Κ. Μίχαλος: «Η Ελλάδα πρέπει να επιχειρήσει το μεγάλο άλμα μπροστά» – Γράφει ο Δημήτρης Χριστούλιας

«Διανύουμε την πρώτη χρονιά μετά την ολοκλήρωση των μνημονίων. Βρισκόμαστε στο κρίσιμο σημείο, όπου η Ελλάδα πρέπει να επιχειρήσει το μεγάλο άλμα μπροστά», τόνισε σε πρόσφατη ομιλία του ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Αθήνας Κωνσταντίνος Μίχαλος. Και αυτή είναι η πραγματικότητα. Εύστοχα ο Κ. Μίχαλος επισημαίνει ότι «η χώρα μας για την ακρίβεια, βρίσκεται μπροστά σε μια υπαρξιακή πρόκληση:

Γράφει ο συνεργάτης του Έμβολος δημοσιογράφος Δημήτρης Χριστούλιας
  • είτε θα καταφέρει να περάσει στην επόμενη ημέρα – αυξάνοντας την προστιθέμενη αξία της παραγωγής της και δημιουργώντας συνθήκες διατηρήσιμης ανάπτυξης…
  •  είτε θα παραμείνει σε μια κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας:
    • παγιδευμένη ανάμεσα στο υψηλό χρέος και την ασθενική ανάπτυξη,
    • ευάλωτη οικονομικά και κοινωνικά, με τον κίνδυνο να βρεθεί ξανά σε αδιέξοδο
    • αλλά και αποδυναμωμένη πολιτικά, με μειωμένη διαπραγματευτική ισχύ στα εθνικά θέματα, σε μια περιφέρεια που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και συχνές αναφλέξεις».

Ο πρόεδρος μάλιστα της ΚΕΕ και του ΕΒΕΕΑ προσθέτει ότι «είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια, είδαμε σημαντικούς οικονομικούς δείκτες να βελτιώνονται: είχαμε αύξηση του ΑΕΠ της τάξης του 1,5% με 2%, μείωση της ανεργίας, υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα κλπ.

Είχαμε, επίσης, ένα σημαντικό θετικό ορόσημο τον περασμένο Μάρτιο, που ήταν η επιτυχής έκδοση 10ετούς ομολόγου, για πρώτη φορά από το 2010.

Ο Κ. Μίχαλος ωστόσο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου προς πάσα κατεύθυνση τονίζοντας ότι «οι εκτιμήσεις για την αύξηση του ΑΕΠ τα επόμενα 3 έτη, δεν πρόκειται να ξεπεράσουν στο καλύτερο σενάριο το 2%, όταν απαιτούνται δημοσιονομικά πλεονάσματα του 3.5% για να μπορέσει η χώρα να αποπληρώνει τόκους, αφαιρώντας πολύτιμους πόρους από την πραγματική οικονομία.

Οι εκτιμήσεις για την αύξηση του ΑΕΠ στα επόμενα τρία χρόνια δεν ξεπερνούν το 2%, ενώ η χώρα πρέπει να παράγει δημοσιονομικά πλεονάσματα της τάξης του 3,5%.

Η δημοσιονομική υπεραπόδοση που σημειώνεται τα τελευταία χρόνια, έχει βαρύ τίμημα για τις επιχειρήσεις και για την αγορά, για την αναπτυξιακή προσπάθεια της ελληνικής οικονομίας».