Να ξεκινήσουμε με ένα ιστορικό δεδομένο: Στην Τουρκία, από το 1995 που ετέθη επί τάπητος το από τους Τούρκους το ζήτημα του casus belli, πάτησαν το πόδι τους πολλοί Έλληνες πρωθυπουργοί. Όμως, μόνο ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε επί τάπητος το θέμα και μάλιστα μέσα στην Άγκυρα. Αυτή είναι η γυμνή αλήθεια, η μοναδική. Άλλωστε, η ιστορία δεν γράφεται με συνθήματα, ούτε με ρητορικές εξάρσεις και…ανησυχίες!

Θυμάστε εσείς να έκανε κάτι αντίστοιχο κάποιος άλλος; Θυμάστε πολλούς πρωθυπουργούς να κινούνται τόσο έξυπνα, αποφασιστικά και με αυτοπεποίθηση στα διεθνή φόρα; Θυμάστε πολλούς πρωθυπουργούς να έχουν ενισχύσει τόσο πολύ αμυντικά την Ελλάδα και ταυτοχρόνως να έχουν δημιουργήσει τόσο ισχυρό φάσμα διπλωματικών και στρατιωτικών συμμαχιών;
Για την ιστορία, να θυμίσουμε ότι ο Γιώργος Παπανδρέου ασκούσε την πολιτική του ζεϊμπέκικου κι ότι οι σημερινοί ανησυχούντες – Καραμανλής και Σαμαράς- έκαναν κουμπαριές κι απλά ταξιδάκια… Κι όμως, παρατρεχάμενοί τους και λοιποί «Καραϊσκάκηδες» και «Μπουμπουλίνες», ισχυρίζονται ότι ο Μητσοτάκης κάνει παραχωρήσεις στην Τουρκία! Κι άλλοι όμοιοί τους τον χαρακτηρίζουν… προδότη!
Είναι δε απορίας άξιο, που ο Σαμαράς κλειδαμπαρώθηκε στις εμμονές και στο γινάτι του και δεν είδε ή άκουσε το παραμικρό από τον Μητσοτάκη στην Άγκυρα.
Μα κι όλη η αντιπολίτευση, αυτή που πολιτεύεται μονοθεματικά -να φύγει ο Μητσοτάκης- σε ανοητολογίες κατέφυγε. Βλέπετε, όταν τα γεγονότα ενοχλούν, κάποιοι επιχειρούν να τα πνίξουν μέσα στον θόρυβο. Ο θόρυβος, όμως, δεν μετατρέπεται ποτέ σε αλήθεια.
Στη Χαριλάου Τρικούπη, άρχισαν να ψελλίζουν… «εμείς είπαμε πρώτοι για το casus belli». Δεν είπαν όμως, ότι είναι άλλο να το κάνεις αυτό σε μια συγκέντρωση πρέσβεων (στο Ερζερούμ, Γιώργος Παπανδρέου, 2011) κι άλλο να το θέτεις με σαφή τρόπο σε μια σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ και δη μέσα στην Τουρκία.
Οι Ελασίτες θεώρησαν ότι η Ελλάδα δεν αποκόμισε τίποτα από τη σύνοδο του ΝΑΤΟ, εν αντιθέσει με την Τουρκία. Δεν είπαν όμως ποιο είναι αυτό το χειροπιαστό όφελος που κέρδισε η Τουρκία; Χώρια που πάλι στάθηκαν εμμέσως στο πλευρό της Ρωσίας, κατηγορώντας τον Μητσοτάκη ότι πρωτοστάτησε στη στήριξη της Ουκρανίας. Ως να μη βιώνει η Ελλάδα εδώ και πενήντα δύο χρόνια τις συνέπειες της εισβολής της Τουρκίας στην Κύπρο.
Η δε Καρυστιανού κατέφυγε σε μια πατριδοκάπηλη πολιτική ανοησία, με μια επίθεση στον Μητσοτάκη, μιλώντας περί… εθνικής προδοσίας, για ένα βέτο που δήθεν έπρεπε να ασκηθεί. Πού, πώς και γιατί, ουδείς κατάλαβε.
Αναρωτιέται λοιπόν κάποιος: Δεν κατάλαβαν τίποτα όλοι αυτοί; Ή αναζητούν τρόπους διαφυγής από την πραγματικότητα; Ουδείς τους άκουσε ή διάβασε τον ορυμαγδό των τουρκικών ΜΜΕ εναντίον του Μητσοτάκη; Που η πιο ήπια αναφορά τους ήταν ότι είναι εχθρός της Τουρκίας;
Τελικά, κάποια στιγμή πρέπει να υπάρξει μια στοιχειώδης συνέπεια. Αν ο Μητσοτάκης, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι στην Ελλάδα, είναι «προδότης», τότε πώς εξηγείται ότι στην Τουρκία παρουσιάζεται ως «εχθρός»; Κι αν πράγματι θεωρείται από την άλλη πλευρά εχθρικός προς τα συμφέροντά τους, πώς συμβαδίζει αυτό με τις κατηγορίες περί … υποταγής και παραχωρήσεων;
Τα δυο αφηγήματα δεν μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοαναιρούνται. Κάποια στιγμή, η πολιτική αντιπαράθεση οφείλει να συναντήσει τη λογική. Αν κι ο ανορθολογισμός στερείται από αυτή…

















