Μικρασιατική καταστροφή (Μέρος Δ’) – Οι περιγραφές των συγγενών- «Μνήμες εγώ δεν έχω.. Ο πατέρας μου μετά από αυτό δεν μίλαγε… Όταν πέθανε, άρχισα να ψάχνω», αφηγείται ο Φ. Παπαθεοδώρου

«Μνήμες εγώ δεν έχω… Ο πατέρας μου έμεινε μόνος του. Χωρίς κανέναν. Όλη η οικογένειά του χάθηκε. Μετά από αυτό δεν μίλαγε. Εγώ δεν καταλάβαινα γιατί δεν μιλάει, δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Εφόσον όμως αυτό είχε επιλέξει, δεν ήθελα να τον πιέσω να μιλήσει. Όταν πέθανε άρχισα να ψάχνω. Με κινητοποίησε η σιωπή… Άρχισα από τα λεξικά, να βρω τι ήταν αυτή η Μπάλια τέλος πάντων».

Με τα λόγια αυτά, ο Φαίδων Παπαθεοδώρου ξεκινάει να αφηγείται στο ΑΠΕ–ΜΠΕ την ιστορία ζωής του πατέρα του, Γεώργιου Παπαθεοδώρου, για την οποία δεν είχε ακούσει ποτέ λέξη από το δικό του στόμα.

Κάποιες στιγμές μόνο μάθαινε για ανθρώπους που μετά από μεγάλα τραύματα ψυχής σταματούσαν να μιλούν και μάλιστα δεν θυμούνταν τα γεγονότα. Τότε έκανε τους πρώτους συσχετισμούς με την περίπτωση του πατέρα του. Αργότερα, ο Φαίδων Παπαθεοδώρου έψαξε πληροφορίες και κατάφερε να συνθέσει και πάλι στο μυαλό του τα γεγονότα που βίωσε ο Γεώργιος Παπαθεοδώρου, πρόσφυγας πρώτης γενιάς από την Μπάλια της Μικράς Ασίας.

«Ο πατέρας μου ήταν από τη Μικρά Ασία. Οι κάτοικοι της περιοχής διώχθηκαν το 1914 από την πατρίδα τους. Η Μπάλια ήταν μια πόλη στην οποία υπήρχαν μεταλλεία, είναι απέναντι από τη Μυτιλήνη, αλλά στο εσωτερικό, ενενήντα χιλιόμετρα από την ακτή. Η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν Έλληνες Μικρασιάτες που ζούσαν και εργαζόντουσαν εκεί. Εκεί ήταν και όλη η οικογένεια του πατέρα μου.

Το 1914 ήρθαν στην Ελλάδα, τους εγκατέστησαν ως πρόσφυγες στην Έδεσσα, μετά τον πρώτο διωγμό κατά τον οποίο ήρθαν 250.000 περίπου άνθρωποι από τη Μικρά Ασία. Το 1919, το ‘20, πήγε ο ελληνικός στρατός σε αυτή την πόλη που δεν ήταν μέσα στη ζώνη της Σμύρνης που είχε παραχωρηθεί. Η ζώνη αυτή έφτανε μέχρι το Αδραμύττιο που είναι απέναντι από τη Μυτιλήνη, αλλά στο εσωτερικό ήταν περιοχή υπό τον έλεγχο του οθωμανικού κράτους», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Για τη συγκεκριμένη περιοχή επισημαίνει ότι «με την προέλαση του ελληνικού στρατού περιήλθε στον ελληνικό έλεγχο, αλλά και πιο πριν, με την ανακωχή του Μούδρου, η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν υποχρεωμένη να αποκαταστήσει όλους τους πρόσφυγες που είχαν φύγει λόγω των διωγμών που έγιναν πριν και κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο».

«Η οικογένεια η δική μας είχε φύγει πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο γιατί οι διωγμοί είχαν ξεκινήσει νωρίτερα, μέσα στο ‘14, αλλά πριν εκραγεί ο πόλεμος τον Ιούλιο. Η Τουρκία βέβαια δεν πήρε αμέσως μέρος σε αυτόν τον πόλεμο. Μετά μπήκε στον πόλεμο, υπέρ της Γερμανίας. Εν πάση περιπτώσει όλη η οικογένεια ήρθε στην Ελλάδα το ‘14 και μετά το 1919, το 20, επέστρεψε στο πλαίσιο αυτής της επιστροφής των προσφύγων στις πατρίδες τους. Ο πατέρας μου έμεινε στην Ελλάδα, στην Έδεσσα, για να τελειώσει το σχολείο, το Γυμνάσιο. Όλα τα υπόλοιπα μέλη της δεκαμελούς οικογένειας είχαν επιστρέψει στη Μπάλια, όμως το ‘22 χάθηκε όλη η οικογένεια και ο πατέρας μου έμεινε μόνος του, χωρίς κανέναν», συμπληρώνει.

«Μετά απ’ αυτό δεν μίλαγε…»

Στο ερώτημα αν έχει βιώματα και περιγραφές για τα γεγονότα από τον πατέρα του, ο  Φαίδων Παπαθεοδώρου απαντάει αρνητικά και σημειώνει: «δεν μιλούσε καθόλου γι’ αυτό. Ήξερε τι γινόταν αλλά δεν ήθελε να μιλήσει. Θεωρούσε ότι δεν έπρεπε να μιλάει γι αυτά τα πράγματα γιατί θα ήταν κακό για τα παιδιά. Αυτά τα πράγματα εμείς δεν τα ξέραμε και δεν μπορούσαμε να τα ερμηνεύσουμε». Όσο για τον ίδιο, δηλώνει ότι πήρε κάποιες πληροφορίες από τη μητέρα του, Διδώ, στην οποία είχε μιλήσει ο πατέρας του, αλλά και από συγγενείς, φίλους, από τη βιβλιογραφία και από διάφορες πηγές.

Θυμάται, μάλιστα, ότι όταν ήταν στη Γαλλία για μεταπτυχιακά, είχε διαβάσει ότι αυτό που συνέβη στον πατέρα του, συνέβαινε και σε γυναίκες που είχαν υποστεί βιασμό και όχι μόνο δεν επιθυμούσαν να μιλήσουν αλλά αδυνατούσαν να θυμηθούν και οτιδήποτε σχετικό με αυτό.  «Προφανώς ήταν δύσκολο για εκείνον. Μα είναι γνωστό ότι και άνθρωποι που έχουν περάσει από στρατόπεδα συγκέντρωσης, ελάχιστα μίλησαν γι’ αυτά και με μεγάλη δυσκολία. Η δεύτερη γενιά τα έψαξε…», προσθέτει.

Επισημαίνει, ακόμη, ότι και ο ίδιος άρχισε να ψάχνει αφού πέθανε ο πατέρας του, σε ηλικία 85 ετών, το 1988, μετά από μια θητεία στο στρατό ως αξιωματικός και από μια καριέρα πολιτικού μηχανικού, αφού τελείωσε το πολυτεχνείο.

Η έρευνά του γιου Παπαθεοδώρου αποκάλυψε πολλά, ενώ κρίσιμα ήταν για εκείνον και όσα αναφέρει το βιβλίο της Ανθούλας Μιχαηλίδου για τα γεγονότα. Παράλληλα αναζήτησε στοιχεία και πληροφορίες σε διάφορες βιβλιοθήκες και αρχεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως στην εθνική βιβλιοθήκη της Γαλλίας, ενώ επισκέφθηκε και την Μπάλια το 2004.

Τι είχε συμβεί

Σύμφωνα με τα στοιχεία και τις μαρτυρίες που συγκέντρωσε ο Φαίδων Παπαθεοδώρου, κατά την Μικρασιατική καταστροφή, οι ελληνικοί πληθυσμοί των περιοχών που βρίσκονται στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, απέναντι από τη Μυτιλήνη, προσπάθησαν να κατεβούν στην παραλία για να περάσουν απέναντι στο νησί. Οι κάτοικοι της Μπάλιας χρησιμοποίησαν το τρενάκι, με το οποίο τα μεταλλεύματα μεταφέρονταν στην ακτή, για να σωθούν οι ίδιοι, όμως στον δρόμο τους δέχτηκαν επιθέσεις από τους Τσέτες και πολλοί σκοτώθηκαν σε αυτές. Τελικά μαζεύτηκαν περίπου 40.000 άνθρωποι από διάφορους οικισμούς και περίμεναν να έρθουν τα πλοία να τους πάρουν, όμως τα πλοία, αφού πήραν τον στρατό δεν επέστρεψαν… Έτσι, οι περισσότεροι έπεσαν θύματα σφαγών και κάποιοι γλύτωσαν, όπως η Ανθούλα Μιχαηλίδου, που περιέγραψε με λεπτομέρεια όσα έζησε.

Πίσω στην Μπάλια είχαν μείνει 600 μεταλλωρύχοι, Έλληνες, που δολοφονήθηκαν ομαδικά από τον Κεμαλικό στρατό, που έφτασε εκεί μετά από 15 μέρες και θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους.

Η Μπάλια, η σχέση της με την Τροία και η πορεία της στο χρόνο

Σήμερα πια, ο κ. Παπαθεοδώρου συνεχίζει να ανακαλύπτει την ιστορία της περιοχής όπου γεννήθηκε ο πατέρας του και οι προσπάθειές του έχουν στόχο, τη συγγραφή ενός βιβλίου για την Μπάλια. «Η περιοχή της Μπάλιας είναι στον ορεινό όγκο της Ίδης, ενός μεγάλου ορεινού όγκου στη βορειοδυτική Μικρά Ασία, εκεί που υπήρχαν μεταλλεία από την αρχαιότητα. Εκείνα τα μεταλλεία προϊστορικά, τροφοδοτούσαν με χαλκό και άργυρο την Τροία, που έγινε μια πλούσια πόλη», σχολιάζει και αναφέρει ότι τώρα πια αποδελτιώνει την Ιλιάδα, συγκεντρώνοντας τις σχετικές αναφορές στην Ίδη.

«Τελικά ο Όμηρος δεν ήταν καθόλου τυφλός», λέει με νόημα, τονίζοντας ότι ο αρχαίος συγγραφέας -και όχι μόνον αυτός αλλά και άλλοι- αποκαλύπτει πολλές λεπτομέρειες για το βουνό αυτό με τα πολλά ποτάμια και τα πλούσια νερά, από το οποίο οι θεοί παρακολουθούσαν τον Τρωικό πόλεμο. Η Μπάλια, άλλωστε, όπως διευκρινίζει, βρίσκεται στο σημείο ενός αρχαίου οικισμού, των Εργαστηρίων ή της Περιχαράξεως, της Παλαιάς κατά τους χρόνους του Βυζαντίου, όπου είχε ιδρυθεί Επισκοπή.

Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του…

Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Φαίδων Παπαθεοδώρου επισημαίνει ότι κατανοεί τη στάση σιωπής που αποφάσισε εκείνος να κρατήσει. Παρ όλα αυτά λέει πως θα ήθελε να μην το είχε κάνει αυτό, καθώς όπως πιστεύει, «αυτά τα πράγματα είναι η ιστορία του κόσμου, είναι η ιστορία της κοινωνίας μας». Θα προτιμούσε, ακόμη, να τα είχε επεξεργαστεί όλα αυτά περισσότερο, να είχε εξωτερικεύσει τις εμπειρίες του και να τις είχε εκλογικεύσει… Όσο για τη δική του οικογένεια, αναφέρει ότι έχει δύο κόρες, μεγάλες πια, και τονίζει: «η τρίτη γενιά έχει επαφή με αυτή την ιστορία, τη βιώνει με τον δικό της τρόπο. Η μία μου κόρη είναι Τουρκολόγος και η άλλη Ψυχολόγος… προφανώς αυτό δεν είναι τυχαίο…».

*Επισυνάπτονται φωτογραφίες που παραχώρησε στο ΑΠΕ–ΜΠΕ ο Φαίδων Παπαθεοδώρου

ΑΠΕ-ΜΠΕ / Π. Γιούλτση
Προηγούμενο άρθροΠερισσότερα από 225.000 ραντεβού με βιντεοκλήση έχουν πραγματοποιηθεί συνολικά με φορείς του Δημοσίου
Επόμενο άρθροΟυκρανία: Δεν σχεδιάζεται επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν στο Κίεβο, επαναλαμβάνει ο Λευκός Οίκος