
Σκεφτόμουν χθες, βλέποντας στην τηλεόραση τις μαθητικές παρελάσεις, ότι αυτές έχουν φανατικούς φίλους και άλλους που είναι αντίθετοι σ’ αυτές.

Οι φανατικοί των παρελάσεων ισχυρίζονται ότι οι παρελάσεις δίνουν στα παιδιά την ευκαιρία να έρθουν σε στενή επαφή με την ιστορία, αφού όπως διδάσκεται στις τάξεις, τις περισσότερες φορές γίνεται μάθημα «παπαγαλίας». Ταυτοχρόνως, λένε, συμβάλλουν στην καλλιέργεια της συλλογικότητας, της συνεργασίας και της πειθαρχίας, καθώς οι μαθητές καλούνται να λειτουργήσουν ως μέλη μιας ομάδας, με κοινό στόχο και αίσθημα ευθύνης. Εξ αυτών, η παρέλαση αποτελεί «βουτιά» στη γνώση και κυρίως στη συνειδητοποίηση της σημασίας της ελευθερίας και της δημοκρατίας.
Και πράγματι, υπάρχει κάτι συγκινητικό στην εικόνα τόσων παιδιών που κινούνται μαζί, στον ίδιο ρυθμό, κάτω από την σημαία. Η συλλογικότητα έχει τη δική της ομορφιά, αρκεί να μην απαιτεί από τον καθένα να απαρνηθεί τη μοναδικότητά του για να χωρέσει μέσα της.
Από την άλλη πλευρά, οι αρνητές των μαθητικών, κυρίως, παρελάσεων, εγείρουν και εύλογους προβληματισμούς, ιδιαίτερα ως προς τον ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν οι ίδιοι οι μαθητές. Σχεδόν πάντα οι παρελάσεις λαμβάνουν στρατοκρατικά χαρακτηριστικά, με ζητούμενο τον συγχρονισμό και την άψογη εμφάνιση, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται η ουσιαστική κατανόηση των ιστορικών γεγονότων και να κυριαρχεί η τυπική εκτέλεση μιας διαδικασίας. Χώρια που υπάρχει κι η μεγάλη αδικία για όσους δεν διαθέτουν πλούσια σωματικά χαρακτηριστικά. Λένε ότι αν ο Αϊνστάιν πήγαινε σε παρέλαση ελληνικού σχολείου, θα τον έβαζαν στη μέση της τελευταίας σειράς, για να τον κρύψουν. Ενώ ακόμη κι οι σημαιοφόροι βγαίνουν με κλήρωση, αληθινή ή ψεύτικη! Κι όποιος δεν θέλει να πάει, απειλείται με μείωση βαθμών…
Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση.
Προσωπικά —μα και άλλοι φίλοι που κατά καιρούς συζητάμε— θυμάμαι παρελάσεις στον Πειραιά, που ήταν εφιαλτικές. Στημένοι από το πρωί σε κάποιον δρόμο της πόλης, είτε είχε κρύο είτε ζέστη είτε βροχή, περιμέναμε πότε θα φτάσει η ώρα, λίγο πριν από το μεσημέρι, για να παρελάσουμε 500-600 μέτρα και να περάσουμε μπροστά από το Δημοτικό Θέατρο, όπου βρίσκονταν οι… επίσημοι. Κάποιος υπουργός, ο δήμαρχος και ένα σωρό παρατρεχάμενοι με τις συμβίες τους… Μόνο η «χοντρή του Θησαυρού» έλειπε κι ο Ζαχαρίας, ο άνδρας της… Το ωραίο, πάντως, ήταν, ότι στα χρόνια της εφηβείας, οι παρελάσεις γίνονταν πεδία ανεπανάληπτων φλερτ…
Ίσως, τελικά, αυτό να μένει από τα μαθητικά χρόνια: όχι τόσο ο συγχρονισμός των βημάτων, όσο οι μικρές, τότε, στιγμές που, με τα χρόνια, αποκτούν τη νοσταλγία μιας άλλης εποχής. Οι συμμαθητές, οι φίλοι, τα βλέμματα που συναντήθηκαν, τα πειράγματα, τ’ αστεία, οι βόλτες μετά την παρέλαση, το πρώτο ανοιξιάτικο παγωτό ή το καινούργιο χειμωνιάτικο μπουφάν.
Έμαθα κάτι από τις παρελάσεις; Κατηγορηματικά απαντώ «όχι», πλην του θαυμασμού για τις συμμαθήτριές μου, ειδικά αν φυσούσε κι «έπαιζε» ο αέρας με τις πλισέ φούστες τους…
Πιο πολύ έμαθα τα ιστορικά γεγονότα από τους γονείς μου και την προσωπική μου αναζήτηση, παρά από τον τρόπο που τα δίδασκαν στο σχολείο ή από τις παρελάσεις.
Σκεφτόμουν από τότε, το κάνω ακόμη, ότι τις παρελάσεις τις καθιέρωσε ο Μεταξάς. Ο οποίος τις μετέτρεψε σ’ έναν θεσμό με στρατιωτικό χαρακτήρα.
Μα, πέραν οτιδήποτε άλλου, ήταν άλλες εποχές. Άλλα δεδομένα. Το Έθνος βρισκόταν μπροστά στον μεγάλο πόλεμο.
Σήμερα γιατί; Ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε κατά κόρον σε μαθητικές παρελάσεις που μετατρέπονται σε καλλιστεία; Με στοιχήματα μεταξύ των σχολείων για το ποιο έχει τις καλύτερες… γκόμενες ή τα καλύτερα… κοκοράκια…
Γιατί να παρελαύνουν τα σχολεία, όταν τη γνώση και το εθνικό φρόνημα μπορούν να τα προσλάβουν στις τάξεις και στις εθνικές γιορτές με καταθέσεις στεφάνων; Γιατί να διατηρούμε κάτι που ευθέως παραπέμπει σε στρατιωτικές πρακτικές και λογικές; Θέλουμε να συγκρινόμαστε με την Τουρκία και τη Ρωσία, αφού μόνο εκεί γίνονται ακόμη παρελάσεις, ενώ πουθενά στην Ευρώπη δεν υπάρχουν; Εκεί δεν πολέμησαν, δεν έχουν ήρωες, δεν έχουν νεκρούς;
Θα πει κάποιος: Και πώς θα εμπεδώσουν τα παιδιά τον πατριωτισμό;
Μα αυτόν ο καθείς δεν τον ασπάζεται με το αν παρελαύνει ή όχι. Ο πατριωτισμός ορίζεται από γνώση, πεποιθήσεις, συνείδηση, φλογερές ψυχές, αγνότητα, ανιδιοτέλεια.
Πατριωτισμός είναι η βαθιά υπόκλιση σ’ εκείνους που δεν γύρισαν από τα πεδία των μαχών. Που έμεινε άδεια η θέση τους στο οικογενειακό τραπέζι. Που το όνομά τους δεν είναι σκαλισμένο επάνω στο μάρμαρο ενός τάφου. Που έμειναν άταφοι σε φαράγγια και λαγκάδια. Που πολέμησαν για την ελευθερία και νίκησαν.
Αυτούς όλους δεν τους τιμάμε με κριτήριο ποιος περπατά πιο ευθυτενώς ή από το ύψος τους…
Η αλήθεια είναι, ότι σε μια χώρα σαν τη δική μας, όποιος ανοίγει τέτοιο ζήτημα μπορεί και να χαρακτηριστεί άπατρις ή κι ανθέλληνας.
Εξ ου και τελικά το ζήτημα, δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν ή όχι παρελάσεις. Οι παραδόσεις έχουν τη δική τους αξία, οι συμβολισμοί τη δική τους δύναμη και η συλλογική συμμετοχή μπορεί να δημιουργεί δεσμούς και μνήμες.
Από την άλλη πλευρά όμως, καμία παράδοση δεν είναι υπεράνω κριτικής, ούτε η ιστορική μνήμη εξαντλείται σε έναν βηματισμό, όσο άψογος κι αν είναι.
Οι παρελάσεις, λοιπόν, μπορεί να έχουν τη θέση τους, αλλά δεν είναι αυτές που ορίζουν την αγάπη για την πατρίδα. Όπως και η απουσία τους δεν σημαίνει λήθη ή αδιαφορία. Το ουσιαστικό είναι τα παιδιά να γνωρίζουν την ιστορία, να κατανοούν τις θυσίες, να σκέφτονται ελεύθερα και να διαμορφώνουν τη δική τους συνείδηση. Να ξέρουν πως ο πατριωτισμός δεν μετριέται με το ύψος, τον βηματισμό ή την ομοιομορφία, αλλά με τη γνώση, την ευθύνη και τον σεβασμό στην ελευθερία.
Κι ίσως η πιο αληθινή τιμή προς εκείνους που δεν γύρισαν να είναι τούτη: να μπορούμε, εμείς που μείναμε πίσω, να διαφωνούμε ελεύθερα για τον τρόπο που τους τιμάμε, χωρίς ποτέ να ξεχνάμε γιατί εκείνοι αγωνίστηκαν.












