Γράφει ο Τρύφων Τοπαλίδης, ερευνητής τοπικής ιστορίας
Στις 20 Οκτωβρίου συμπληρώνονται 114 χρόνια από τη μάχη του Καρά Ασμάκ —του ποταμού Λουδία, όπως ονομαζόταν στα οθωμανικά χρόνια—, η οποία διεξήχθη στις 20 Οκτωβρίου/2 Νοεμβρίου 1912, σύμφωνα με το παλαιό και το νέο ημερολόγιο αντίστοιχα. Ήταν η τελευταία και μία από τις πιο κρίσιμες μάχες κατά την προέλαση του ελληνικού στρατού προς τη Θεσσαλονίκη. Η επέτειος αυτή αποτελεί αφορμή για να στρέψουμε το βλέμμα μας όχι μόνο στους πρωταγωνιστές της μάχης, αλλά και σε εκείνους που ανέλαβαν να περιγράψουν τα γεγονότα στο ελληνικό και διεθνές αναγνωστικό κοινό: τους πολεμικούς ανταποκριτές.
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912–1913, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ Ιάκωβος Μιχαηλίδης, αποτέλεσαν ορόσημο για τη διεθνή δημοσιογραφία. Ήταν από τις πρώτες ένοπλες συγκρούσεις που καλύφθηκαν τόσο εκτενώς, προσελκύοντας ένα πολυεθνικό «καραβάνι» περισσότερων από 200 έμπειρων πολεμικών ανταποκριτών, απεσταλμένων κορυφαίων εντύπων της Ευρώπης και της Αμερικής. Σύμφωνα με το Μητρώο Ανταποκριτών που τηρούσε η υπηρεσία Τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών, περισσότεροι από 20 Έλληνες και ξένοι δημοσιογράφοι διαπιστεύθηκαν για να ακολουθήσουν τον ελληνικό στρατό στο μέτωπο της Θεσσαλίας–Μακεδονίας. Ανάμεσά τους ήταν και ο Ιταλός δημοσιογράφος Olindo Bitetti, ανταποκριτής της εφημερίδας Corriere della Sera του Μιλάνου.

Ο Olindo Bitetti (Καζέρτα, 6 Μαΐου 1886 – Ρώμη, 22 Μαΐου 1973) ήταν μια πολυσχιδής και δραστήρια προσωπικότητα: αθλητής υδατοσφαίρισης, ποδοσφαιριστής, ιδρυτικό μέλος του αθλητικού συλλόγου της Λάτσιο, επαγγελματίας δημοσιογράφος και πολεμικός ανταποκριτής. Αργότερα υπήρξε πιλότος μαχητικού αεροπλάνου στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πρόεδρος της Ιταλικής Ομοσπονδίας Κολύμβησης, ανταποκριτής της Gazzetta dello Sport και διευθυντής της εφημερίδας Il Popolo romano.
Πριν ακόμη ξεσπάσει ο πόλεμος που κήρυξαν τα χριστιανικά βαλκανικά κράτη εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Bitetti εργαζόταν ως τακτικός ανταποκριτής της Corriere della Sera στην Αθήνα. Στις 12 Οκτωβρίου 1912 η Επιτελική Υπηρεσία Στρατού του χορήγησε πιστοποιητικό (άδεια) πολεμικού ανταποκριτή για να παρακολουθήσει τις επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στο μέτωπο της Θεσσαλίας. Εκείνη την περίοδο η Corriere della Sera έχαιρε της εκτίμησης των ελληνικών διπλωματικών κύκλων για την αντικειμενική στάση της. Ο Δημήτριος Κακλαμάνος, επιτετραμμένος στην Ελληνική Πρεσβεία της Ρώμης, σε εμπιστευτική αναφορά του προς το Υπουργείο των Εξωτερικών για τον Ιταλικό Τύπο, έγραφε χαρακτηριστικά: «… εκ των επαρχιακών εφημερίδων την πρωτίστην θέσιν, και εν σχέσει ακόμη προς τας εφημερίδας της Ρώμης, κατέχει ο “Corriere della Sera” του Μιλάνου, όστις είνε αναντιρρήτως ουχί μόνον η πληρεστέρα, καλλίτερον γραφόμενη και μάλλον διαδεδομένη Ιταλική εφημερίς, αλλά και εν εκ των σοβαρωτέρων οργάνων του ευρωπαϊκού τύπου».

Στο άρθρο αυτό παραθέτουμε σε ελληνική μετάφραση την ανταπόκριση του Olindo Bitetti για τη μάχη του Καρά Ασμάκ, όπως δημοσιεύθηκε στην Corriere della Sera το Σάββατο 16 Νοεμβρίου 1912 [3 Νοεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο, που ίσχυε τότε στην Ελλάδα]. Η ανταπόκριση αναδημοσιεύθηκε λίγες ημέρες αργότερα από την εφημερίδα Νεολόγος Πατρών. Διαβάζοντας το κείμενό του, το οποίο είναι γραμμένο σε ενεστώτα, σχηματίζει κανείς την έντονη εντύπωση ότι ο Ιταλός δημοσιογράφος βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της μάχης και παρακολουθούσε τους ευζώνους και την ομάδα των «ανταρτών» του λοχαγού Μαζαράκη να εφορμούν και να διασώζουν τη σιδηροδρομική γέφυρα πριν προλάβουν να την ανατινάξουν οι Τούρκοι.
Η αντιπαραβολή με το αρχειακό υλικό, ωστόσο, φωτίζει τον αφηγηματικό τρόπο του δημοσιογράφου και τον χρόνο άφιξής του στο πεδίο όπου είχε διεξαχθεί η μάχη. Ο Σπυρίδων Κουτσούμπας, επικεφαλής του Στρατονομικού Αποσπάσματος της 7ης Μεραρχίας, αναφέρει στην έκθεση πεπραγμένων της υπηρεσίας του, την οποία συνέταξε στις 17 Οκτωβρίου 1915, ότι το απόγευμα της επομένης της μάχης, δηλαδή στις 21 Οκτωβρίου, οι άνδρες του —εκτελώντας προφανώς σχετικές διαταγές— απομάκρυναν από τη σιδηροδρομική γέφυρα του Λουδία τον Olindo Bitetti και τους συναδέλφους του: τον G. J. Stevens, ανταποκριτή της Daily Telegraph, τον Haworth J. Woodley, ανταποκριτή και φωτογράφο του λονδρέζικου ειδησεογραφικού πρακτορείου Central News Agency, και τον Κωνσταντίνο Πούπτη, ανταποκριτή της Daily Chronicle, οι οποίοι είχαν μόλις καταφθάσει.
Αυτοί οι τέσσερις πολεμικοί ανταποκριτές, επομένως, δεν υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της μάχης· έφθασαν στο πεδίο αφού τα όπλα είχαν σιγήσει και ο εχθρός είχε ήδη απομακρυνθεί προς τον Αξιό και πέρα από αυτόν, ενώ στο μεταξύ ολοκληρωνόταν η επίστρωση της σιδηροδρομικής γέφυρας του Λουδία για τη διέλευση των οχημάτων του ελληνικού στρατού. Πιθανότατα στο Πλατύ, στο κονάκι του μπέη όπου είχαν διανυκτερεύσει οι επιτελείς της 7ης Μεραρχίας, ενημερώθηκαν οι δημοσιογράφοι για τα καθέκαστα της μάχης από αξιωματικούς και από τον ίδιο τον μέραρχο, αντισυνταγματάρχη του Μηχανικού Κλεομένη Κλεομένους. Στη συνέχεια ο Bitetti επιστράτευσε τη δεινή δημοσιογραφική του πένα και τον ιστορικό ενεστώτα για να μετατρέψει τη στρατιωτική ενημέρωση σε ένα ολοζώντανο, κινηματογραφικό ανάγνωσμα για το ευρωπαϊκό κοινό.
Στην εισαγωγή της ανταπόκρισής του, ο Bitetti περιγράφει επίσης τις μεγάλες τεχνικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι πολεμικοί ανταποκριτές εκείνης της εποχής. Η περιγραφή του αναδεικνύει την αντίθεση με τη σημερινή ταχύτητα μετάδοσης των ειδήσεων από τα τηλεοπτικά κανάλια και το διαδίκτυο. Επί δέκα ημέρες δεκάδες ανταποκριτές, εγκλωβισμένοι στη Θεσσαλονίκη χωρίς πρόσβαση σε τηλέγραφο ή ταχυδρομικές υπηρεσίες, δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τις εφημερίδες τους. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο όγκος των τηλεγραφημάτων που περίμεναν να διαβιβαστούν είχε φτάσει τις 300.000 λέξεις. Το ελληνικό επιτελείο τούς επέτρεψε τελικά να επιβιβαστούν σε πολεμικό πλοίο και να μεταφέρουν τις ανταποκρίσεις τους στην Αθήνα. Από εκεί ο Bitetti μπόρεσε να τις διαβιβάσει στην εφημερίδα του στο Μιλάνο.
Η ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΤΟΥ OLINDO BITETTI
«Με τον ελληνικό στρατό της Μακεδονίας για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης
(Από τον ειδικό απεσταλμένο μας)
ΑΘΗΝΑ, 15 Νοεμβρίου, ώρα 13.30
Στη Θεσσαλονίκη, η οποία ελπίζαμε ότι θα αποτελούσε τη Μέκκα των ανταποκριτών, μας περίμενε μια οδυνηρή απογοήτευση. Βρεθήκαμε εντελώς εγκλωβισμένοι: χωρίς τηλέγραφο, χωρίς ταχυδρομική υπηρεσία, χωρίς τη δυνατότητα να βγούμε από την πόλη. Καμιά πενηνταριά ανταποκριτές, από όλα τα έθνη, είχαν βρει τον τρόπο να φθάσουν εδώ, αλλά κανείς δεν είχε καταφέρει μέχρι σήμερα να αποδράσει, όπως ήταν και η γενική επιθυμία όλων. Καθώς οι πολεμικοί ανταποκριτές παρέμειναν για δέκα ημέρες χωρίς να μπορούν να επικοινωνήσουν με τις εφημερίδες τους, έχει συσσωρευτεί ένας τεράστιος όγκος τηλεγραφημάτων. Υπολογίζεται ότι πρέπει να διαβιβαστούν περίπου τριακόσιες χιλιάδες λέξεις. Για τον λόγο αυτό, το Επιτελείο αναγκάστηκε να μας επιτρέψει να επιβιβαστούμε σε ένα πολεμικό πλοίο, προκειμένου να μεταφέρουμε τις ανταποκρίσεις μας στην Αθήνα. Στα ακόλουθα τηλεγραφήματα, τα οποία λόγω των περιστάσεων μόλις σήμερα μπόρεσα να διαβιβάσω, οι αναγνώστες θα βρουν ένα πιστό ημερολόγιο των γεγονότων που οδήγησαν στην κατάληψη της Θεσσαλονίκης.

Η μάχη στον Λουδία
Κιρτζαλάρ [Άδενδρο], 4 Νοεμβρίου [22 Οκτωβρίου]
Βρισκόμαστε στη σιδηροδρομική γραμμή Μοναστηρίου–Θεσσαλονίκης, σε απόσταση μόλις τριάντα χιλιομέτρων από τον πολυπόθητο στόχο όλων των Ελλήνων. Φοβόμαστε ότι θα περάσουν αρκετές ημέρες ακόμη προτού καταφέρουμε να τον προσεγγίσουμε, επειδή όλες οι γέφυρες στον ποταμό Αξιό έχουν υπονομευθεί. Δεν θα είναι εύκολο εγχείρημα να περάσουν, δίνοντας μάχη, περισσότεροι από εξήντα χιλιάδες άνδρες πάνω από αυτοσχέδιες γέφυρες που ακόμη δεν υπάρχουν, καθώς οι πλωτήρες (ποντόνια) του μηχανικού δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν την ταχεία προέλαση του στρατού. Ίσως φθάσουν σήμερα.
Σας είχα ήδη αναφέρει ότι, ενώ ο Διάδοχος Κωνσταντίνος είχε φθάσει στα Γιαννιτσά, κατευθυνόμενος προς τον Αξιό, η άλλη μεραρχία της δεξιάς πτέρυγας του στρατού, η οποία είχε ξεκινήσει από την Κατερίνη, έφτασε στον Γιδά, πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει τη Βέροια με τη Θεσσαλονίκη.
Έχοντας αναχωρήσει από τη Βέροια προχθές, 2 Νοεμβρίου [20 Οκτωβρίου], συναντήσαμε ακριβώς αυτή τη μεραρχία, η οποία αποτελεί τώρα την εμπροσθοφυλακή του στρατού. Προς τα στρατεύματα αυτά μας ώθησε ένας σφοδρός κανονιοβολισμός, ο οποίος, ξεκινώντας από τις έξι το πρωί, μας ανάγκασε να επισπεύσουμε την αναχώρησή μας από τη Βέροια, ενώ μαινόταν κατακλυσμιαία βροχή συνοδευόμενη από ισχυρότατο άνεμο. Χάρη σε μια ευτυχή σύμπτωση, διαθέτουμε τώρα ένα αυτοκίνητο· όμως, όπως κάθε ρόδο έχει τα αγκάθια του, ο οδηγός μας διακατέχεται από έναν ανήκουστο φόβο. Όσο ο βρυχηθμός των κανονιοβολισμών γίνεται πιο δυνατός και πλησιάζει, τόσο εκείνος εφευρίσκει προσχήματα για να επιβραδύνει την πορεία μας.

Φτάνουμε επιτέλους στις δέκα το πρωί στον Γιδά. Μερικοί στρατιώτες μάς πληροφορούν ότι τα στρατεύματα, που απείχαν λίγα χιλιόμετρα και είχαν ξεκινήσει το πρωί από τον Γιδά, είχαν επιτεθεί στο χωριό Πλατύ, το οποίο βρίσκεται επίσης πλησίον της σιδηροδρομικής γραμμής Βέροιας–Θεσσαλονίκης, όπου ήταν οχυρωμένοι μερικές χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες με μια πεδινή πυροβολαρχία. Οι Έλληνες είχαν ήδη καταλάβει το Πλατύ, αλλά συνέχιζαν να απωθούν τους Τούρκους προκειμένου να τους εξαναγκάσουν να περάσουν τον ποταμό Λουδία (τουρκικά: Καρά Ασμάκ), όπου θα μπορούσαν να κυκλωθούν από τα προελαύνοντα στρατεύματα του Διαδόχου. Ταυτόχρονα, οι Έλληνες επεδίωκαν να αποτρέψουν την καταστροφή των γεφυρών.
Το Πλατύ στις φλόγες
Πρέπει να βιαστούμε για να προλάβουμε να δούμε αυτή την πιο ενδιαφέρουσα φάση της μάχης. Ο οδηγός, χλωμός από τον φόβο του, αρνείται να συνεχίσει. Αφού τον στολίσαμε με βρισιές, τον εγκαταλείπουμε στη μοίρα του. Επιστρατεύουμε όλες τις μηχανικές μας γνώσεις και καταφέρνουμε, τρανταζόμενοι πάνω στον φρικτό και λασπώδη δρόμο, να φτάσουμε στο Πλατύ· ένα χωριό που αποτελείται από λίγα σπίτια, εκ των οποίων τα μισά, χτυπημένα από το ελληνικό πυροβολικό, έχουν παραδοθεί στις φλόγες.
Στο κονάκι βρίσκουμε τον διοικητή της 7ης Μεραρχίας, τον συνταγματάρχη Κλεομένη, ο οποίος διευθύνει μαζί με το επιτελείο του τις κινήσεις των στρατευμάτων του. Μας δείχνει με ποιον τρόπο οι Τούρκοι απωθούνται από παντού.

Η ατμόσφαιρα, εξαιτίας της βροχής, είναι σκοτεινή και εμποδίζει την ορατότητα σε μεγάλη απόσταση. Ωστόσο, η μάχη διεξάγεται σε μια πλατιά πεδιάδα, σχεδόν γυμνή από δέντρα, με αποτέλεσμα να μην είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς κάθε κίνηση.
Οι Τούρκοι βρίσκονται κοντά στον ποταμό Λουδία, πλησίον των δύο γεφυρών —της σιδηροδρομικής και της αμαξιτής οδού— οι οποίες απέχουν μεταξύ τους ένα χιλιόμετρο. Οι Έλληνες αναπτύσσονται σε έναν ευρύ ημικυκλικό σχηματισμό και, σφίγγοντας όλο και περισσότερο τον κλοιό, στοχεύουν στην κατάληψη των δύο προαναφερθεισών γεφυρών. Το ελληνικό πυροβολικό, έχοντας προσδιορίσει με ακρίβεια τις θέσεις του εχθρού, βάλλει με μεγάλη ευστοχία. Βλέπουμε τα βλήματα να πέφτουν όλα πολύ κοντά στις οθωμανικές θέσεις.
Αντίθετα, οι Τούρκοι βάλλουν σπάνια και πάντα άστοχα· οι βολές τους, όλες ανεξαιρέτως βραχείες, εκρήγνυνται πεντακόσια μέτρα πριν από τον στόχο. Οι Έλληνες πυροβολητές, βρεγμένοι ως το κόκαλο, εργάζονται αδιάκοπα αλλάζοντας θέσεις στα πυροβόλα τους, προχωρώντας από δεξιά προς τα αριστερά. Είναι τρεις πυροβολαρχίες των 75 χιλιοστών που βάλλουν εναλλάξ, χωρίς να πάψουν ποτέ να προξενούν φθορές στον εχθρό, ο οποίος πρέπει σίγουρα να έχει βαριές απώλειες, πλην όμως επανέρχεται με επιμονή για να ανακαταλάβει τις θέσεις που εγκατέλειψε.
Ο ηρωισμός των εθελοντών
Στις 13:00, ο συνταγματάρχης Κλεομένης διατάσσει τα πεζοπόρα τμήματα που βρίσκονται ήδη στην πρώτη γραμμή να κινηθούν για την τελική επίθεση, με σκοπό την κατάληψη των δύο γεφυρών. Οι Τούρκοι έχουν ήδη περάσει στην απέναντι όχθη του ποταμού, αλλά με την παραμικρή κίνηση του ελληνικού πεζικού προς τα εμπρός, απαντούν με καταιγιστικές ομοβροντίες τυφεκιοβολισμών. Τρεις ελληνικές πυροβολαρχίες διασταυρώνουν τα πυρά τους πλησίον των γεφυρών για να αναγκάσουν τους Τούρκους να υποχωρήσουν ακόμη περισσότερο. Την ίδια στιγμή, η ελληνική αριστερή πτέρυγα, αποτελούμενη από εύζωνες, κινείται για να επιτεθεί στη γέφυρα της αμαξιτής οδού, ενώ η δεξιά πτέρυγα, αποτελούμενη από εθελοντικά σώματα —τους λεγόμενους αντάρτες— προελαύνει προς τη σιδηροδρομική γέφυρα.
Οι Τούρκοι, βλέποντας πλέον ότι είναι αδύνατον να υπερασπιστούν άλλο τα δύο περάσματα του ποταμού, αποφασίζουν να τα καταστρέψουν. Προτού καν προλάβουν να φτάσουν οι εύζωνες, οι οποίοι προελαύνουν τρέχοντας, βλέπουμε ψηλές φλόγες να υψώνονται. Ο μέραρχος βγάζει μια κραυγή οργής: είναι η ξύλινη γέφυρα που καίγεται. Όταν φτάνουν οι εύζωνες, δεν έχει απομείνει παρά ένα τεράστιο, πύρινο καμίνι που φουντώνει από τον άνεμο. Οι Τούρκοι, προβλέποντας την υποχώρησή τους, είχαν προετοιμάσει μεγάλη ποσότητα εύφλεκτων υλών.
Απομένει όμως ακόμα η σιδηροδρομική γέφυρα, που είναι στέρεα κατασκευασμένη από σίδερο. Οι πυροβολητές εντείνουν εκεί τα πυρά τους για να απωθήσουν τους Τούρκους, οι οποίοι φαίνονται να προετοιμάζουν κάτι: ίσως δυναμίτιδα. Καμιά εικοσαριά αντάρτες, από τους πιο τολμηρούς, ορμούν ολοταχώς, ρισκάροντας τη ζωή τους από την έκρηξη των βομβών και των βλημάτων του ελληνικού πυροβολικού. Όμως οι πυροβολητές παρακολουθούν με προσοχή την προέλασή τους και παύουν το πυρ μόλις τους βλέπουν να φθάνουν στη γέφυρα. Λίγα λεπτά ακόμα και θα σημειωνόταν μια σφοδρή έκρηξη: το φυτίλι έχει σχεδόν καεί ολόκληρο. Οι γενναίοι εθελοντές ορμούν να κόψουν τα καλώδια, αλλά πληρώνουν ακριβά την τόλμη τους, καθώς οι Τούρκοι, βλέποντας το πυροβολικό να σταματά τις βολές του, προελαύνουν ξανά, αδειάζοντας τα Μάουζερ τους πάνω στο μικρό απόσπασμα: τέσσερις Έλληνες πέφτουν νεκροί, οι υπόλοιποι είναι όλοι τραυματισμένοι, εκτός από έναν αξιωματικό, ο οποίος καλπάζει έφιππος για να ειδοποιήσει το πυροβολικό να κατευθύνει τα πυρά του πέρα από το ποτάμι, ώστε να εμποδίσει τον εχθρό να προελάσει εκ νέου και να επιχειρήσει ξανά την καταστροφή της γέφυρας.
Ο βρυχηθμός των κανονιών ξαναρχίζει. Οι αντάρτες προελαύνουν και πάλι· η γέφυρα είναι στα χέρια τους. Η ημέρα στέφεται με επιτυχία. Τα στρατεύματα προωθούνται όλα μέχρι τις όχθες του ποταμού, καταδιώκοντας τους Τούρκους που υποχωρούν εσπευσμένα.
Γύρω στις τέσσερις το απόγευμα η μάχη έχει τελειώσει. Αντάρτες και εύζωνοι καταδιώκουν ακόμα τους φυγάδες, συλλαμβάνοντας μερικούς αιχμαλώτους.
Πηγαίνουμε μαζί με το επιτελείο να επισκεφθούμε τις καταληφθείσες θέσεις· περνάμε τη γέφυρα και βρίσκουμε το έδαφος στρωμένο με πτώματα Τούρκων, περισσότερα από διακόσια. Οι ελληνικές απώλειες, αντίθετα, ανέρχονται σε περίπου σαράντα νεκρούς και τραυματίες.

Η κατάληψη του Κιρτζαλάρ
Το ίδιο κιόλας βράδυ αρχίζει η διέλευση όλων των στρατευμάτων μέσω της σιδηροδρομικής γέφυρας, με σκοπό την κατάληψη του χωριού Κιρτζαλάρ.
Καθώς δεν είναι πλέον δυνατή η χρήση της αμαξιτής οδού εξαιτίας της καμένης γέφυρας, τόσο το πυροβολικό όσο και οι εφοδιοπομπές με τα αυτοκίνητα αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν αυτό το πέρασμα. Τις μεγαλύτερες δυσκολίες αντιμετωπίζουν τα αυτοκίνητα, τα οποία, καθώς οδηγούνται μέσα από βαλτώδη λιβάδια, συχνά βουλιάζουν και απαιτείται η επιστράτευση βοδιών για τον απεγκλωβισμό τους.
Τελικά, ολόκληρη η μεραρχία μαζί με την εφοδιαστική φάλαγγα [επιμελητεία] βρίσκεται στις 3 Νοεμβρίου [21 Οκτωβρίου] στο Κιρτζαλάρ, αναμένοντας τη διαταγή προέλασης. Έχοντας διαβεί τον μικρό ποταμό Λουδία, απομένει τώρα ο μεγάλος ποταμός Αξιός, τις γέφυρες του οποίου οι υποχωρούντες Τούρκοι λέγεται ότι έχουν καταστρέψει ολοσχερώς.

Ολόκληρη η ημέρα κυλά χωρίς να ακουστεί ο βρυχηθμός των κανονιών. Ο καιρός έχει βελτιωθεί και, προς το βράδυ, επιτρέπει την αποκατάσταση της οπτικής επικοινωνίας [με οπτικό τηλέγραφο] με το στράτευμα του Διαδόχου, που βρίσκεται στα αριστερά μας, σε απόσταση περίπου δέκα χιλιομέτρων στον Αξιό. Στο στρατόπεδό μας διαβεβαιώνουν ότι τα στρατεύματα του αρχιστρατήγου, κατά τη διάρκεια της χθεσινής μάχης, κατάφεραν να αποκόψουν την υποχώρηση των Τούρκων και να απωθήσουν περίπου δύο χιλιάδες από αυτούς μέσα στους βάλτους, όπου θα βρήκαν βέβαιο θάνατο.
Βλέπουμε μακριά να καίγονται δύο χωριά.
Τα ελληνικά στρατεύματα, μετά από τόσες ημέρες πορείας και μαχών, συχνά υπό κακοκαιρία, αντέχουν θαυμάσια· το ηθικό τους είναι εξαιρετικά υψηλό· οι στρατιώτες συζητούν με απόλυτη φυσικότητα το ενδεχόμενο να περάσουν τον ποταμό Αξιό κολυμπώντας. Για όποιον γνωρίζει πόσο κρυουλιάρηδες είναι οι Έλληνες, μια τέτοια πρόθεση, με το ψύχος να μας παγώνει αυτή τη στιγμή, δείχνει πόσο ζεστάθηκαν οι ψυχές τους.
Σήμερα το πρωί που ξυπνήσαμε, βρεθήκαμε σχεδόν μόνοι. Ολόκληρη η μεραρχία, αφού μάζεψε τις σκηνές της, προελαύνει προς τον Αξιό. Πότε θα τον περάσουμε; Πότε θα μπορέσουμε να στείλουμε αυτά τα τηλεγραφήματα; Να δύο ερωτήματα στα οποία αδυνατούμε να απαντήσουμε· σκεφτήκαμε να καταφύγουμε ακόμα και σε ένα αργοκίνητο μέσο, σε έναν απλό πεζοπόρο, για να τα στείλει στη Λάρισα. Δεν καταφέραμε όμως ακόμα να βρούμε κανέναν· αυτοί οι χωρικοί έχουν εξαφανιστεί όλοι: φεύγουν μαζί με τους Τούρκους. […]»
Αντί επιλόγου
Εκατόν δεκατέσσερα χρόνια μετά από εκείνες τις βροχερές ημέρες του Οκτωβρίου του 1912, η ανταπόκριση του Bitetti μάς προσφέρει κάτι περισσότερο από μια απλή εξιστόρηση της μάχης που διεξήχθη στο Πλατύ και στη σιδηροδρομική γέφυρα του Λουδία. Μας επιτρέπει να γνωρίσουμε τις συνθήκες εργασίας και τις τεχνικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι πολεμικοί ανταποκριτές εκείνης της εποχής, υπό το καθεστώς της κρατικής λογοκρισίας. Παρ’ όλα αυτά, η ικανότητά τους να αφομοιώνουν τις μαρτυρίες και να τις μετατρέπουν σε ζωντανά, γεμάτα ένταση ρεπορτάζ συνέβαλε ώστε η ελληνική προέλαση να βρεθεί στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος.
Σήμερα, στην εποχή της ψηφιακής επικοινωνίας και της ακαριαίας μετάδοσης της είδησης, η «οδύσσεια» αυτών των ανταποκριτών φαντάζει μακρινή. Παραμένει, όμως, μια πολύτιμη υπενθύμιση για το πώς γράφτηκε η Ιστορία, τόσο στα λασπωμένα πεδία των μαχών της Μακεδονίας όσο και στις γεμάτες μελάνι σελίδες του διεθνούς Τύπου.
Πηγές
-
Εφημερίδα Corriere della Sera, Σάββατο 16 Νοεμβρίου 1912, σελίδα 3.
-
Αρχείο Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ/ΓΕΣ), φάκελος 1668/ΙB/1: «Έκθεσις πεπραγμένων της Στρατονομίας της 7ης Μεραρχίας από της κηρύξεως της επιστρατεύσεως μέχρι τις 15 Νοεμβρίου 1912».
-
Ιστορικό και Διπλωματικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας, 1912: φάκελοι 60/2, 61/1 και 117/1· 1913: φάκελοι 32/2, 77/2 και 77/5.
-
Iakovos Michailidis, «Reporting from the Frontline: The war correspondents in the Balkan Wars (1912–1913)», Media History, 2018. DOI: 10.1080/13688804.2018.1519389.















