
Ομιλία στην ευαγγελική περικοπή του Λουκά ιθ´ 1-10.
Η βιβλική αφήγηση της συνάντησης στην Ιεριχώ χαράζει μια από τις πιο βαθιές τομές της θείας οικονομίας μέσα στην ανθρώπινη περιπέτεια. Ενώ συνήθως ψηλαφούμε την περικοπή στην επιφάνεια, εστιάζοντας στη γραφικότητα ενός κοντού ανθρώπου που αναρριχάται σε ένα δέντρο με παιδική ορμή, μας διαφεύγει το ουσιώδες δράμα, χάνουμε την τραγωδία που σιωπά στη ρίζα του δέντρου, ανάμεσα στη σκόνη και τη ματαιότητα του πλήθους. Η αλήθεια είναι ότι η ιστορία αυτή, καίτοι γνωστή και χιλιοειπωμένη, παραμένει τρομακτικά ζωντανή για όλους μας. Ίσως γιατί καθρεφτίζει εμάς τους ίδιους, την αγχωτική μας προσκόλληση στη μορφή του «σωστού» χριστιανού.
Μελετώντας τον Ζακχαίο της ευαγγελικής περικοπής, βλέπουμε πως πρόκειται για έναν αρχιτελώνη, ιδιότητα που στα μάτια της θρησκευτικής ελίτ φάνταζε ως το απόλυτο μίασμα. Ο Χριστός όμως διάλεξε αυτόν και όχι τους ευσεβείς ακόλουθούς Του. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Άγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, ο Χριστός «ἀρχιτελώνην τὸν Ζακχαῖον αἰχμαλωτίζει πρὸς σωτηρίαν».[1] Κανείς δεν περίμενε μια τέτοια κίνηση που στοχεύει στην κατάργηση των θρησκευτικών στεγανών. Γκρεμίζει τα ερείπια που ύψωσαν οι «δίκαιοι» για να προστατεύσουν, τάχα, τον Θεό από τον κόσμο. Παράδοξο, θεμιτό και απαραίτητο όμως για να φανεί το φως.
Κι εδώ ο λογισμός μας βουλιάζει, καθώς ατενίζουμε το πλήθος. Αν το σκεφτεί κανείς, αυτοί που εμποδίζουν τον Ζακχαίο είναι πιστοί συνοδοιπόροι του Ιησού, το λεγόμενο σημερινό «εκκλησίασμα». Η παρεμπόδιση της θέας του Θεού καθίσταται τραγικότερη ακριβώς λόγω της θρησκευτικής ιδιότητας των παρεμβαλλόμενων. Δεν τον εμπόδισαν οι άθεοι αλλά οι πιστοί. Το πρόβλημα είναι πως οι ίδιοι υψώνονται τελικά ως εμπόδιο, ένα πέτρινο κρύο τείχος προκαταλήψεων που δεν αφήνει περιθώρια για καμία αποδοχή.
Είναι εντυπωσιακό, ίσως και σκανδαλώδες για τη δική μας ευσεβιστική νοοτροπία, ότι ο Χριστός ελέγχει με δριμύτητα την θρησκευτική υποκρισία, το βλέπουμε εξάλλου επανειλημμένα στα Ευαγγέλια, δείχνοντας όμως συγκατάβαση στα υπόλοιπα αμαρτήματα. Κι όμως. Η ιδέα πως εμείς αγαπάμε τον Θεό πιο πολύ από τους άλλους είναι ίσως το χειρότερο δηλητήριο, μια μυθικοϊδεολογική απόκριση στις δικές μας ανασφάλειες, καθώς πρόκειται για τη μόνη αμαρτία που ντύνεται με τον μανδύα της αρετής. Πάντως εάν πέσουμε σε αυτή την παγίδα, η πτώση είναι αθόρυβη και αυτό είναι άκρως επικίνδυνο. Διότι βλέπουμε ότι ο Χριστός στηλιτεύει την θρησκευτική υποκρισία με μια αυστηρότητα που απουσιάζει παντελώς από τη στάση Του έναντι των τελωνών και των πορνών, και αυτό επαναλαμβάνεται συνεχώς!
Σκέφτομαι τον εαυτό μου και η σκέψη αυτή γίνεται πέτρα στον λαιμό. Πόσες φορές αρνήθηκα προσκλήσεις τελώνων και σύγχρονων Ζακχαίων, τρέμοντας μήπως κακοχαρακτηριστώ από τους φίλους μου, τους «καλούς», τους «ενάρετους»; Η στάση αυτή, θυσία στη θυρίδα των προσωπικών σχέσεων, με απομάκρυνε από το πνεύμα της αγάπης. Ένιωθα ασφαλής μέσα στην πλάνη μου. Πόσες φορές παρασύρθηκα και συμφώνησα με υποκριτές, γελώντας ειρωνικά με ανθρώπους που θεωρούσαμε πνευματικά κατώτερους; Δεν αποδέχομαι εύκολα, άνετα και καλόπιστα πια αυτή την εικόνα του εαυτού μου. Ντρέπομαι για αυτό.
Πόσες φορές με παρέσυραν οι φωνές του πλήθους… Και ενώ νόμιζα, ο ανόητος, ότι ανήκα σε μια ομάδα «ανθρώπων του Θεού», βλέπω τώρα με τρόμο ότι ανήκα σε μια χορεία ανθρώπων οι οποίοι «διεγόγγυζον» (Λουκ. 19, 7). Πόσο εύκολο είναι για τους ζηλωτές της παραδόσεως να σε παρασύρουν στην υποκρισία. Αλλά αυτά θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή αναλυτικότερα. Η εμμονή με τους τύπους, αντί να μας πάει στην ουσία, μας έκανε να γυρίσουμε την πλάτη στο αληθινό μήνυμα του Ευαγγελίου (ας μην σχολιάσουμε ότι εννιά στους δέκα διαβάζουν σπάνια τη Βίβλο και παρόλα αυτά έχουν θεολογική άποψη). Χάσαμε το μέτρο. Κακά τα ψέματα, τρώμε και πίνουμε όλοι μαζί κρίνοντας τους απόντες, πιστεύοντας ότι ανήκουμε στους σεσωσμένους, ενώ είμαστε νεκροθάφτες που θάβουμε τις ψυχές μας με μεγάλα φτυάρια κάτω από τον θρησκευτικό εγωισμό.
Ο Ζακχαίος, όμως, δεν υπολογίζει το κοινωνικό του περιβάλλον και τους όμοιούς του και σπάει το σχήμα, ανεβαίνει και γίνεται γελοίος στα μάτια του κόσμου για να δεξιωθεί το φωτεινό ερέθισμα του Λόγου. Ο Ιησούς, χωρίς να του ζητήσει αλλαγή ή να θέσει κανόνες, του απευθύνει απλώς το: «σήμερον» (Λουκ. 19, 9). Δεν υπήρξαν προαπαιτούμενα για να του κάνει παρέα. Αυτό το «σήμερον» ξεπερνά τον χρόνο, είναι η αιωνιότητα που μπαίνει στο τώρα. Διότι η σωτηρία προσφέρεται ως άμεσος καρπός της πίστεως, παρακάμπτοντας τη μακρά χρονική διεργασία, όπως εύστοχα σημειώνει ο P. Heinrich Büttner.[2]
Αυτή η αμεσότητα είναι που μας λείπει, καθώς εμείς μεταθέτουμε τη ζωή για όταν θα είμαστε έτοιμοι. Ο Χριστός επιθυμεί να εισέλθει στον «οίκον ημών» άμεσα, ανεξαρτήτως της ακαταστασίας. Βλέπουμε πως η μετάνοια του Ζακχαίου έρχεται ως χυμώδης καρπός της επίσκεψης, γεγονός που αδυνατεί να κατανοήσει ο ηθικισμός που ποτίζει τον σύγχρονο Χριστιανό. Δεν γίνεται η επίσκεψη μετά την μετάνοια του Ζακχαίου αλλά πριν. Ωστόσο, η σκληρή αλήθεια είναι πως εμείς αντιστρέφουμε τη σειρά. Αγαπούμε την υποκρισία, καθιστώντας τον Θεό μισθοδότη της αρετής μας. Εμείς για να διαφυλάξουμε το όνομά μας, πρώτα ζητούμε μετάνοια και μετά συναναστροφές. Ο Χριστός όμως κάνει το αντίθετο, πρώτα δίνει αγάπη και μετά έρχεται η αλλαγή.
Και αναρωτιέμαι τελικά… Ποιος είναι πιο κοντά στον Θεό; Ο αμαρτωλός αρχιτελώνης που κρέμεται από τη συκομορέα, ή εμείς, οι τακτοποιημένοι Χριστιανοί που έχουμε φτιάξει έναν Θεό στα μέτρα μας; Φαίνεται ότι η σωτηρία έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις, καθώς η Χάρις του Θεού αγνοεί τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς. Ο Θεός, άλλωστε, αδιαφορεί για την έξωθεν καλή μαρτυρία, όταν διακρίνει μια καρδιά που φλέγεται από τον πόθο της αλήθειας.
Κι εγώ; Εγώ που φοβάμαι να λερώσω τα χέρια μου με τους «αμαρτωλούς», μήπως τελικά έχω λερώσει την καρδιά μου με την χειρότερη βρωμιά; Μήπως, ενώ νομίζω ότι συνοδεύω τον Ιησού, στην πραγματικότητα είμαι απλώς μέρος μιας αγέλης που Τον εμποδίζει να φανεί; «Ὁ γὰρ καιρὸς ἐγγύς» (Ἀποκ. 1, 3). Ευτυχώς που το κάλεσμα της θείας αγάπης μένει διαρκώς ανοιχτό, προτρέποντας τον καθένα να υπερβεί τη φθορά της υποκρισίας και να πιάσει το λερωμένο χέρι του περαστικού.
Επίσκοπος Μελιτηνής Μάξιμος Παφίλης
[1] Θεοφύλακτος Βουλγαρίας. Τα Ευρισκόμενα Πάντα. Εν Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca. Επιμέλεια Jacques-Paul Migne. Τόμος 123. Paris: J.-P. Migne, 1883. URL: https://www.google.com/books/edition/Patrologiae_cursus_completus_Series_grae/oTk2AQAAMAAJ?hl=el&gbpv=1.
[2] Büttner, P. Heinrich. Golgotha: Passion Week Sermons. Μετάφραση από τα γερμανικά. Burlington, Iowa: The German Literary Board, 1905. URL: https://www.google.com/books/edition/Golgotha_Passion_Week_Sermons/Z2VTAAAAYAAJ?hl=el&gbpv=1.
Bad Company
Maximos Pafilis, Bishop of Melitene (translation from the original Greek text)
Sermon on the Gospel according to Luke 19:1-10
The biblical narrative of the meeting in Jericho carves one of the deepest cuts of the divine economy within the human adventure. While usually we palpate the pericope on the surface, focusing on the picturesqueness of a short man who climbs a tree with childish impetus, the essential drama escapes us; we lose the tragedy that remains silent at the root of the tree, amongst the dust and the vanity of the crowd.
The truth is that this story, although known and told a thousand times, remains terrifyingly alive for all of us. Perhaps because it mirrors us ourselves, our stressful attachment to the form of the “correct” Christian. Studying Zacchaeus of the Gospel pericope, we see that he is a chief tax collector, a quality that in the eyes of the religious elite appeared as absolute miasma. But Christ chose him and not His pious followers. As Saint Theophylact of Bulgaria aptly observes, Christ captures the chief tax collector Zacchaeus unto salvation (Gr. ἀρχιτελώνην τὸν Ζακχαῖον αἰχμαλωτίζει πρὸς σωτηρίαν).[1] No one expected such a move that aims at the abolition of religious compartments. He tears down the ruins that the “righteous” raised to protect, supposedly, God from the world. Paradoxical, but legitimate and necessary for the light to appear.
And here our thought sinks, as we gaze at the crowd. If one thinks about it, those who hinder Zacchaeus are faithful fellow-travellers of Jesus, the so-called present-day “congregation”. The obstruction of the view of God becomes more tragic exactly due to the religious quality of those intervening. The atheists did not hinder him, but the faithful. The problem is that they themselves finally stand as an obstacle, a stone-cold wall of prejudices that leaves no margin for any acceptance. It is impressive, perhaps even scandalous for our own pietistic mentality, that Christ reproves religious hypocrisy with severity—we see it, besides, repeatedly in the Gospels—showing, however, condescension to other sins.
And yet. The idea that we love God more than others is perhaps the worst poison, a mythical-ideological response to our own insecurities, as it concerns the only sin that is dressed in the cloak of virtue. Anyhow, if we fall into this trap, the fall is noiseless and this is extremely dangerous. Because we see that Christ castigates religious hypocrisy with a severity that is completely absent from His stance towards tax collectors and prostitutes, and this is repeated continuously! I think of myself and this thought becomes a stone around my neck. How many times did I refuse invitations from tax collectors and modern Zacchaeuses, trembling lest I be misjudged by my friends, the “good”, the “virtuous”? This stance, a sacrifice at the altar of personal relationships, distanced me from the spirit of love. I felt safe inside my delusion. How many times was I swept away and agreed with hypocrites, laughing ironically at people whom we considered spiritually inferior? I do not easily, comfortably, or in good faith accept this image of myself anymore. I am ashamed of this.
How many times did the voices of the crowd sweep me away… And while I thought, foolish one, that I belonged to a group of “men of God”, I see now with terror that I belonged to a choir of people who “began to mutter” (Luke 19:7). How easy it is for the zealots of tradition to sweep you away into hypocrisy. But we will say these things some other time more analytically. The obsession with forms, instead of taking us to the essence, made us turn our back on the true message of the Gospel (let us not comment that nine out of ten rarely read the Bible and despite this have a theological opinion). We lost our sense of measure. To tell the truth, we eat and drink together judging those who are absent, believing that we belong to the saved, while we are gravediggers who bury our souls with big shovels under religious egoism.
Zacchaeus, however, does not calculate his social environment or his likes and breaks the mold; he climbs and becomes ridiculous in the eyes of the world to welcome the bright stimulus of the Word. Jesus, without asking for change from him or setting rules, simply addresses the “today” to him (Luke 19:9). There were no prerequisites to keep him company. This “today” surpasses time; it is eternity that enters into the now. Because salvation is offered as a direct fruit of faith, bypassing the long temporal process, as Father Heinrich Büttner aptly notes.[2]
This immediacy is what is missing for us, as we postpone life for when we will be ready. Christ desires to enter “our house” immediately, regardless of the disorder. We see how the repentance of Zacchaeus comes as a juicy fruit of the visit, a fact which the moralism that waters the modern Christian is unable to understand. The visit does not happen after the repentance of Zacchaeus but before. However, the hard truth is that we reverse the order. We love hypocrisy, making God the paymaster of our virtue. We, to preserve our name, first ask for repentance and then social interactions. But Christ does the opposite: first He gives love and then the change comes.
And I wonder finally… Who is closer to God? The sinful chief tax collector who hangs from the sycamore, or we, the tidy Christians who have made a God to our own measures? It seems that salvation comes from where you do not expect it, as the Grace of God ignores the rules of good behaviour. God, besides, is indifferent to external good testimony when He distinguishes a heart that burns with the desire for the truth. And I? I who fear to dirty my hands with “sinners”, have I perhaps finally dirtied my heart with the worst filth? Perhaps, while I think that I accompany Jesus, in reality I am simply part of a herd that hinders Him from appearing? “Because the time is near” (Rev. 1:3). Fortunately, the call of divine love remains constantly open, urging everyone to transcend the decay of hypocrisy and to grasp the dirty hand of the passer-by.
Maximos Pafilis, Bishop of Melitene
[1] Theophylactus of Bulgaria. “Ta Heuriskomena Panta” [The Complete Findings]. In Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca. Edited by Jacques-Paul Migne. Vol. 123. Paris: J.-P. Migne, 1883. URL: https://www.google.com/books/edition/Patrologiae_cursus_completus_Series_grae/oTk2AQAAMAAJ?hl=el&gbpv=1.
[2] Büttner, P. Heinrich. Golgotha: Passion Week Sermons. Translated from German. Burlington, Iowa: The German Literary Board, 1905. URL: https://www.google.com/books/edition/Golgotha_Passion_Week_Sermons/Z2VTAAAAYAAJ?hl=el&gbpv=1.













