Αναλυτικά ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την ομιλία του στη Βουλή στη συζήτηση για το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο «Ορισμός εκλογικής περιφέρειας Απόδημου Ελληνισμού – Διευκόλυνση άσκησης εκλογικού δικαιώματος εκλογέων εκτός επικράτειας μέσω επιστολικής ψήφου για τις βουλευτικές εκλογές», ανέφερε:
«Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πριν μιλήσω για το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, επιτρέψτε μου μία αναφορά στα όσα δραματικά εξελίσσονται στο Ιράν, στη Μέση Ανατολή και ευρύτερα στην περιοχή μας.
Είναι πολεμικά γεγονότα μεγάλης έκτασης και μεγάλης έντασης, τα οποία προκαλούν ταυτόχρονα απροσδιόριστες οικονομικές συνέπειες, επιβεβαιώνοντας δυστυχώς την εκτίμηση ότι ο χάρτης των παγκόσμιων γεωπολιτικών συσχετισμών διαρκώς μεταβάλλεται και ότι η μόνη βεβαιότητα είναι η διεθνής αβεβαιότητα.
Σε αυτό, λοιπόν, το εξαιρετικά σύνθετο τοπίο, η θέση της πατρίδας μας είναι σαφής: υποστηρίζουμε την αποκλιμάκωση των ενεργών συγκρούσεων και την επιστροφή της διπλωματίας με σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο, με ιδιαίτερη έμφαση στην ελευθερία και την ασφάλεια της διεθνούς ναυσιπλοΐας. Είναι μια θέση την οποία, εξάλλου, διατυπώσαμε αμέσως και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
Ενώ, επίσης, η επόμενη μέρα στο Ιράν θα πρέπει να εγγυάται την ελευθερία και την αυτοδιάθεση αυτού του λαού, ο οποίος καταπιέζεται εδώ και δεκαετίες. Παράλληλα με τον απόλυτο έλεγχο και του πυρηνικού αλλά και του βαλλιστικού του προγράμματος, ώστε να πάψει το Ιράν να αποτελεί μια διαρκή απειλή για την περιφερειακή και τη διεθνή ειρήνη.
Από την πρώτη στιγμή η χώρα τέθηκε και σε διπλωματική και σε αμυντική ετοιμότητα. Στο Υπουργείο Εξωτερικών ενεργοποιήθηκε η Μονάδα Διαχείρισης Κρίσεων, εγκαταστάθηκαν πολλαπλές γραμμές επικοινωνίας σε όλα τα εμπλεκόμενα κράτη -και είναι, δυστυχώς, πολλά-, δημιουργήθηκαν πλατφόρμες σε όλα τα κράτη για δηλώσεις επαναπατρισμού.
Μάλιστα υπάρχει και ένα ειδικό σχέδιο, μόλις αυτό καταστεί εφικτό, μόλις η ασφάλεια των πτήσεων μπορεί να εξασφαλιστεί και ανοίξουν οι εναέριοι χώροι, να υπάρχει οργανωμένη επιστροφή όσων το επιθυμούν με ευθύνη της πολιτείας.
Ήδη, όπως γνωρίζετε, έχουν γίνει κάποιοι στοχευμένοι επαναπατρισμοί. Η ομάδα νέων του ‘Αρη, μια ομάδα συμπολιτών μας η οποία εκκενώθηκε από τη Βηθλεέμ μέσω Αιγύπτου και βρίσκεται στον δρόμο της επιστροφής για την πατρίδα μας. Αντίστοιχες κινήσεις θα γίνουν και τις επόμενες μέρες.
Θέλω να ζητήσω από τους συμπολίτες μας οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι αυτή τη στιγμή στις χώρες του Κόλπου να δείξουν υπομονή και κατανόηση, να φροντίσουν, πρώτα και πάνω απ’ όλα, για την προσωπική τους ασφάλεια και να γνωρίζουν ότι η ελληνική πολιτεία θα μεριμνήσει το συντομότερο δυνατόν, όταν αυτό καταστεί εφικτό, όσοι το επιθυμούν να επιστρέψουν με ασφάλεια στην πατρίδα μας.
Η προσοχή μας, βέβαια, ταυτόχρονα στρέφεται και στην Κύπρο, που αποτελεί τον «βραχίονα» του Ελληνισμού και δυστυχώς βρίσκεται πολύ πιο κοντά από την Ελλάδα στην εμπόλεμη ζώνη. Έτσι, ύστερα από επικοινωνία μου με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, η ελληνική πολιτεία έστειλε στην Κύπρο το καμάρι του ελληνικού στόλου, τη φρεγάτα «Κίμων», τη φρεγάτα «Ψαρά» και τέσσερα αεροσκάφη F-16 Viper.
Η Ελλάδα είναι παρούσα με ευθύνη και ισχύ όπου την καλεί το εθνικό καθήκον και θέτει τις αναβαθμισμένες Ένοπλες Δυνάμεις της στην υπηρεσία του οικουμενικού Ελληνισμού. Η αποστολή μας αυτή είναι αποστολή αμυντική και ειρηνική. Γίνεται με βάση τόσο τη διμερή όσο και την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και με έναν στόχο μόνο: να αποτραπούν απειλητικές ενέργειες εναντίον του ανεξάρτητου κράτους της Κύπρου.
Αυτό νομίζω ότι έχει και την ξεχωριστή του σημασία, διότι καταδεικνύει στην πράξη πώς αντιλαμβανόμαστε την ενδυνάμωση της χώρας μας και ειδικά των Ενόπλων Δυνάμεών μας τα τελευταία χρόνια, αλλά και τη διπλωματική μας εμβέλεια.
Θέλω να θυμίσω ότι η Ελλάδα πρώτη έσπευσε να συνδράμει την Κύπρο, ακολούθησαν -και αυτό νομίζω ότι είναι μία θετική εξέλιξη, διότι καταδεικνύει ότι η απειλή κατά της Κύπρου είναι απειλή κατά εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης- και η Γαλλία, ενδεχομένως η Γερμανία, και το Ηνωμένο Βασίλειο, χώρες που και αυτές δήλωσαν ετοιμότητα να αποστείλουν και σκάφη αλλά και συστήματα αεράμυνας στη Μεγαλόνησο.
Επί της ουσίας τώρα, προφανώς και δεν θα παραθέσω δημόσια όλες τις πλευρές της συνεργασίας μας με τη Λευκωσία, όπως λιτές πρέπει να είναι και οι αναφορές μας στις Ένοπλες Δυνάμεις σε αυτές τις συγκυρίες. Ασφαλώς και η φρούρηση ευαίσθητων στρατιωτικών υποδομών είναι αυξημένη και το ίδιο ισχύει και από πλευράς Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη σε ό,τι αφορά πιθανούς στόχους συνδεδεμένους με τα αντιμαχόμενα κράτη.
Με βάση τον ίδιο σχεδιασμό, σενάρια εξετάζει και το Υπουργείο Μετανάστευσης, καθώς ξέρουμε καλά ότι τις συρράξεις, δυστυχώς, τις ακολουθούν πάντα και μετακινήσεις πληθυσμών, ροές αμάχων δηλαδή, μέσω όμορων χωρών προς την ασφαλέστερη Δύση.
Θέλω να είμαι σαφής: κάτι τέτοιο προς το παρόν δεν είναι ορατό. Επαναλαμβάνω, δεν είναι ορατό. Είναι αναγκαίο, όμως, η πατρίδα μας να είναι προετοιμασμένη για κάθε πιθανή εξέλιξη σε όλα τα πεδία. Και αυτό ακριβώς κάνει, με τρόπο συνεπή, μεθοδικό αλλά και αθόρυβο, όποτε αυτό χρειάζεται.
Προφανώς, όλες αυτές οι εξελίξεις επηρεάζουν και τη διεθνή οικονομία, τα ευρωπαϊκά ομόλογα, τις τιμές ενέργειες, που κινούνται απότομα προς τα πάνω, όπως πάντα συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις. Γι’ αυτό και τα αρμόδια Υπουργεία είναι έτοιμα, εφόσον χρειαστεί, να αναπροσαρμόσουν τις κινήσεις τους και ήδη εξετάζουμε προληπτικά μέτρα ώστε να απορροφηθούν κατά το δυνατόν οι όποιες αρνητικές συνέπειες από την κρίση στην οικονομία.
Τυχόν αυξήσεις στα καύσιμα, θα πρέπει να τις θεωρούμε δεδομένες. Όμως, άλλο οι λελογισμένες αυξήσεις από την αύξηση των τιμών της πρώτης ύλης και άλλο η αχαλίνωτη κερδοσκοπία. Γι’ αυτό και, αν απαιτηθεί, θα ληφθούν ειδικά μέτρα για τον έλεγχο ενδεχόμενων υπερβολικών ανατιμήσεων.
Κλείνω αυτή την εισαγωγή μου με την παρατήρηση ότι, όπως έχω πει, στα «αχαρτογράφητα νερά» αυτών των νέων διεθνών ανακατατάξεων η εσωτερική σταθερότητα της χώρας γίνεται ακόμα περισσότερο προϋπόθεση ασφάλειας αλλά και προόδου, καλώντας όλους μας σε αυτή την αίθουσα να αντιληφθούμε ότι είναι καιρός τα μικρά και τα κομματικά να υποχωρούν, επιτέλους, μπροστά στα μεγάλα και τα εθνικά.
Και η αντιπολιτευτική εσωστρέφεια να δώσει τώρα τη θέση της σε μια ευρύτερη οπτική. Και η συναίνεση που ενώνει να επικρατήσει έναντι των συνθημάτων που διχάζουν. Ας τα σκεφτούν όλα αυτά και οι «επαγγελματίες ανησυχούντες», πότε για την υπεύθυνη θέση της χώρας, πότε και για το Διεθνές Δίκαιο, και ας αντιληφθούν, επιτέλους, ότι η εξωτερική και η αμυντική πολιτική δεν ασκείται με ιδεολογικά αλλά ασκείται με εθνικά κριτήρια.
Ναι, το Διεθνές Δίκαιο δεν μπορεί να επιστρατεύεται για να δικαιολογεί «κρεμάλες» δικτατορικών καθεστώτων, ούτε, όμως, να ακούγονται και θέσεις που ενισχύουν μια γενικευμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Ένας γενικευμένος πόλεμος στη Μέση Ανατολή -το γνωρίζουμε καλά από την ιστορία μας- δεν παράγει νικητές. Παράγει μόνο αστάθεια, ανθρωπιστικές κρίσεις και αλυσιδωτές συνέπειες, οι οποίες φτάνουν μέχρι την Ευρώπη. Είναι κάτι το οποίο ασφαλώς δεν το θέλουμε.
Από το περασμένο Σάββατο έχω επικοινωνήσει με όλους τους ηγέτες χωρών στη Μέση Ανατολή μεταφέροντας αυτό το μήνυμα για μία ανάγκη αποκλιμάκωσης και επαναφοράς στον δρόμο της διπλωματίας.
Θέλω να εφιστήσω ιδιαίτερα την προσοχή σας στην κατάσταση στον νότιο Λίβανο. Είχα την ευκαιρία χθες να επικοινωνήσω τόσο με τον Πρωθυπουργό Netanyahu, όσο και με τον Πρόεδρο του Λιβάνου, τον Στρατηγό Joseph Aoun. Είναι λογικό το Ισραήλ να επιχειρήσει να αντιδράσει σε απρόκλητες επιθέσεις που δέχθηκε από τη Χεζμπολάχ, εξίσου, όμως, αδικαιολόγητη θα ήταν σήμερα μία εκτεταμένη χερσαία επιχείρηση, η οποία ουσιαστικά θα οδηγούσε σε μία ανάφλεξη ενός ακόμα μετώπου στη Μέση Ανατολή, ενισχύοντας ουσιαστικά τη Χεζμπολάχ, δίνοντάς της πρόσθετα επιχειρήματα.
Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί και η χώρα μας να παίξει έναν ρόλο ευρύτερης σταθερότητας, ώστε εκτός από το κύριο μέτωπο το οποίο αφορά το Ιράν, να μην ανοίξει ακόμα ένα μέτωπο, το οποίο θα είναι ακόμα κοντύτερα στην ελληνική και στην κυπριακή επικράτεια. Σε κάθε περίπτωση -και αντιλαμβάνομαι ότι σήμερα θα το τοποθετηθούν και στην Ολομέλεια και αρχηγοί των κομμάτων- ο Υπουργός Εξωτερικών θα είναι έτοιμος να ενημερώσει θεσμικά και σε μεγαλύτερη λεπτομέρεια και με μεγαλύτερη εμπιστευτικότητα, όπου αυτό είναι απαραίτητο, όλα τα κόμματα.
Εγώ είμαι πάντα διαθέσιμος, όπως το έκανα ήδη χθες με τον Αρχηγό της Αντιπολίτευσης, να ενημερώσω κατ’ ιδίαν τους πολιτικούς αρχηγούς, αλλά προς το παρόν έχουμε την ευκαιρία σε αυτή την αίθουσα να δώσουμε ένα πρώτο δείγμα ευθύνης και εθνικής συστράτευσης με τη στάση μας στο νομοσχέδιο για την ψήφο των αποδήμων, το οποίο εξετάζουμε σήμερα.
Είναι, εξάλλου, και ένας από τους λόγους που επέμενα να μην αναβληθεί η συζήτηση, έτσι ώστε να μπορέσουμε σήμερα να ψηφίσουμε για ένα νέο σύστημα επιστολικής ψήφου, το οποίο θα δίνει τη δυνατότητα άσκησης του εκλογικού δικαιώματος σε όλους όσοι είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους και βρίσκονται εκτός της ελληνικής επικράτειας.
Σε τέτοιους καιρούς -και με αυτόν τον τρόπο, κ. Πρόεδρε, θέλω να κάνω και τη γέφυρα μεταξύ της εισαγωγής μου και του νομοσχεδίου το οποίο συζητούμε σήμερα-, σε τέτοιους καιρούς η συμμετοχή των ομογενών μας στα κοινά γίνεται ένας πανίσχυρος «κρίκος», που χαλυβδώνει τους δεσμούς μας με τον Ελληνισμό απανταχού της γης, κάνοντας την πατρίδα μας πιο δυνατή και την πορεία μας σε ένα αβέβαιο περιβάλλον πιο σίγουρη και πιο αισιόδοξη.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, σήμερα δεν συζητούμε απλά ένα ακόμα σχέδιο νόμου. Θα έλεγα ότι με αυτό το σημαντικό νομοθέτημα, το οποίο θα γίνει νόμος του κράτους σε λίγο, επεκτείνουμε την εμβέλεια της Δημοκρατίας μας, διευρύνοντας τη συμμετοχή στα κοινά σε ακόμα περισσότερους συμπολίτες μας.
Είναι μία μεταρρύθμιση που υπερβαίνει τα στενά όρια των εκλογικών κύκλων και κυρίως απονέμει σε όλους τους Έλληνες ίδια δικαιώματα, ανεξάρτητα από όπου κατοικούν. Σήμερα θα αποφασίσουμε εάν η φωνή ενός συμπατριώτη μας στη Μελβούρνη, στο Λονδίνο, στη Φρανκφούρτη, στο Τορόντο θα έχει το ίδιο βάρος με αυτή των συμπολιτών τους στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη ή στο Ηράκλειο.
Είναι μία τομή που πραγματικά καθυστέρησε, είναι μία αυτονόητη υποχρέωση απέναντι στους συμπολίτες μας που κατοικούν εκτός της ελληνικής επικράτειας, που ακυρώθηκε επανειλημμένα, και μία απόδειξη ότι δυστυχώς το κράτος μας τιμούσε τη διασπορά συχνά μόνο στα λόγια, στη θεωρία, αλλά όχι στην πράξη. Γιατί στην πράξη δίσταζε να τους κάνει μέρος των εξελίξεων στη μητέρα πατρίδα.
Αυτό, όμως, στο εξής αλλάζει και από τις υποσχέσεις περνάμε στα έργα, με αυτή την κυβέρνηση, που άνοιξε τον δρόμο της συμμετοχής στους εκτός συνόρων ψηφοφόρους, να πραγματοποιεί σήμερα το δεύτερο και ιστορικό βήμα, καθοριστικό βήμα αυτής της σημαντικής πρωτοβουλίας. Και όπως συζητήθηκε διεξοδικά και στην αρμόδια Επιτροπή, αλλά και στη διακομματική συζήτηση την οποία προκάλεσε ο Υπουργός Εσωτερικών, δύο είναι οι κομβικές αλλαγές οι οποίες εισάγονται με τις νέες ρυθμίσεις.
Η πρώτη, είναι η δυνατότητα όλων όσοι είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους να ψηφίζουν επιστολικά, όχι μόνο στις ευρωεκλογές, αλλά και στις εθνικές κάλπες. Και η δεύτερη, αφορά την εκπροσώπησή τους στη Βουλή, όχι πλέον, κατά την άποψή μας, με τον γενικό και απρόσωπο τρόπο μέσω της λίστας Επικρατείας, αλλά με τον καθορισμό μιας ειδικής τριεδρικής περιφέρειας μόνο γι’ αυτούς. Είναι μια σημαντική πρωτοβουλία στην οποία θα επανέλθω, κ. Πρόεδρε, σε λίγο.
Γιατί θα μου επιτρέψετε να θυμίσω ότι αυτή η διαδικασία της δημοκρατικής ωρίμανσης δεν ξεκινά σήμερα. Τα τελευταία χρόνια αυτή η κυβέρνηση έχει προωθήσει διαδοχικές βελτιώσεις σε αυτή την κατεύθυνση. Πρώτη απόπειρα έγινε το 2019, όταν κάναμε την προσπάθεια να διευκολύνουμε την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στους εκτός επικρατείας ψηφοφόρους, τότε με σημαντικούς περιορισμούς. Το θυμάστε, αναγκαστήκαμε να τους δεχτούμε, διότι χρειαζόταν να βρούμε τις 200 ψήφους ώστε η ρύθμιση αυτή να μην καθυστερήσει περισσότερο.
Ήταν βέβαιο, όμως, ότι στο τέλος τα εμπόδια τα οποία είχαν τεθεί από αυτή τη ρύθμιση ήταν πάρα πολλά, ανυπέρβλητα, θα έλεγα, για πολλούς. Για παράδειγμα, ποιος απόδημος θα φρόντιζε εκ των υστέρων να αποδείξει ότι τουλάχιστον για δύο χρόνια έμενε στην Ελλάδα την τελευταία 35ετία. Επανήλθαμε τον Μάιο του 2021, επιδιώκοντας ακριβώς την άρση αυτών των κριτηρίων. Όμως, δυστυχώς και τότε η στάση των κομμάτων υπήρξε πάλι αρνητική.
Το 2023, όμως, με το πρώτο νομοσχέδιο, θέλω να θυμίσω, το πρώτο νομοσχέδιο το οποίο ψήφισε αυτή η Βουλή, οι περιορισμοί καταργήθηκαν. Εξάλλου, ήταν αδιάσειστα και τα δεδομένα των εθνικών εκλογών τα οποία είχαν προηγηθεί.
Σε αυτές, με το σύστημα το οποίο είχαμε δρομολογήσει, ψήφισαν ούτε 20.000 συμπολίτες μας από το εξωτερικό. Γιατί πράγματι, για σκεφτείτε το λίγο, ένας κάτοικος του Τόκιο θα έπρεπε να πάρει το αεροπλάνο, να δαπανήσει χιλιάδες ευρώ και να πετάξει μέχρι τη Σεούλ για να ψηφίσει. Ή οι συμπολίτες μας οι οποίοι διέμεναν στη Λατινική Αμερική, θα έπρεπε να πετάξουν πολλές ώρες έως τις Ηνωμένες Πολιτείες για να βρουν ένα εκλογικό τμήμα.
Κι έτσι τον Ιανουάριο του 2024 προχωρήσαμε σε μια νέα ρύθμιση, η οποία δοκιμάστηκε στην πράξη, καθιερώνοντας την επιστολική ψήφο, όπως το κάνουν, εξάλλου, σχεδόν όλες οι χώρες. Καθιερώσαμε, λοιπόν, την επιστολική ψήφο στις ευρωεκλογές του 2024. Δεν νομίζω ότι υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το πείραμα αυτό ήταν απολύτως επιτυχημένο. Τον συγκεκριμένο δρόμο διάλεξαν σχεδόν 40.000 συμπολίτες μας από το εξωτερικό, αριθμός πολύ μεγαλύτερος από αυτόν ο οποίος ψήφισε στις εθνικές εκλογές, σε εκλογές που δυστυχώς για τους συμπολίτες μας στο εξωτερικό θεωρούνται μειωμένης σημασίας.
Έχουμε, λοιπόν, αυτή τη στιγμή ένα δοκιμασμένο σύστημα, το οποίο ερχόμαστε να το εφαρμόσουμε και στις επόμενες εθνικές εκλογές. Αδιάβλητο, οι λεπτομέρειες έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί πολλές φορές. Και πράγματι, προσβλέπω ότι θα υπάρχει μία πολύ αυξημένη συμμετοχή των συμπολιτών μας εκτός επικρατείας, οι οποίοι θα έχουν τη δυνατότητα και πάλι να επιλέξουν μεταξύ παρουσίας σε φυσικό εκλογικό τμήμα ή επιλογής της επιστολικής ψήφου. Εικάζω ότι οι περισσότεροι θα διαλέξουν, για λόγους διευκόλυνσης, τη δεύτερη.
Μία κουβέντα μόνο για την τολμηρή θεσμική αλλαγή της ειδικής περιφέρειας των αποδήμων. Πράγματι, νομίζω, ότι συνιστά μία σημαντική τομή και έρχεται να αποκαταστήσει και το πνεύμα, θα έλεγα, του Συντάγματος, το οποίο επιζητεί την αυθεντική εκπροσώπηση της διασποράς στο ελληνικό κοινοβούλιο.
Οι ψηφοφόροι που θα ψηφίσουν εκτός Ελλάδος δεν εκφράζουν μόνο την κομματική τους προτίμηση, αλλά θα μπορούν μέσω του σταυρού προτίμησης, όπως εξάλλου το κάνουν και όλοι οι πολίτες οι οποίοι ψηφίζουν εντός της επικράτειας, να επιλέγουν τους δικούς τους ανθρώπους και να στέλνουν τον δικό τους παλμό στη Βουλή των Ελλήνων. Θα έχουν, με άλλα λόγια, ένα δικαίωμα το οποίο ως τώρα ανήκει μόνο σε όσους ψηφίζουν στην ελληνική επικράτεια.
Ενώ επιπλέον και οι εκατοντάδες κοινότητες του Ελληνισμού σε όλες τις ηπείρους, πιστεύω ότι θα συναγωνιστούν και σε μία άμιλλα δημοκρατικής επιρροής, η οποία τελικά θα οδηγήσει στην αυξημένη συμμετοχή στις εθνικές εκλογές, κάτι το οποίο φαντάζομαι ότι όλοι μας το επιζητούμε.
Θέλω να θυμίσω ότι είναι ένα μέτρο το οποίο ουσιαστικά μας φέρνει πίσω στις ρίζες μας. Στις εκλογές του 1862 δόθηκε για πρώτη φορά το δικαίωμα και του εκλέγειν αλλά και του εκλέγεσθαι στους πέραν της επικρατείας συμπατριώτες μας. Τότε, 34 «πληρεξούσιοι», όπως λεγόντουσαν, συμμετείχαν στη Β’ Εθνοσυνέλευση, εκλέχθηκαν από τις παροικίες της Κωνσταντινούπολης, της Οδησσού, του Λονδίνου, της Αλεξάνδρειας, του Βουκουρεστίου.
Τώρα, μαζί, λοιπόν, με την ισονομία στο παρόν αποκαθιστούμε και τη συνέχεια ενός θεσμού, ο οποίος έρχεται από το μακρινό αλλά τελικά από το τόσο πρόσφατο, ταυτόχρονα, παρελθόν. Γι’ αυτό, κ. Πρόεδρε, η ουσία αυτού του νομοσχεδίου θεωρώ ότι εκτείνεται πολύ πέρα από τις όποιες τεχνικές ρυθμίσεις ενός εκλογικού συστήματος. Υπηρετεί, ουσιαστικά, μία διπλή αποστολή: από τη μία πλευρά γεφυρώνει, με έναν ακόμα ισχυρό «κρίκο», την ομογένεια με τη μητέρα πατρίδα, και από την άλλη ενσωματώνει στον κορμό των ενεργών πολιτών εκατοντάδες χιλιάδες, γιατί όχι και εκατομμύρια, αποδήμους.
Αυτούς οι οποίοι θα μεταφέρουν τη δική τους χρήσιμη εμπειρία, τη δική τους οπτική για το πώς βλέπουν την Ελλάδα από το εξωτερικό στο δικό μας πολιτικό περιβάλλον. Και οπλισμένοι καλύτερα με τις εθνικές μας θέσεις, θα μπορούν να τις προβάλλουν και πιο αποτελεσματικά στις δεύτερες πατρίδες τους. Εκτός, λοιπόν, από εθνική, η κατεύθυνση αυτή είναι και βαθιά δημοκρατική. Και αυτό, διότι διευκολύνει τελικά τη συμμετοχή περισσότερων στη διαμόρφωση της δημόσιας ζωής και απαντά έτσι και σε αυτή την απόσταση από την πολιτική, στην αδιαφορία, στην αποχή.
Είναι προβλήματα τα οποία γιγαντώνονται παντού στον κόσμο, καθώς αναβιώνουν λαϊκίστικα φαινόμενα τα οποία υπονομεύουν τον ορθολογισμό. Με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συχνά να αλλοιώνουν την αλήθεια, παράγοντας σύγχυση, και τα αυταρχικά μοντέλα να «πολιορκούν», δυστυχώς, τον κοινοβουλευτισμό και τις ανοιχτές κοινωνίες.
Εκεί που βλέπω το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, το μεγαλύτερο πάθος, είναι, πράγματι, όταν συνομιλώ με συμπολίτες μας εκτός Ελλάδος. Με όλους αυτούς οι οποίοι κρατούν άσβεστη τη φλόγα του Ελληνισμού, τη σημασία της ελληνικής γλώσσας, τους εκατοντάδες συλλόγους, τους νέους επιστήμονες οι οποίοι έφυγαν από την κρίση και θέλουν να επιστρέψουν τώρα στην πατρίδα μας.
Όλα αυτά, λοιπόν, συντείνουν, κ. Πρόεδρε, στην ανάγκη το νομοσχέδιο αυτό να εγκριθεί από όλα τα κόμματα, ως μια επιλογή εθνικής ευθύνης και δημοκρατικής ευαισθησίας. Όχι γιατί το επιβάλλει το Σύνταγμα μόνο, γιατί αυτό είναι το σωστό και το υπεύθυνο απέναντι στον παγκόσμιο Ελληνισμό. Και η στάση που θα τηρήσουμε σε λίγο, θα δηλώσει και τον τρόπο με τον οποίον αντιδρά κάθε πολιτική δύναμη απέναντι στη συγκυρία που ζούμε. Αν μπορούμε τελικά, παρά τις επί μέρους σημαντικές διαφωνίες μας, να συμφωνούμε, επιτέλους, στα μείζονα και στα σημαντικά.
Και δεν μπορώ να φανταστώ τίποτα σημαντικότερο από το να πιστοποιήσουμε στην πράξη το πώς αντιλαμβάνεται η ελληνική πολιτεία τις σχέσεις μας με την παγκόσμιά μας ομογένεια».
ΑΠΕ-ΜΠΕ