Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική σκηνή θυμίζει θέατρο αρχαίας τραγωδίας. Όχι για την κάθαρση, αλλά για την ένταση, τις κραυγές, τα βλέμματα που διασταυρώνονται σαν ξίφη.

Η αντιπολίτευση που δέκα ημέρες τώρα ασχολείται με το…πτυχίο Λαζαρίδη -προφανώς ελλείψει προτάσεων και θέσεων- ετοιμάζεται να επιτεθεί στον Κυριάκο Μητσοτάκη με την ορμή εκείνου που έχει επενδύσει τα πάντα σε έναν αντίπαλο. Σαν να πιστεύει – ή να θέλει να πείσει – ότι αν εκλείψει από την πρωθυπουργία της χώρας ο Μητσοτάκης, θα λυθούν ως διά μαγείας τα προβλήματα της Ελλάδας.
Κράτος Δικαίου, υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ, ρουσφέτια κι ότι άλλο θελήσει ο καθείς, θα βρεθούν στο επίκεντρο της συζήτησης στη Βουλή.
Ειδικά για τα ρουσφέτια, πίσω από τις ιαχές και τις καταγγελίες, καραδοκεί ένα ερώτημα παλαιότερο κι από τη Μεταπολίτευση: ποιος συντηρεί τελικά το πελατειακό σύστημα; Εκείνος που το προσφέρει ή εκείνος που το ζητά; Η πολιτική εξουσία ή η πίεση της κοινωνίας; Η κότα ή το αυγό;
Η απάντηση είναι ενοχλητική ακριβώς επειδή είναι απλή: το σύστημα/ρουσφέτι επιβιώνει επειδή εξυπηρετεί. Είναι ένας άτυπος μηχανισμός ανακούφισης, ένα παράλληλο κοινωνικό κράτος που ξεφυτρώνει εκεί όπου οι θεσμοί αποδεικνύονται αργοί, άκαμπτοι, απρόσωποι. Εκεί που ο νόμος δεν έχει πρόβλεψη για την ανθρώπινη αδυναμία, εμφανίζεται η «διευκόλυνση». Εκεί που η διαδικασία αγνοεί το δράμα του ατόμου, παρεμβαίνει το τηλέφωνο, η γνωριμία, το «κοίτα να βοηθήσεις». Εκεί που ακόμη κι πιο παλαβή απαίτηση του ψηφοφόρου, γίνεται αντικείμενο συναλλαγής.
Κάπως έτσι, το ρουσφέτι μεταμορφώνεται από παθογένεια σε… υπηρεσία. Από στρέβλωση σε κοινωνική «ευαισθησία». Μόνο που αυτή η ευαισθησία έχει τίμημα. Και το τίμημα είναι η ίδια η ισονομία.
Γιατί, το σύστημα δεν είναι αθώο. Δεν είναι μια σειρά από μεμονωμένες εξαιρέσεις που δικαιολογούνται από την περίσταση. Είναι μια δομημένη ανταλλαγή συμφερόντων. Η εξουσία αναπαράγεται μέσα από τις χάρες που μοιράζει, και οι πολίτες εγκλωβίζονται σε ένα δίκτυο εξάρτησης που τους κρατά κοντά της. Μια σιωπηλή συμφωνία: «σε στηρίζω, με στηρίζεις».
Από εκεί και πέρα, όμως, τελειώνουν τα φιλοσοφικά ερωτήματα και αρχίζει η υποκρισία. Διότι είναι τουλάχιστον πολιτικά ανέντιμο να εμφανίζεται σήμερα η αντιπολίτευση ως τιμητής μιας παθογένειας που και η ίδια εξέθρεψε, διόγκωσε και κατέστησε σχεδόν θεσμικό κανόνα επί δεκαετίες. Το ρουσφέτι δεν το ανακάλυψε η σημερινή κυβέρνηση, το κληρονόμησε ως βαριά εθνική συνήθεια.
Και είναι εύκολο να καταγγέλλεις το σύστημα όταν βρίσκεσαι εκτός αυτού. Δύσκολο είναι να το περιορίζεις όταν κυβερνάς. Γιατί τότε δεν έχεις απέναντί σου θεωρίες, αλλά πραγματικές ανάγκες, πιέσεις, αντιφάσεις. Τότε δοκιμάζεται η βούληση για μεταρρύθμιση – όχι στα λόγια, αλλά στις συγκρούσεις που απαιτούνται.
Η πραγματικότητα είναι ότι η σημερινή διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επιχείρησε – έστω και ατελώς – να μετακινήσει το κέντρο βάρους από το «τηλέφωνο» στη διαδικασία, από την εξαίρεση στον κανόνα. Δεν κατέρριψε το πελατειακό κράτος. Κανείς δεν το έκανε. Αλλά για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το έθεσε υπό αμφισβήτηση.
Αυτό ενοχλεί. Και ενοχλεί περισσότερο εκείνους που είχαν μάθει να πολιτεύονται μέσα από το δίκτυο των εξυπηρετήσεων. Εκείνους που σήμερα ανακαλύπτουν σκάνδαλα με την ευκολία που χθες μοίραζαν επιδοτήσεις και διορισμούς χωρίς δεύτερη σκέψη. Εκείνους που καταγγέλλουν το ρουσφέτι με ύφος εισαγγελέα, λες και δεν υπήρξαν ποτέ διαχειριστές του.
Η υπόθεση του ρουσφετιού δεν είναι αθώα. Δεν είναι απλώς μια αντιπαράθεση για τον ΟΠΕΚΕΠΕ ή για μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι μια μάχη για το ποιος θα ορίσει το αφήγημα της κανονικότητας. Αν η χώρα θα συνεχίσει να ζει με τη διπλή γλώσσα – των θεσμών προς τα έξω και των «διευκολύνσεων» προς τα μέσα – ή αν θα κάνει, έστω αργά, βήματα προς μια πιο ώριμη λειτουργία.
Και εδώ βρίσκεται η ειρωνεία: εκείνοι που σήμερα υψώνουν τη σημαία της κάθαρσης είναι οι ίδιοι που δεν έχουν δώσει πειστική απάντηση για το πώς θα αλλάξει το σύστημα που καταγγέλλουν. Γιατί, πολύ απλά, το γνωρίζουν καλύτερα απ’ όλους. Και ίσως, κατά βάθος, το εμπιστεύονται περισσότερο απ’ όσο ομολογούν.
Η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός ηθικής υπεροχής. Είναι πεδίο ευθύνης. Και όσο η αντιπολίτευση επιμένει να αντιμετωπίζει το πελατειακό κράτος ως ευκαιρία καταγγελίας και όχι ως πρόβλημα προς επίλυση, τόσο θα αποδεικνύει ότι δεν θέλει να το αλλάξει – απλώς να το ξαναδιαχειριστεί.
Κάτι τελευταίο: Στο παρασκήνιο της σημερινής συζήτησης στη Βουλή, που θα εμπεριέχει ρουσφέτι, κράτος Δικαίου, υποκλοπές κι ότι άλλο φανταστεί ο καθείς, θα είναι και πάλι απών -όπως σε όλα τα δύσκολα της κυβέρνησης- ο υπουργός Άμυνας. Ο Νίκος Δένδιας, λέει, θα είναι σε …επίσκεψη στο Κόσοβο…














