
Χθες, η Ελλάδα δεν έχασε απλώς κάποιες εργαζόμενες γυναίκες στα Τρίκαλα και στη φονική πυρκαγιά στο εργοστάσιο της «Βιολάντα». Έχασε μητέρες, κόρες, συζύγους, φίλες. Έχασε ανθρώπους που ξημέρωναν τη μέρα τους στη δουλειά. Μαζί τους, όχι μόνο η Θεσσαλία αλλά ολόκληρη η χώρα βυθίστηκε στο πένθος.

Στα Τρίκαλα, όμως, ο πόνος δεν τριγυρίζει μόνο στα σπίτια των γυναικών που κτύπησε ο χάρος στο φτερό. Τριγυρίζει κι όπου υπάρχει η «Βιολάντα», επειδή αυτή δεν είναι απλώς μια επιχείρηση. Το ξέρουν οι πάντες στη Θεσσαλία. Είναι ένα κομμάτι της καθημερινότητας, της οικονομίας και της μνήμης του τόπου. Μια βιομηχανία που για περισσότερα από είκοσι χρόνια μεγάλωσε μαζί με την πόλη, απασχόλησε χιλιάδες ανθρώπους από τη Θεσσαλία κι έδωσε σε πολλές οικογένειες σταθερή δουλειά, προοπτική, αξιοπρέπεια.
Η ιστορία της δεν ξεκίνησε από μεγάλες επενδύσεις ή ξένα κεφάλαια. Ξεκίνησε από έναν συνοικιακό φούρνο, από την αγωνία του καθημερινού μεροκάματου, από τα χέρια που ζύμωναν και τα μάτια που έβλεπαν λίγο πιο μακριά. Από εκεί γεννήθηκε μια βιομηχανία που κατάφερε όχι μόνο να σταθεί, αλλά να διακριθεί. Να βγάλει ελληνικά προϊόντα σε 40 χώρες της γης. Να κάνει το «φτιαγμένο στα Τρίκαλα» αναγνωρίσιμο σε ράφια της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας. Κι
αυτό που κάνει τη «Βιολάντα» να ξεχωρίζει δεν είναι οι αριθμοί, ούτε οι επενδύσεις εκατομμυρίων, ούτε τα εργοστάσια. Είναι οι άνθρωποί της. Είναι οι εργαζόμενοι που μπήκαν νέοι και μεγάλωσαν μέσα σε αυτή. Είναι οι οικογένειες που στήριξαν τη ζωή τους σε ένα εργοστάσιο που δεν έφυγε από τον τόπο του, αλλά ρίζωσε βαθιά μέσα του.
Σε μια χώρα που έμαθε να βλέπει τις βιομηχανίες να κλείνουν, να μεταφέρονται, να αφήνουν πίσω τους σιωπή και ανεργία, η «Βιολάντα» έκανε το αντίθετο. Επένδυσε. Επέμεινε. Καινοτόμησε. Έφτιαξε μονάδες παραγωγής στη Θεσσαλία, άνοιξε δρόμους εξαγωγών, δοκίμασε «πράσινες» τεχνολογίες, χωρίς ποτέ να αποκοπεί από την κοινωνία που τη γέννησε.
Η χθεσινή τραγωδία θυμίζει με τον πιο σκληρό τρόπο ότι πίσω από κάθε γραμμή παραγωγής υπάρχουν ζωές. Ότι η βιομηχανία δεν είναι ψυχροί τοίχοι και μηχανές, αλλά άνθρωποι που εργάζονται νύχτα, που αγωνίζονται, που ονειρεύονται, που ελπίζουν. Και όταν συμβαίνει το αδιανόητο, ο πόνος δεν μένει εντός των εργοστασίων — απλώνεται σε ολόκληρη την κοινωνία. Όπως τώρα.
Η «Βιολάντα» δοκιμάζεται. Δοκιμάζονται οι άνθρωποί της. Δοκιμάζεται μια πόλη που βλέπει ένα από τα πιο δυνατά της στηρίγματα να σημαδεύεται από ανείπωτες απώλειες. Κι η αλήθεια είναι ότι μέσα σ’ αυτό το βαρύ πένθος, αναδεικνύεται κάτι βαθύτερο: το πόσο δεμένη είναι αυτή η βιομηχανία με τον τόπο και τους ανθρώπους του. Το πόσο μεγάλο είναι το αποτύπωμα.
Σήμερα, η Ελλάδα στέκεται με σεβασμό. Σκύβει το κεφάλι στις γυναίκες που χάθηκαν! Οδύνη! Οδύνη παντού, αφού η ελληνική βιομηχανία δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι άνθρωποι με ονόματα, οικογένειες, ιστορίες. Και όταν μια τέτοια βιομηχανία πληγώνεται, πληγώνεται μαζί της ένα κομμάτι της χώρας. Ειδικά όταν οι άνθρωποι που γιγάντωσαν τη «Βιολάντα» εξέπεμπαν κι εκπέμπουν ανθρωπιά.
Σήμερα, μέσα στον πόνο, η «Βιολάντα» καλείται να σταθεί ξανά όρθια — όχι μόνο για τα προϊόντα της, αλλά για τους ανθρώπους της και για έναν τόπο που τη θεωρεί δική του. Ακόμη και τις χαμένες ψυχές των γυναικών…













