Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Ισραήλ αποτελεί τον πιο θερμό σύμμαχο της Ελλάδας στην περιοχή μας. Κορυφαίο σε στρατιωτικό επίπεδο και σημαντικό σε διπλωματικό αλλά και στην άλλη άκρη του Ατλαντικού με τα πανίσχυρα λόμπι του.

Ταυτοχρόνως, το Ισραήλ αποτελεί τον πιο σκληρό εχθρό της Τουρκίας κι αυτό θυμίζει τη ρήση του Ινδού φιλοσόφου και πολιτικού (4ος αιώνας π.Χ), Καουτίλια, που στη θεωρία των κρατών εξήγησε με απλά λόγια, ότι «Ο βασιλιάς που συνορεύει με την επικράτειά σου είναι ο εχθρός. Ο βασιλιάς που συνορεύει με τον εχθρό σου, αλλά χωρίζεται από εσένα μέσω αυτού του εχθρού, είναι ο φίλος σου»! Δηλαδή, όπως περιγράφεται στα Λατινικά… «Φίλος μου, ο εχθρός του εχθρού μου»!
Αυτά αποτελούν τα δεδομένα.
Τα οποία δύσκολα θα αλλάξουν, ακόμη κι αν ηττηθεί ο Νετανιάχου στις προσεχείς εκλογές της 27ης Οκτωβρίου. Άλλωστε, το καταθέτουν πια όλοι οι διεθνείς παρατηρητές και διπλωμάτες, ότι έχουν γίνει πεποίθηση μεγάλων τμημάτων της ισραηλινής κοινωνίας, οι σκληρές θέσεις του Ισραήλ, μετά την επίθεση των τρομοκρατών της Χαμάς της 6ης Οκτωβρίου 2023, που έχασαν τη ζωή τους περίπου 1200 άνθρωποι.
Πάντως, η αποτυχία συντριβής του Ιράν στην κοινή επιχείρηση/ πόλεμο ΗΠΑ – Ιράν εναντίον του, μάλλον έχει χρεωθεί από τον Τραμπ στον Νετανιάχου κι ουδείς γνωρίζει πώς αυτό θα λειτουργήσει. Την ίδια ώρα οι δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν μικρό/ελάχιστο προβάδισμα της αντιπολίτευσης, στα όρια του στατιστικού λάθους.
Η αντιπολίτευση
Είναι δεδομένο λοιπόν, ότι αν νικήσουν οι αντίπαλοι του Νετανιάχου, δεν μπορούν να επιφέρουν μεγάλες αλλαγές στα δεδομένα. Ο βασικός του αντίπαλος, ο στρατηγός Γκάντι Άιζενκοτ, επιθυμεί κι υπόσχεται ότι θα βελτιώσει και θ’ αποκαταστήσει τις διεθνείς σχέσεις του Ισραήλ, αλλά όλοι γνωρίζουν ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει -αν γίνει- από τη μια ημέρα στην άλλη. Ούτε είναι εύκολο ν’ αλλάξει κάποιος την πολιτική ασφαλείας του Ισραήλ.
Η αντιπολίτευση κατηγορεί τον Νετανιάχουν ότι δεν κατέστρεψε τη Χαμάς, ούτε το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Δηλαδή, διαφωνούν με τον τρόπο που διαχειρίζεται τις κρίσεις, όχι όμως κατ’ ανάγκην με τους στρατηγικούς στόχους που έχει θέσει.
Ο Ναφτάλι Μπένετ, ο Γιαΐρ Λαπίντ και ο στρατηγός Γκάντι Άιζενκοτ δεν συγκροτούν ένα ομοιογενές πολιτικό στρατόπεδο. Εκφράζουν διαφορετικές αποχρώσεις της ισραηλινής πολιτικής, από τη Δεξιά έως το Κέντρο και την Κεντροαριστερά. Συγκλίνουν, όμως, σε μια βασική παραδοχή: το Ισραήλ δεν μπορεί να επιτρέψει στους αντιπάλους του να αμφισβητήσουν την αποτρεπτική του ισχύ.
Ο Μπένετ έχει διαμηνύσει ότι κάθε επίθεση με πυραύλους από το Ιράν ή οργανώσεις που υποστηρίζει θα πρέπει να έχει άμεσο κόστος για την Τεχεράνη. Μαζί με τον Λαπίντ έχει ταχθεί ακόμη και υπέρ της αντιμετώπισης του Κατάρ ως εχθρικού κράτους. Οι θέσεις αυτές δείχνουν πόσο περιορισμένα είναι τα περιθώρια μιας θεαματικής στροφής, ακόμη κι αν αποχωρήσει ο Νετανιάχου.
Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται περισσότερο στα μέσα παρά στους στόχους. Οι αντίπαλοί του Νετανιάχου υποστηρίζουν ότι η σημερινή κυβέρνηση έχει επενδύσει υπερβολικά στη στρατιωτική ισχύ, παραμερίζοντας τη διπλωματία. Επιθυμούν να αξιοποιήσουν τα στρατιωτικά αποτελέσματα για την εξασφάλιση πολιτικών συμφωνιών, να συνεργαστούν αποτελεσματικότερα με την Ουάσιγκτον και να περιορίσουν τη διεθνή απομόνωση της χώρας.
Ο Άιζενκοτ, που θεωρείται πιθανός επικεφαλής μιας μελλοντικής κυβέρνησης, έχει επικρίνει την πολιτική του Νετανιάχου στη Δυτική Όχθη και τις επιθέσεις εξτρεμιστών εποίκων κατά Παλαιστινίων. Μια νέα κυβέρνηση θα μπορούσε να περιορίσει ορισμένες πρακτικές, να αποκαταστήσει λειτουργικές σχέσεις με την Παλαιστινιακή Αρχή και να διευκολύνει την επανέναρξη της συνεργασίας με τους διεθνείς εταίρους.
Δεν διαφαίνεται, όμως, αντίστοιχη διάθεση για αναθεώρηση του παλαιστινιακού ζητήματος. Κανένας από τους βασικούς αντιπολιτευόμενους ηγέτες έχει δεσμευθεί ότι θα προωθήσει άμεσα την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους. Για τον Μπένετ και τον Αβιγκντορ Λίμπερμαν, μια τέτοια προοπτική παραμένει απαράδεκτη. Ο Λαπίντ και άλλοι Κεντρώοι θεωρούν ότι οι συνθήκες δεν επιτρέπουν σήμερα ουσιαστική πρόοδο, ενώ ο Άιζενκοτ προειδοποιεί για τους κινδύνους της προσάρτησης, χωρίς να προτείνει άμεση πολιτική λύση.
Ανάλογη συνέχεια αναμένεται στη Γάζα και στον Λίβανο. Όσο η Χαμάς και η Χεζμπολάχ διατηρούν στρατιωτικές δυνατότητες, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί πιθανή μια πλήρης αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τις ζώνες που χαρακτηρίζονται κρίσιμες για την ασφάλεια της χώρας. Η διαφορά θα μπορούσε να αφορά την εφαρμογή των συμφωνιών κατάπαυσης του πυρός, τον βαθμό συνεργασίας με τις ΗΠΑ και την αποφυγή κινήσεων που επιβαρύνουν περαιτέρω τις διεθνείς σχέσεις.
Και στη Συρία, μια κυβέρνηση υπό τον Άιζενκοτ θα μπορούσε να επιδιώξει συμφωνία για τη μείωση της έντασης, χωρίς αυτό να συνεπάγεται εγκατάλειψη των ισραηλινών απαιτήσεων ασφαλείας. Η διπλωματία θα λειτουργούσε ως συμπλήρωμα της στρατιωτικής παρουσίας, όχι κατ’ ανάγκην ως υποκατάστατό της.
Βεβαίως, η σύνθεση του κυβερνητικού συνασπισμού θα καθορίσει πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν οι αλλαγές. Μια συμμαχία με τη συμμετοχή τόσο Δεξιών όσο και Κεντρώων δυνάμεων θα χρειαστεί συμβιβασμούς, ενώ η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη θα απαιτήσει συγκεκριμένες αποφάσεις και χρόνο.
Ισραήλ – Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην προσωπική σχέση με τον Νετανιάχου, αλλά σε ευρύτερα συμφέροντα ασφάλειας, άμυνας και περιφερειακής ισορροπίας. Επομένως, μια αλλαγή κυβέρνησης δεν σημαίνει ανατροπή της διμερούς σχέσης.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: εάν ο Νετανιάχου χάσει την εξουσία, το Ισραήλ μπορεί να αλλάξει ύφος και διπλωματικές προσεγγίσεις. Δεν θα εγκαταλείψει όμως τις βασικές αρχές της πολιτικής ασφαλείας του, αφού αυτό θα είναι «αυτοκτονικό».
Οι αντίπαλοί του Νετανιάχου υπόσχονται διαφορετική διαχείριση, όχι διαφορετικό στρατηγικό προσανατολισμό. Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη παράμετρος για να κατανοήσουμε τι πραγματικά διακυβεύεται στις ισραηλινές εκλογές.














































