*Γράφει ο Βασίλης Κωνσταντινόπουλος
Υπάρχουν προβλήματα που έρχονται και φεύγουν από την επικαιρότητα. Η ακρίβεια, όμως, δεν φεύγει ποτέ. Είναι εκεί κάθε μέρα. Στο σούπερ μάρκετ. Στο πρατήριο καυσίμων. Στον λογαριασμό του ρεύματος. Στο ενοίκιο. Στο φαρμακείο. Είναι μέσα στο σπίτι κάθε ελληνικής οικογένειας και έχει γίνει πλέον μέρος της καθημερινότητάς της.
Γι’ αυτό η ακρίβεια δεν είναι απλώς ένα οικονομικό πρόβλημα. Είναι το μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα της εποχής. Σύμφωνα με δημοσκόπηση, η ακρίβεια βρίσκεται στην κορυφή των ανησυχιών των πολιτών, με ποσοστό 83%. Όταν περισσότεροι από οκτώ στους δέκα Έλληνες δείχνουν προς την ακρίβεια, το μήνυμα δεν χρειάζεται μετάφραση:
Η κοινωνία πιέζεται. Η κοινωνία δεν αντέχει άλλο. Η κοινωνία απαιτεί λύσεις.
Η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για ανάπτυξη, επενδύσεις και θετικούς οικονομικούς δείκτες. Ο Έλληνας, όμως, έχει τον δικό του δείκτη.
Το πορτοφόλι του!!!
Εκεί μετράει την οικονομία. Εκεί βλέπει αν μπορεί να γεμίσει το καλάθι του σούπερ μάρκετ. Αν μπορεί να πληρώσει το ρεύμα χωρίς να καταφύγει σε δόσεις. Αν μπορεί να βάλει καύσιμα. Αν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο. Και κυρίως, αν στο τέλος του μήνα του μένει κάτι για να ζήσει. Και υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από κυβερνητικές ανακοινώσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα βρίσκεται μαζί με τη Βουλγαρία στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης, στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και αυτή την πραγματικότητα δεν τη ζουν οι αριθμοί.
Τη ζουν οι άνθρωποι. Τη ζει ο εργαζόμενος που βλέπει τον μισθό του να τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας.
Τη ζει ο συνταξιούχος που κάνει καθημερινά λογαριασμούς για να τα βγάλει πέρα.
Τη ζει ο νέος που δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο και αναβάλλει τη δημιουργία οικογένειας.
Τη ζει ο μικρομεσαίος που παλεύει με φόρους, εισφορές και κόστος ενέργειας.
Τη ζει ο αγρότης, ο μελισσοκόμος, ο κτηνοτρόφος και ο αλιέας που βλέπουν το κόστος παραγωγής να ανεβαίνει και το εισόδημά τους να συρρικνώνεται.
Μπορεί οι πίνακες να δείχνουν ανάπτυξη.
Το ερώτημα είναι ένα: Βελτιώθηκε η ζωή του Έλληνα; Εδώ ακριβώς θα κριθούν οι επόμενες εκλογές. Γιατί ο πολίτης δεν θα συγκρίνει τις προεκλογικές υποσχέσεις με τα λόγια των κυβερνητικών στελεχών. Θα τις συγκρίνει με τη δική του ζωή.Θα συγκρίνει την «ανάπτυξη» με τον μισθό του. Τις εξαγγελίες με το ενοίκιό του τις υποσχέσεις με τον λογαριασμό του ρεύματος, τα μεγάλα λόγια με το άδειο πορτοφόλι.
Ο Έλληνας μπορεί να ξεχάσει μια πολιτική δήλωση. Μπορεί να ξεχάσει μια τηλεοπτική αντιπαράθεση. Δεν ξεχνά όμως τον λογαριασμό που πλήρωσε!!! Δεν ξεχνά ότι πληρώνει το ρεύμα με δόσεις. Δεν ξεχνά ότι αναγκάζεται να αφήσει προϊόντα στο ράφι επειδή δεν μπορεί να τα αγοράσει. Δεν ξεχνά ότι πολλές φορές αναγκάζεται να στραφεί σε φθηνότερα και χαμηλότερης ποιότητας προϊόντα.Και αυτός ο λογαριασμός θα πάει μαζί του στην κάλπη. Γι’ αυτό η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με ένα προσωρινό επίδομα κάθε φορά που η κοινωνία φτάνει στα όριά της.
Χρειάζονται μόνιμες λύσεις: μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά, χαμηλότερη φορολογία, πραγματικοί έλεγχοι στην αγορά, ουσιαστική αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και στήριξη της ελληνικής παραγωγής.
Αυτή είναι και η λογική των προτάσεων της Ελληνικής Λύσης: να μείνει περισσότερο εισόδημα στην τσέπη του πολίτη και να μπορεί ο Έλληνας να ζει αξιοπρεπώς από τη δουλειά του.
Γιατί ο πολίτης δεν θέλει να ζει περιμένοντας το επόμενο επίδομα. Θέλει να μπορεί να ζει από τον μισθό του.
Δεν θέλει μια κυβέρνηση που θα του επιστρέφει προσωρινά ένα μικρό μέρος από αυτά που του παίρνει η ακρίβεια. Θέλει μια πολιτική που θα χτυπήσει την ακρίβεια στη ρίζα της., το 83% δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Είναι η προειδοποίηση , είναι το καμπανάκι, είναι η κοινωνία που λέει ότι κάτι δεν πάει καλά.
Και όσο η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τους δείκτες, η ελληνική οικογένεια κάνει λογαριασμό στο τραπέζι της κουζίνας. Εκεί θα δοθεί η πραγματική μάχη. Οι προεκλογικές εξαγγελίες θα πέσουν σαν βροχή. Τα μεγάλα λόγια θα περισσέψουν. Οι υποσχέσεις θα πολλαπλασιαστούν. Όμως ο πολίτης θα κάνει τον δικό του απολογισμό. Και μέσα στο παραβάν θα μείνει μόνος με τη μνήμη του, θα θυμάται τι πλήρωσε, τι στερήθηκε, πόσο δύσκολα έβγαλε τον μήνα. Αν μπόρεσε να βοηθήσει τα παιδιά του, αν μπόρεσε να κάνει σχέδια για το αύριο;
Και τότε θα απαντήσει στο πιο απλό, αλλά και πιο σκληρό πολιτικό ερώτημα:
«Η ζωή μου έγινε καλύτερη;»
Αν η απάντηση είναι «ναι», τότε η κυβέρνηση έχει λόγο να χαμογελά. Αν όμως η απάντηση είναι «όχι», τότε κανένας πίνακας, κανένας δείκτης και καμία επικοινωνιακή καμπάνια δεν θα μπορέσει να αλλάξει την πραγματικότητα. Γιατί η κάλπη δεν είναι μόνο η στιγμή που ο πολίτης επιλέγει ποιος θα κυβερνήσει.
Είναι η στιγμή που λογαριάζει. Και ο λογαριασμός είναι ήδη πάνω στο τραπέζι. Ο Έλληνας πληρώνει σήμερα. Η κυβέρνηση θα πληρώσει αύριο.
Και τότε, πίσω από το παραβάν, δεν θα υπάρχουν κάμερες.
Δεν θα υπάρχουν δημοσκοπήσεις.
Δεν θα υπάρχουν επικοινωνιακά επιτελεία.
Θα υπάρχει μόνο ο πολίτης και η ζωή του.
Και η ζωή του δεν ξεγελιέται.
Γιατί στις επόμενες εκλογές δεν θα ψηφίσει μόνο η λογική.
Θα ψηφίσει η τσέπη.
Και η τσέπη δεν ξεχνά.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΟΛΙΤΕΥΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ