
«Σε βλέπω να το σκέφτεσαι, είναι ώρα να αποφασίσεις με ποια ζωή θα πας και ποια θα αφήσεις», είχε γράψει σε άρθρο της πριν λίγα χρόνια η Λένα Διβάνη, αναφερόμενη στο σταυροδρόμι της λήψης τής απόφασης να υιοθετήσουμε εκείνο το αδέσποτο ζωάκι που είδαμε μπροστά μας. Ή μήπως να το αφήσουμε καλύτερα;
Πράγμα περίεργο. Η Ελληνίδα συγγραφέας τ. καθηγήτρια στη Νομική Σχολή Αθηνών και «σεσημασμένη» γατόφιλη δεν βρέθηκε ποτέ σε αυτό το σταυροδρόμι, απλούστατα διότι δεν αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα ζωόφιλου.
«Υπήρξα καταναγκασμένη να υιοθετήσω ένα γατάκι», λέει στη συνομιλία που είχε με το Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων με αφορμή την Κυριακή 4 Οκτωβρίου, Παγκόσμια Ημέρα Ζώων. «Μου το έφερε ύπουλα, χρόνια πριν, μια φίλη μου να της το κρατήσω για ένα μικρό διάστημα διότι θα πήγαινε εκδρομή. Είπα ναι αλλά δεν ήξερα τι να το κάνω ακριβώς. Και θυμάμαι ότι όσο ήμουν εν κινήσει στο σπίτι το χάιδευα, του έβαλα νεράκι, γαλατάκι και τα λοιπά. Κι όταν έπεσα να κοιμηθώ και του έλειπε η συντροφιά με αποτέλεσμα να προσπαθεί να ανέβει στο κρεβάτι, το κατέβαζα διότι κάπως το σιχαινόμουν. Υπήρχε μεγάλη αμηχανία. Το κράτησα, όμως, το αγάπησα, το ξεφοβήθηκα -θα μου πεις, ξεφοβήθηκες εσύ βρε άνθρωπε ένα γατάκι τρία εκατοστά; – κι έκτοτε έχω γάτες».
Για την ακρίβεια έχει δώσει και «φωνή» στις γάτες, όπως στον λατρευτό της Ζάχο που τον έκανε πρωταγωνιστή κι αφηγητή του βιβλίου της «Εγώ, ο Ζάχος Ζάχαρης» που κυκλοφόρησε σε ανανεωμένη έκδοση από τις εκδόσεις Πατάκης (2024), ενώ έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και κυκλοφορήσει εκτός συνόρων.
«Ήταν πρωτοφανές πόσο έξυπνος ήταν. Με άφηνε άφωνη. Αλλά ήταν πάλλευκος κι οι τρίχες του οι άσπρες εμφανίζονταν παντού. Εγώ, δε, που φοράω μαύρα ρούχα πολύ συχνά, ήμουν γεμάτη τρίχες και τον φώναζα “Tριχόπτωση”. Και τον έσπρωχνα πολλές φορές όταν ερχόταν σε εμένα: “Φύγε βρε Τριχόπτωση”», μας λέει η ίδια. «Όταν αρρώστησε κι έφυγε στα 15 του (έχοντας ζήσει πολλά χρόνια για γάτο) δεν μπορούσα να του κάνω ευθανασία – τόσο είχα συνδεθεί μαζί του. Πήγα δυο φορές στο γιατρό και γύρισα πίσω. Κι όταν έγινε η ευθανασία έφυγα για Βερολίνο, να είμαι μακριά. Το έκανε η αδερφή μου τελικά. Γι’ αυτό όταν ακούω για ευθανασία ανθρώπων αντιλαμβάνομαι πόσο δύσκολο είναι. Εκείνη τη χρονιά πέθανε ο μπαμπάς μου, ο άνθρωπος που με στήριξε πάρα πολύ στη ζωή μου κι ένιωσα ότι δεν του είπα “ευχαριστώ” ανοιχτά. Ελεγα “το ξέρει μωρέ”. Ε, όχι, κανείς δεν το ξέρει. Επίσης, δεν πειράζει που αφήνει τρίχες το γατάκι, να το χαϊδεύουμε. Έτσι έγραψα ένα βιβλίο γι’ αυτούς. Μέσα από τις σελίδες του ο γάτος κρίνει το ανθρώπινο είδος που είναι παραλοϊσμένο τελείως και μας ξεφτιλίζει. Παίρνει την εκδίκησή του δηλαδή» αναφέρει.
Για τη Λένα Διβάνη η συγκατοίκηση με ένα ζώο είναι ό,τι πιο πολύτιμο μπορεί να προσθέσει ένας άνθρωπος στη ζωή του. Πρώτον, όπως μας λέει, τον «ανοίγει» προς κάτι που δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα μπορούσε να συνδεθεί, κι έτσι συνδέεται πιο εύκολα και με τους ανθρώπους. ‘Άνθρωποι, δε, που ζουν με ένα ζώο, ζουν περισσότερο. «Είναι κι ωφελιμιστικό, να τα λέμε κι αυτό».
Ένα από τα πρώτα μαθήματα που πήρε από τον Ζάχο είναι ότι η γάτα δεν είναι εγωίστρια κι αναίσθητη σε σχέση με τους σκύλους, όπως συνήθως πιστεύεται.
«Το σκυλί είναι αγελαίο ζώο και θέλει αρχηγό αγέλης. Κι εσύ είσαι ο αρχηγός της αγέλης στο σπίτι – που σημαίνει ότι έχει μια αναπόφευκτη αγάπη κι υποταγή σε εσένα. Η γάτα δεν την έχει. Όταν μπαίνεις στο σπίτι δεν κατουριέται από τη χαρά της όπως ο σκύλος. Πρέπει να κερδίσεις την αγάπη της. Οπότε είναι πιο ενδιαφέρον και πιο περίπλοκο ζώο βρίσκω. Και ζητώ συγγνώμη προς τους συγκατοίκους σκύλων – κι εγώ σκύλο προτιμούσα, απλά δεν μπορώ να ανταποκριθώ στις ανάγκες του σκύλου γιατί ταξιδεύω συχνά κι η γάτα μένει μόνη της για περισσότερο», σημειώνει.
Παρότι πιο ανεξάρτητη και με λιγότερες ανάγκες, η γάτα προϋποθέτει μια ευθύνη. «Το ζώο είναι οιονεί παιδί. Πρέπει να μαθαίνεις τι αντέχει και να κινείσαι μέσα σε αυτά τα όρια – όπως θα το έκανες για ένα παιδί. Για παράδειγμα, η γάτα δεν θέλει να αλλάζει σπίτια. Τον Ζάχο τον είχα πάει κάποτε σε ένα αγόρι μου και φρίκαρε κι ο Ζάχος και το αγόρι μου, γι’ αυτό τον έχω βάλει στο βιβλίο να με βρίζει που τον ξεφορτώθηκα τόσο εύκολα για να μην έχω τύψεις ότι τον άφησα μόνο του. Ούτε ταξίδια θέλουν, ούτε βόλτες στον δρόμο θέλουν – αφού μόλις βάλω τη γάτα στο ασανσέρ να πάμε στο γιατρό φρικάρει. Ε, αυτό το σεβάστηκα. Όταν φεύγω, ψάχνω να βρω ανθρώπους να έρθουν στο σπίτι, κάτι που είναι πιο δύσκολο βέβαια».
Άρα, λοιπόν, στο σταυροδρόμι της επιλογής για το αν θα υιοθετήσουμε ένα αδέσποτο ζώο, ή όχι, η ίδια συμφωνεί ότι θα πρέπει να ζυγίσουμε καλά αν «χωράει» ή όχι η ζωή κι η ψυχοσύνθεσή μας ευθύνη για ένα άλλο ον που δεν είναι ανθρώπινο αλλά είναι εξίσου απαιτητικό. «Κι όπως πρέπει να το σκέφτεσαι και δυο και τρεις φορές πριν κάνεις παιδί -μπορείς; το’ χεις;- έτσι πρέπει να το σκέφτεσαι και για το ζώο».
Η συγγραφέας παρατηρεί εξάπλωση της ζωοφιλίας στις ανθρώπινες κοινωνίες, κάτι που για την ίδια δεν είναι απαραίτητα θετικό. «Σημαίνει ότι ανοίξαμε προς ένα άλλο είδος και το βάλαμε στη ζωή μας αλλά παράλληλα κλείσαμε προς το ανθρώπινο είδος. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι -βλέπω εγώ και μου το επιβεβαιώνουν και μερικοί εκπαιδευτές σκύλων με τους οποίους συνεργάστηκα στο βιβλίο μου “Ένα πεινασμένο στόμα” / Συλλεκτική έκδοση που αφορούσε σκυλιά- δεν μπορούν να συνεννοηθούν εύκολα με τους άλλους ανθρώπους διότι βάζουν πολλούς όρους. Επομένως υιοθετούν ένα ζώο, το μετατρέπουν σε φίλο, σε παιδί, σε σύντροφο σε οτιδήποτε τους βολεύει και κάνουν προβολές ότι τους λατρεύει. Πιστεύω ότι έτσι τυραννιούνται τα ζώα. Πιστεύω ότι αυτό το άκρο δεν είναι ζωοφιλικό. Το ζώο επιβαρύνεται. Το αναγκάζεις να συμπεριφέρεται και να ζει με έναν τρόπο που δεν είναι ο δικός του. Πρέπει να σεβαστείς τον δικό του τρόπο. Κι όχι να το βάλεις μέσα στις ανθρώπινες νόρμες» επισημαίνει.
Σήμερα, η Λένα Διβάνη ζει με τον Γκαστόνε που είναι 11 χρονών και βλέπει με… μισό μάτι τη ροζ βαλίτσα της. Κάθε φορά που κατεβαίνει από το ντουλάπι -κάτι που σημαίνει ότι η «Δεσποσύνη» (σ.σ. τίτλος που αποδίδεται στην Λένα Διβάνη στο βιβλίο της για τον Ζάχο) θα λείψει τρεις με τέσσερις μέρες- φεύγει, πηγαίνει σε άλλο δωμάτιο και κρατάει μούτρα. Κι όταν γυρίσει από το ταξίδι ανεβαίνει στο τραπέζι και νιαουρίζει σαν την κακιά πεθερά. «Τα βρίσκουμε πάντως. Έχει δεχτεί κι αυτός τα ελαττώματά μου», μας λέει.
Αλήθεια, θα πρέπει να στρέφουμε το βλέμμα στους αγαπημένους μας συγκατοίκους πιο τρυφερά μέρες όπως η σημερινή; «Όσο υπάρχει πρόβλημα, θα υπάρχουν και οι μέρες», απαντά. «Αν δεν το θυμόμαστε όλο το χρόνο, ας το θυμόμαστε μια φορά το χρόνο. Εμένα καθόλου δεν με πειράζουν οι μέρες. Υπάρχουν πάντα για κάποιο λόγο».
*** Στη φωτογραφία που παραχωρεί προς χρήση η Λένα Διβάνη στο ΑΠΕ- ΜΠΕ, η «Δεσποσύνη» με τον Γκαστόνε της
Κατερίνα Λυμπεροπούλου / ΑΠΕ-ΜΠΕ











