O υποψήφιος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, δέχθηκε δολοφονική επίθεση κατά την διάρκεια προεκλογικής του ομιλίας στην πολιτεία της Πενσιλβάνια, λίγους μήνες πριν από την διεξαγωγή των προεδρικών εκλογών.

Ο Borum περιγράφει την διαδικασία της «ριζοσπαστικοποίησης που οδηγεί στον βίαιο εξτρεμισμό» (radicalization into violent extremism), ως την διαδικασία εκείνη «μέσω της οποίας άνθρωποι καταλήγουν να υποστηρίζουν πεποιθήσεις που δε δικαιολογούν απλώς τη χρήση βίας αλλά την υιοθετούν, και καταλήγουν στον εξτρεμισμό μετουσιώνοντας τις σκέψεις σε πράξεις».[1]
Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως ο εικοσάχρονος που επιτέθηκε στον Ντόναλντ Τραμπ επιχειρώντας να τον δολοφονήσει μπροστά στα μάτια των υποστηρικτών του, είχε ήδη ριζοσπαστικοποιηθεί πολιτικά ή αλλιώς, πολιτικοϊδεολογικά, αποδεχόμενος την βία ως ‘εργαλείο’ που μπορεί να συμβάλλει στην εξόντωση του εχθρού. Εν προκειμένω του Ντόναλντ Τραμπ. Και ποιοι παράγοντες συνέβαλλαν ώστε να μεταπηδήσει στον βίαιο εξτρεμισμό;
Αφενός μεν η έναρξη της προεκλογικής περιόδου στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάτι που τον έφερε διαρκώς σε επαφή με τον ‘στόχο,’ και, αφετέρου δε (πολύ κρίσιμος παράγοντας), η ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ, την οποία δεν αντιμάχονταν απλά, αλλά, την έβρισκε ‘ανυπόφορη’.
Εδώ μπορούμε να προσθέσουμε έναν ακόμη παράγοντα που συνέβαλλε στο να καταστεί ο δράστης εξτρεμιστής που θα ήσαν ευχαριστημένος εάν σκότωνε όχι μόνο τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και περισσότερους.
Και ποιος είναι αυτός ο παράγοντας; Η αντιπάθεια του προς το πρόσωπο του Ντόναλντ Τραμπ, σε ένα πολύ λεπτό σημείο όπου αυτός δεν ήσαν παρά ένα ‘βρωμερό παράσιτο που έπρεπε να βγει με κάθε τρόπο από την μέση’.[2] Εάν δε, στραφούμε στην περί βίας τυπολογική προσέγγιση της Della Porta, θα ισχυρισθούμε πως η δολοφονική επίθεση (πως αλλιώς μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε; ) που δέχθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ, ανήκει στην κατηγορία της «βίας υψηλού επιπέδου».[3]
Δηλαδή, της βίας που στρέφεται κατά προσώπων. Και η επίθεση κατά του υποψήφιου προέδρου, επαναφέρει το ‘φάντασμα’ της βίας κατά πολιτικών προσώπων στο πολιτικό προσκήνιο (αρκεί να θυμηθούμε την δολοφονία του άλλοτε προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Τζον Κένεντι), αλλάζοντας άρδην τα προεκλογικά δεδομένα, καθώς και το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης μεταξύ Τζο Μπάιντεν και Ντόναλντ Τραμπ. Μπορεί να έχει αντίκτυπο στο αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών μία τέτοιου τύπου επίθεση; Ακόμη είναι νωρίς για να εκτιμήσουμε κάτι τέτοιο.
Όμως, εάν διακινδυνεύσουμε μία απάντηση, θα λέγαμε πως μπορεί να έχει αντίκτυπο στις προσεχείς Αμερικανικές προεδρικές εκλογές, ειδικά εάν ο Ντόναλντ Τραμπ προβάλλει εαυτόν ως ‘ήρωα’ (διαδικασία ‘ηρωοποίησης’), που επειδή ‘αντιμάχεται το σύστημα Μπάιντεν’ τίθεται στο στόχαστρο ‘αυτού’.[4]
Πείθοντας κυρίως αμφιταλαντευόμενους ψηφοφόρους πως είναι ‘ο μόνος’ που μπορεί να ‘σταματήσει’ τον ‘επικίνδυνο Μπάιντεν και την ‘συμμορία’ του, φράζοντας του τον δρόμο για τον Λευκό Οίκο.
Επίσης, μπορεί να έχει αντίκτυπο εάν ο Ντόναλντ Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί πείσουν τους ψηφοφόρους εκείνους που αποδίδουν μεγάλη έμφαση σε ζητήματα τάξης, ασφάλειας και μετανάστευσης πως ο Τζο Μπάιντεν ‘έχει ξεχαρβαλώσει τα πάντα και έχει καταστήσει τη χώρα ξέφραγο αμπέλι,’ με την Αστυνομία να μην μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια ακόμη και ενός υποψήφιου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Η πιο αναμενόμενη σε τέτοιες περιπτώσεις ενέργεια, είναι αυτή της ‘αυτο-θυματοποίησης’: ‘Θέλουν να με σκοτώσουν επειδή δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα μαζί μου’. Και η λογική της ‘αυτο-θυματοποίησης’ προσελκύει μονίμως καχύποπτους ψηφοφόρους, για τους οποίους πίσω από την επιφάνεια ‘υπάρχει κάτι άλλο βαθύτερο.’[5]
Μένει να φανεί εάν αυτή η δολοφονική απόπειρα κατά του Ντόναλντ Τραμπ αποτελέσει το σημείο καμπής το οποίο θα συντελέσει στη μετάβαση από τις συνθήκες εντεινόμενης συλλογικής πόλωσης που επικρατούν εντός Ηνωμένων Πολιτειών (βλέπε το κίνημα ‘Black Lives Matter’), σε εξατομικευμένες βίαιες αντιδράσεις.[6]




























