω τώρα αυτό πώς γράφτηκε, αλλά ήταν πραγματικά κωμικοτραγικό, ότι και εγώ και κάποιοι άλλοι εκπρόσωποι τέλος πάντων και του κόμματος, η Αλεξάνδρα η Σδούκου, έχουμε πλεονέκτημα εκ του ρόλου μας, λόγω του ότι έχουμε παρουσία στα Μέσα, κάτι το οποίο προφανώς ισχύει το αντίθετο, γιατί η θέση του εκπροσώπου, όχι μόνο του κυβερνητικού εκπροσώπου, του εκπροσώπου της Νέας Δημοκρατίας, των άλλων κομμάτων και ειδικά όταν το κόμμα είναι κυβερνών, άρα υπερασπίζεται πολιτικές, σε υποχρεώνει, αν θέλεις να είσαι εντάξει απέναντι στον άνθρωπο που σου έχει εμπιστευθεί, εν προκειμένω τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά και στον κόσμο που σε ακούει να βγαίνεις μπροστά, κυρίως στα δύσκολα. Δεν θα ξεχάσω πάλι την ίδια περίοδο, αλλά και όχι μόνο των Τεμπών και άλλες περιόδους, που οι αρχισυντάκτες των καναλιών έψαχναν να βρουν ποιους θα βγάλουν. Και ήταν λίγοι θαρραλέοι βουλευτές, αλλά ήταν άνθρωποι οι οποίοι βγαίνανε πιο πολύ ακόμα και από Υπουργούς και πολύ λιγότεροι από την κυβέρνηση, οι οποίοι υπερασπίζονταν όλα αυτά τα οποία δεν ήταν καθόλου ευχάριστα, προφανώς γιατί είχαμε να κάνουμε με ένα τραγικό δυστύχημα. Για μένα όμως, αυτό είναι η μεγαλύτερη υποχρέωση και η μεγαλύτερη τιμή. Δηλαδή, αν μπορούσα να επιλέξω ένα πράγμα αυτά τα τρία χρόνια, σε κάποιους μπορεί να αρέσουν αυτά που λέω, σε κάποιους μπορεί να μην αρέσουν, κάποιοι μπορεί να τα έχουν ακούσει παραποιημένα από διάφορους, οι οποίοι παραπλανούν τον κόσμο, μπορεί να τα έχουν ακούσει σωστά και να μη συμφωνούν. Αν για κάτι όμως είμαι υπερήφανος, είναι γιατί δεν κρύφτηκα ούτε μια στιγμή, εγώ και κάποιοι άλλοι συνάδελφοι στην κυβέρνηση και βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, δεν κρύφτηκα ποτέ και βγήκα με το θάρρος της γνώμης μου, με τα επιχειρήματα τα οποία εγώ θεωρώ ότι είναι σωστά. Δημοκρατία έχουμε, άλλοι το αποδέχονται, άλλοι όχι. Και τα εξέθεσα στον κόσμο.
Για το αν είναι δυσκολότερο να πει στον Πρωθυπουργό ότι διαφωνεί ή ότι έγινε λάθος είπε: «Τίποτα από τα δύο. Σίγουρα πρέπει να βρίσκεις τον χρόνο να λες κάτι. Το κυριότερο είναι να έχει νόημα. Και επειδή έχω την τιμή και το προνόμιο να είμαι αυτά τα πέντε χρόνια σε δύο σημαντικές θέσεις, τις οποίες ο ίδιος μου εμπιστεύτηκε, θεωρώ ότι είναι και πάρα πολύ σημαντικό, απέναντι σε έναν άνθρωπο που σου έχει δώσει δύο πολύ μεγάλες ευκαιρίες, όπως ο Πρωθυπουργός σε εμένα, γραμματέας στο κόμμα, κυβερνητικός εκπρόσωπος και κοντά του αυτά τα τελευταία τρία χρόνια, να λες την αλήθεια, αλλά όχι την αλήθεια τη δικιά σου, την αλήθεια, που έχεις καταλήξει ότι ισχύει με βάση μια συγκεκριμένη επιχειρηματολογία. Αν κάτι χρειάζεται πάντοτε να έχεις στο μυαλό σου όταν θα μιλήσεις στον συγκεκριμένο πρωθυπουργό, δεν είναι το τι θα του πεις. Είναι το γιατί αυτό που θα του πεις ισχύει. Δηλαδή ναι, υπάρχουν φορές που με κάποιες εισηγήσεις Υπουργών για κάποια νομοσχέδια, έχω διαφωνήσει. Πριν πάω να το πω στο γραφείο του Προέδρου, μίλησα καταρχάς με ανθρώπους του αντίστοιχου χώρου, αν είναι για παράδειγμα η οικονομία, αν είναι κάποιο άλλο πεδίο που ξέρουν πέντε γράμματα παραπάνω από μένα, αν αυτό που εγώ έχω στο μυαλό μου ότι είναι σωστό ή λάθος, είναι πράγματι λάθος, για παράδειγμα. Και το δεύτερο προσπάθησα όλο αυτό να το φέρω ως παράδειγμα σε ανθρώπους οι οποίοι δουλεύουν, οι οποίοι δουλεύουν στον αντίστοιχο κλάδο, είναι επιχειρηματίες ή είναι στην παιδεία, στην υγεία. Όσες φορές λοιπόν έχει γίνει αυτό, ακόμα και αν κατάφερα να πείσω τον Πρόεδρο, η άποψη η δική μου τελικά δεν υπερίσχυσε. Ο ίδιος το εκτίμησε. Δεν υπάρχει τίποτα πιο επιζήμιο για έναν πρωθυπουργό από την «αυλή», η οποία θα πει μόνο το ευχάριστο, μόνο και μόνο για να παρατείνει το κάθε μέλος της «αυλής» τη χρονική διάρκεια που βρίσκεται σε μια θέση».
Για το τι είναι πολιτικά δυσκολότερο
Το πιο δύσκολο το οποίο καλείται να διαχειριστεί η Κυβέρνηση αυτή είναι να πείσει τους ανθρώπους που την ακούνε, τους ανθρώπους που μας ακούνε, ότι πολλά από αυτά τα οποία έχουν γίνει αφορούν τη ζωή τους. Γιατί υπάρχει μια πολύ μεγάλη αντίφαση, που όποιος δεν τη βλέπει, είτε από τη δική μας πλευρά είτε από την αντιπολίτευση, δε βλέπει δηλαδή και τις δύο πτυχές, τις δύο όψεις του νομίσματος, δεν μπορεί να κάνει σοβαρή συζήτηση. Από τη μία η Ελλάδα έχει καταφέρει να επιστρέψει ως οικονομία, ως μια χώρα, ως ένα κράτος, δηλαδή στην εξωτερική πολιτική, στην άμυνα, στους δείκτες της οικονομίας, στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Έχει καταφέρει, δηλαδή, όσα δεν κατάφερε πάρα πολλά χρόνια πριν και με μια εντελώς αντίθετη λογική από τη λογική του 1980 και μετά, των δανεικών χρημάτων, της υποθήκευσης, δηλαδή, του μέλλοντος των επόμενων γενεών. Από την άλλη πλευρά, εδώ και κάποια χρόνια αντιμετωπίζει και η Ελλάδα και η υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά τον πολίτη τον νοιάζει το δικό του σπίτι, μια πρωτοφανή πληθωριστική κρίση. Ακρίβεια, με λίγα λόγια. Όποιος λέει μόνο το πρώτο και πανηγυρίζει μόνο για τις επιτυχίες, κάνει πολύ μεγάλο λάθος και αναγκάζει τον κόσμο που τον βλέπει να αλλάζει κανάλι. Όποιος λέει μόνο το δεύτερο – και αναφέρομαι στην αντιπολίτευση – βρίσκεται εκεί που βρίσκεται δημοσκοπικά και πιστεύω και εκλογικά, δηλαδή δεν τον παίρνει κανείς στα σοβαρά. Πρέπει λοιπόν αυτή την αντίφαση να την καταλάβουμε όλοι όσοι ασχολούμαστε και ο κόσμος που μας βλέπει να μας πάρει στα σοβαρά και, από εκεί και πέρα, να εξηγήσουμε στον κόσμο ότι τίποτα δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Όχι, όμως, κουνώντας το δάχτυλο. Δηλαδή, δεν μπορεί μια χώρα η οποία, επειδή είμαστε λίγο μετά την αντιπυρική περίοδο ή προς το τέλος της, τέλος πάντων, δεν μπορεί μια χώρα που την Πολιτική Προστασία την αντιμετώπιζε μέχρι το 2019 με όρους μιας ημι-διαλυμένης Γενικής Γραμματείας, που δεν είχε ένα σύστημα προειδοποίησης των πολιτών για να εκκενώσει το σπίτι του… Το είπε ο εισαγγελέας έδρας στο Μάτι με τον πιο γλαφυρό τρόπο: «Σμπαραλιασμένος κρατικός μηχανισμός, που αν λειτουργούσε κι αν υπήρχε σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης, θα είχαν σωθεί δεκάδες ανθρώπινες ζωές». Δεν τα λέω εγώ, ο εισαγγελέας τα είπε. Δεν μπορείς, λοιπόν, από τη μια μέρα στην άλλη, με την κλιματική κρίση να γιγαντώνεται, να πας από το 0 στο 10, αλλά ήσουν στο μηδέν, για να μην πω υπό το μηδέν, να πω στο 0, στο τίποτα. Αξιολογείσαι, προφανώς, γιατί όταν έχεις πάει στο 2, στο 3, στο 5, στο 7 και όσο περνούν τα χρόνια και πιο αυστηρά από τον κόσμο. Δεν μπορείς μια οικονομία που ήταν στο 10% του ΑΕΠ, ως προς το ΑΕΠ στις επενδύσεις, ενώ ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 20%, να την πας μέσα σε επτά χρόνια, στο 30 και στο 40. Αλλά το έχουμε πάει από το 10% στο 17,5% και έχουμε καταφέρει και έχουμε αυξήσει κατά 95% τις άμεσες ξένες επενδύσεις, άρα έχουμε φέρει χρήματα στην Ελλάδα, έχουμε δημιουργήσει δουλειές, είναι κάτι που πρέπει να μας πιστωθεί. Υπάρχουν πράγματα που δεν έχουν γίνει, για παράδειγμα στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Η μεγάλη μεταρρύθμιση έγινε κατόπιν εορτής. Τη μεγάλη αυτή μεταρρύθμιση, όμως, δεν την ψήφισε κανένα άλλο κόμμα. Ποια είναι η μεταρρύθμιση; Να πάει στην ΑΑΔΕ και πλέον να μην μπορεί κανένας να πάρει τηλέφωνο κανέναν άλλον, είτε είναι βουλευτής, και να ζητήσει το οτιδήποτε. Δεν μπορείς να πάρεις τηλέφωνο και να πεις «σας παρακαλώ μπορώ να πληρώσω λίγο λιγότερο φόρο μετά το εκκαθαριστικό;». Θα σε πάρουν στο ψιλό. Έτσι δεν είναι; Ή «μπορώ να πάρω λίγο μεγαλύτερη επιστροφή φόρου, αν δικαιούμαι επιστροφή;». Θα πάρεις επιστροφή ό,τι δικαιούσαι, θα πληρώσεις ό,τι πρέπει να πληρώσεις. Έτσι γίνεται πλέον και με την καταβολή των αγροτικών επιδοτήσεων. Το κάναμε εγκαίρως; Όχι. Το είπαμε, όμως, το παραδεχτήκαμε. Ο λόγος που δεν έγινε εγκαίρως, είναι γιατί φοβήθηκαν οι πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης το πολιτικό κόστος. Γιατί μην κοροϊδευόμαστε, αυτοί που θα ξεβολεύονταν – όπως συνέβη με μια μερίδα όσων έκαναν κινητοποιήσεις, όχι όλους τους αγρότες που βγήκαν στους δρόμους – θα έβγαιναν στους δρόμους και θα λέγανε «κάτω τα χέρια από τον ΟΠΕΚΕΠΕ» και πολύ μεγάλο μέρος εκείνων που μας κάνανε σφοδρή κριτική από την αντιπολίτευση, θα μας κάνανε κριτική γιατί κάναμε αυτή τη μεταρρύθμιση. Δεν το λέω για να μας δικαιολογήσω. Δεν το κάναμε. Όμως, πολλά άλλα πράγματα έγιναν. Το ψηφιακό κράτος, οι μεγάλες αλλαγές που έγιναν στο πώς εφαρμόζει το νόμο στα γήπεδα. Εντελώς διαφορετική εικόνα στα γήπεδα. Το γεγονός ότι πλέον μέσα σε λεπτά, για να μην πω σε δευτερόλεπτα, μπουκάρει η Αστυνομία στα πανεπιστήμια και συλλαμβάνει όλα αυτά τα «καλόπαιδα», τα οποία έχουν καταστρέψει μεταπτυχιακά, εξάμηνα και οι περισσότεροι εξ αυτών δεν είναι καν φοιτητές. Τους πιάνει, τους οδηγεί στη Δικαιοσύνη και μετά η Δικαιοσύνη αναλαμβάνει δράση, όπως η Δικαιοσύνη πιστεύει. Όλα αυτά, οι δεκάδες συλλήψεις σε πολεοδομίες, σε φυλακές, σε όλα τα κυκλώματα, όλα αυτά δεν είχαν γίνει τα προηγούμενα χρόνια. Και όλα αυτά γίνονται τώρα γιατί έχει συσταθεί η ΔΑΟΕ, λειτουργεί το Εσωτερικών Υποθέσεων, υπάρχει η πολιτική βούληση. Προφανώς, πρέπει να γίνουν και άλλα. Και, προφανώς, όπως υπερήφανοι είμαστε για το ψηφιακό κράτος, τόσο πρέπει να τρέξουμε πιο γρήγορα άλλες πτυχές του κράτους που ακόμη καθυστερούν.
Για το αν φοβίζει το Μέγαρο Μαξίμου η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα
Δεν βλέπω κανέναν φοβισμένο, ούτε στο Μέγαρο Μαξίμου ούτε στη Νέα Δημοκρατία, με την επανεμφάνιση του κ. Τσίπρα. Όσο, όμως, δεν πρέπει να φοβόμαστε, τόσο δεν πρέπει να λέμε «α, ευτυχώς που γύρισε ο Τσίπρας». Δηλαδή, επειδή έχω δει και κάποιους και λένε – το ακούω και από άλλα κόμματα – «χορηγός του Μητσοτάκη ο Τσίπρας», όλα αυτά υποτιμούν τη νοημοσύνη των πολιτών. Θα σου πω ψέματα αν δεν παραδεχθώ ότι η παρουσία του κ. Τσίπρα βοηθάει στο να υπενθυμίζει. Αλλά, όσο βοηθάει στο να υπενθυμίζει πού ήμασταν, για παράδειγμα, όταν ακούει Τσίπρα, το όνομα Αλέξης Τσίπρας, ένας ελεύθερος επαγγελματίας, θυμάται τον νόμο Τσίπρα – Κατρούγκαλου. Στις ασφαλιστικές εισφορές, θυμάται ότι είχε προκαταβολή φόρου 100%. Θυμάται ότι είχε φόρο 29%. Άρα, το ότι εσύ έχεις καταφέρει και τον έχεις μειώσει, αυτό συγκριτικά λειτουργεί υπέρ σου. Αλλά αν θεωρείς ότι, βάζοντας ένα πήχη τόσο χαμηλά και περάσεις από πάνω – αναφέρομαι στη διακυβέρνηση Τσίπρα – θα κερδίσεις ξανά την εμπιστοσύνη των πολιτών, «κούνια που σε κούναγε».
Σχετικά με τις αντιδράσεις που υπήρξαν από το ΚΚΕ για το μήνυμα για την ημέρα μνήμης των θυμάτων του ναζισμού και του σταλινισμού
Εγώ δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται να ξεχωρίζεις ένα καθεστώς, το οποίο δολοφόνησε εκατομμύρια ανθρώπους, με βάση το αν το χρώμα του είναι μαύρο ή κόκκινο. Οι νεκροί του καθεστώτος του Στάλιν και των κομμουνιστικών καθεστώτων εκείνων των περιόδων, είναι καταγεγραμμένοι από την Ιστορία. Υπάρχουν καταγραφές που τις προσεγγίζουν στα 7 εκατομμύρια, άλλοι, στο παρελθόν, τις έχουν προσεγγίσει μέχρι και 20 εκατομμύρια. Εγώ δεν είμαι ιστορικός, αλλά δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην γνωρίζει, έχοντας διαβάσει μια σελίδα Ιστορίας, ότι τα καθεστώτα αυτά δολοφόνησαν ανθρώπους. Το αν θεωρείσαι δημοκράτης, προοδευτικός, με το να βάζεις σε ένα ζύγι την ανθρώπινη ζωή και την αξία της και να λες «αυτό δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία, κάνω ότι δεν το βλέπω», καλά κάνεις και το πιστεύεις, αν νιώθεις εσύ καλύτερα, αλλά στην πραγματικότητα γίνεσαι υμνητής, έστω και εμμέσως, αυτών των καθεστώτων, που χαρακτηρίστηκαν από τις θηριωδίες τους. Η ημέρα για την οποία έκανα το βίντεο αυτό, δεν καθιερώθηκε ούτε από τη Νέα Δημοκρατία, ως Ημέρα Μνήμης των θυμάτων του ναζισμού και του σταλινισμού, καθιερώθηκε ως Ημέρα Μνήμης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν επελέγη τυχαία. Και δεν επελέγη μόνο λόγω του Συμφώνου Μολότοφ – Ρίμπεντροπ. Αλλά, γιατί; Για να θυμούνται και αυτοί οι οποίοι προσπαθούν να ξαναγράψουν την Ιστορία. Λόγω της συγκλονιστικής πορείας που έγινε από περίπου δύο εκατομμύρια ανθρώπους από τη Λιθουανία, την Εσθονία και τη Λετονία, απαιτώντας να απαλλαγούν από το καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης. Δεν θα ξαναγράψουν, λοιπόν, την Ιστορία κάποιοι από την Αριστερά, συγκεκριμένοι, επειδή θέλουν να παραστήσουν τους δημοκράτες, ενώ δεν καταδικάζουν τον Στάλιν και τα ορφανά του. Ξέρω ότι με ευθύνη πολύ μεγάλη του δικού μας πολιτικού χώρου, το ένα άκρο είχε ασυλία για πάρα πολλά χρόνια. Φταίμε πάρα πολύ. Όχι εμείς οι νεότεροι. Κάποιοι εκ των παλαιοτέρων. Δηλαδή, καταδίκαζαν τις θηριωδίες του ενός άκρου και έκαναν ότι δεν έβλεπαν, δεν θυμόντουσαν τις θηριωδίες του άλλου άκρου. Και είναι ένας από τους λόγους που ανεχθήκαμε και την αριστερόστροφη βία στα πανεπιστήμια και πάει λέγοντας. Θεωρώ ότι αν θέλουμε να επιβιώσουμε, πρέπει να σταματήσουμε να κλείνουμε τα μάτια μας στο αυτονόητο. Οπότε, εγώ αυτό το οποίο είπα στο βίντεο μου, ήταν η ιστορική αλήθεια, όπως ακριβώς την έχουν αποτυπώσει οι ιστορικοί και όπως ακριβώς την έχουν ζήσει οι άνθρωποι. Γιατί μιλάμε για σχετικά πρόσφατα γεγονότα. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, υπάρχουν εν ζωή πολύ μεγάλης ηλικίας άνθρωποι, που έχουν υποστεί τις θηριωδίες και σίγουρα απόγονοι των ανθρώπων αυτών που δολοφονήθηκαν από τα καθεστώτα αυτά.


















