
Γράφει η δημοσιογράφος Γιώτα Βασιλείου*
Υπάρχουν ειδήσεις που δεν εξαντλούνται στην επικαιρότητα. Που δεν αφορούν απλώς πρόσωπα, πολιτικές αποφάσεις ή δημόσιες αντιπαραθέσεις. Αφορούν τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται την ευθύνη της απέναντι στα παιδιά και τις οικογένειες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δημόσια στήριξη δέκα γυναικείων οργανώσεων προς την Όλγα Κεφαλογιάννη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Όχι ως πολιτικό γεγονός, αλλά ως κοινωνικό μήνυμα με σαφή κατεύθυνση: ότι τα ζητήματα επιμέλειας και γονεϊκότητας δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποκομμένα από την πραγματικότητα των παιδιών και των γονέων τους.
Δέκα οργανώσεις, μία κοινή θέση
Οι οργανώσεις που παρενέβησαν δημόσια δεν λειτουργούν ως φορείς αντιπαράθεσης. Αντιθέτως, εκπροσωπούν χρόνια εμπειρίας, καθημερινής επαφής με γυναίκες και οικογένειες που βιώνουν τις συνέπειες αποφάσεων οι οποίες συχνά λαμβάνονται με γενικούς κανόνες, χωρίς εξατομικευμένη κρίση.
Το κοινό τους μήνυμα είναι ξεκάθαρο:
η συζήτηση γύρω από τη συνεπιμέλεια και τις ρυθμίσεις γονεϊκής μέριμνας δεν μπορεί να γίνεται με όρους αυτοματισμών, ούτε με λογικές «ίσης κατανομής χρόνου» που αγνοούν τις πραγματικές συνθήκες κάθε οικογένειας.
Το συμφέρον του παιδιού δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι ζήτημα ασφάλειας, συναισθηματικής σταθερότητας και καθημερινής φροντίδας.
Όταν το προσωπικό γίνεται πολιτικό, κάτι έχει πάει λάθος…
Το δίκιο που δεν είναι προσωπικό
Σε αυτό το σημείο, η στήριξη προς την ΜΗΤΕΡΑ Όλγα Κεφαλογιάννη ξεπερνά το πρόσωπο. Ξεπερνά οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα. Το δίκιο της δεν είναι ατομικό. Είναι συλλογικό. Είναι το δίκιο κάθε μάνας που γνωρίζει το παιδί της, που αντιλαμβάνεται τις ανάγκες του όχι μέσα από νομικά σχήματα, αλλά μέσα από τη ζωντανή καθημερινότητα.
Γιατί τα παιδιά δεν είναι ρύθμιση νόμου.
Δεν είναι άρθρα και παράγραφοι.
Δεν είναι ισοζύγιο χρόνου.
Είναι άνθρωποι σε διαμόρφωση. Και κάθε απόφαση που τα αφορά πρέπει να ξεκινά από αυτή την απλή αλλά συχνά ξεχασμένη αλήθεια.
Όταν το ιερό γίνεται εργαλείο, η κοινωνία οφείλει να μιλήσει
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη πλευρά αυτής της υπόθεσης που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η αμήχανη, σχεδόν βιαστική προσπάθεια ορισμένων να προσδώσουν πολιτικό χρώμα σε κάτι βαθιά προσωπικό. Να μετατρέψουν μια σχέση ιερή — αυτή της μάνας με τα παιδιά της — σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Εδώ δεν υπάρχει πολιτική.
Υπάρχει μόνο ανθρώπινη ευθύνη.
Και όποιος επιμένει να θολώνει τα όρια, να συγχέει τον θεσμικό ρόλο με τη μητρότητα, να «διαβάζει» ιδεολογικά μια οικογενειακή πραγματικότητα, δεν υπερασπίζεται αρχές. Αποφεύγει τις πραγματικές ερωτήσεις.
Πώς γίνεται να δίνεται τόσο έδαφος στην απουσία;
Πώς γίνεται να προσφέρεται δημόσιο βήμα — άμεσα ή έμμεσα — σε έναν πατέρα που αντί να προστατεύει, εκθέτει;
Που αντί να σιωπά για χάρη των παιδιών του, επιλέγει τη σύγκρουση;
Που αντί να σταθεί με ευθύνη, διεκδικεί με όρους δύναμης;
Αυτά δεν είναι πολιτικά ερωτήματα.
Είναι ηθικά.
Και εδώ γεννιέται το πραγματικό ερώτημα:
ποιον τελικά υπηρετεί αυτή η επιμονή στην εξίσωση των ανόμοιων;
Τα παιδιά ή την ανάγκη κάποιων να «κρατήσουν ισορροπίες» εκεί που δεν υπάρχουν;
Η ουδετερότητα δεν είναι πάντα αρετή
Σε ζητήματα που αφορούν παιδιά, η δήθεν ουδετερότητα μετατρέπεται εύκολα σε συνενοχή. Όταν όλα παρουσιάζονται ως «δύο πλευρές», χάνεται το ουσιώδες: ποιος προστατεύει και ποιος εκθέτει. Ποιος σιωπά για χάρη των παιδιών και ποιος μιλά εις βάρος τους.
Δεν είναι όλα ίσα.
Δεν είναι όλες οι στάσεις ισοδύναμες.
Και η κοινωνία δεν μπορεί να κάνει πως δεν βλέπει.
Να μπουν τα πράγματα στη θέση τους
Η μητρότητα δεν είναι πολιτική ταυτότητα.
Η προστασία των παιδιών δεν είναι ιδεολογική θέση.
Και η ευθύνη ενός γονέα δεν κρίνεται από το πόσο θόρυβο μπορεί να προκαλέσει.
Όσοι έσπευσαν να μετατρέψουν μια ανθρώπινη υπόθεση σε πολιτικό αφήγημα οφείλουν, έστω και τώρα, να σταθούν μπροστά στις ευθύνες τους. Να αναγνωρίσουν ότι εδώ δεν χωρούν στρατόπεδα, παρά μόνο συνείδηση.
Γιατί όταν η σχέση μάνας και παιδιών γίνεται πεδίο σκοπιμότητας, τότε δεν αποτυγχάνει ένα πρόσωπο.
Αποτυγχάνει ο δημόσιος λόγος.
Η συνεπιμέλεια δεν είναι μαθηματική εξίσωση
Οι γυναικείες οργανώσεις τονίζουν ότι η συνεπιμέλεια, ως έννοια, δεν είναι από μόνη της ούτε καλή ούτε κακή. Γίνεται όμως προβληματική όταν εφαρμόζεται χωρίς να λαμβάνει υπόψη πραγματικούς κινδύνους, ανισορροπίες ή ιστορικό βίας, ελέγχου ή κακοποιητικών συμπεριφορών.
Ο νόμος οφείλει να προστατεύει.
Όχι να εξισώνει καταστάσεις που δεν είναι ίδιες.
Και κυρίως, να μην μετατρέπει τα παιδιά σε αντικείμενα ρύθμισης, αλλά σε υποκείμενα προστασίας.
Όταν ο νόμος πρέπει να σκύβει μπροστά στη ζωή
Το κεντρικό αίτημα που αναδεικνύεται από τη συλλογική αυτή παρέμβαση είναι σαφές:
ο νόμος πρέπει να υπηρετεί την ανθρώπινη πραγματικότητα, όχι να την απλοποιεί επικίνδυνα.
Η γονεϊκότητα δεν είναι διοικητική διαδικασία. Δεν χωρά σε φόρμες. Δεν λύνεται με συμμετρίες. Είναι σχέση, ευθύνη και παρουσία. Και εκεί ακριβώς χρειάζεται κρίση, ευαισθησία και κοινωνική ωριμότητα.
Το πραγματικό καλό νέο της ημέρας
Σε μια περίοδο όπου ο δημόσιος λόγος συχνά γίνεται επιθετικός και επιφανειακός, η στάση των γυναικείων οργανώσεων λειτουργεί ως αντίβαρο. Υπενθυμίζει ότι υπάρχει ακόμα χώρος για σοβαρή, ψύχραιμη και ουσιαστική κοινωνική παρέμβαση.
Ότι υπάρχουν φωνές που δεν ζητούν αντιπαράθεση, αλλά κατανόηση.
Όχι ιδεολογική επιβολή, αλλά προστασία των πιο ευάλωτων.
Και ίσως αυτό να είναι το ουσιαστικό μήνυμα:
ότι το δίκιο μιας γυναίκας δεν είναι ποτέ μόνο δικό της όταν αφορά το παιδί της.
Είναι δίκιο κοινωνικό. Είναι δίκιο ανθρώπινο.
Και πάνω απ’ όλα, είναι υπενθύμιση πως τα παιδιά δεν είναι νόμος.
Είναι ζωή.
*Η Γιώτα Βασιλείου, γράφει αυτό το άρθρο με την ιδιότητα της ΜΑΝΑΣ δύο παιδιών μονογονεϊκής οικογένειας και όχι της δημοσιογράφου.













