
Κανείς δεν μπορεί με ασφάλεια να προβλέψει το αποτέλεσμα, την διάρκεια και τις επιπτώσεις, σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο, της πολεμικής σύρραξης που βρίσκεται σε εξέλιξη μεταξύ ΗΠΑ – Ισραήλ και Ιράν. Το βέβαιο είναι πως η λήξη της θα δημιουργήσει ένα κόσμο αρκετά διαφορετικό από τον σημερινό.

Από την μια μεριά, οι ΗΠΑ αγωνίζονται να αποσπάσουν από τους γεωστρατηγικούς τους αντιπάλους, την Ρωσία και την Κίνα, μια «χώρα κλειδί» και από την άλλη το Ισραήλ επιδιώκει την μετατροπή του σε ηγεμονική δύναμη στην Μέση Ανατολή. Πράγματι το Ιράν αποτελεί «το μέγιστο στρατηγικό έπαθλο» στην Ευρασία για όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις, λόγω της εξέχουσας γεωγραφικής του θέσεως και των τεράστιων αποθεμάτων του σε υδρογονάνθρακες (2ο παγκοσμίως σε αέριο και 3ο σε πετρέλαιο). Σε περίπτωση θετικής έκβασης του πολέμου για την Αμερική, σε συνδυασμό με τα τεκταινόμενα στην Βενεζουέλα, πιθανότατα να δούμε τον σημερινό πολυπολικό κόσμο να μετατρέπεται σε μονοπολικός, με αδιαμφισβήτητη υπερδύναμη τις ΗΠΑ.
Όσον αφορά στο Ισραήλ, η καταστροφή ή η διάλυση του Ιράν θα σήμαινε την πτώση του τέταρτου και ισχυρότερου κράτους της περιοχής που επιδιώκει τον αφανισμό του, μετά την ουσιαστική στρατηγική εκμηδένιση του Ιράκ του Σαντάμ, της Λιβύης του Καντάφι και της Συρίας του Άσαντ. Η μοναδική μελλοντική απειλή, που θα αμφισβητεί την περιφερειακή του ηγεμονία, θα είναι μόνο η Τουρκία. Το Τελ Αβίβ επιθυμεί να περιβάλλεται από φίλια και σχετικά ανίσχυρα κράτη, που όχι μόνο αναγνωρίζουν την ύπαρξή του, αλλά αποδέχονται και την ηγεμονία του, μέσω της περιορισμένης ή ελεγχόμενης ισχύος τους. Για το Εβραϊκό κράτος η ανατροπή των Μουλάδων ή η καταστροφή του Ιράν δεν αποτελεί μόνο στρατηγικό στόχο, αλλά είναι θέμα κρατικής επιβίωσης.
Όμως εκείνο που είναι άξιον ενδιαφέροντος είναι η μέχρι τώρα στάση που τηρούν οι δύο μεγάλες δυνάμεις της Ευρασίας. Η αντίδραση της Ρωσίας και της Κίνας είναι από νωχελική έως ανύπαρκτη. Η Μόσχα καταδίκασε «την απροκάλυπτη επιθετικότητα», ενώ το Πεκίνο εξέφρασε «τις βαθιές ανησυχίες» του, ζητώντας αμφότεροι την άμεση κατάπαυση του πυρός και τον σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας του Ιράν. Η αναιμική αντίδρασή τους μεταφράζεται από τους περισσότερους αναλυτές, ως «στρατηγική παραλυσία», και ως ανικανότητα να λειτουργήσουν ως αξιόπιστοι εγγυητές των συμμάχων τους. Εφόσον συνεχιστεί η εκκωφαντική αποχή των δύο ευρασιατικών δυνάμεων και η άρνηση παροχής ουσιαστικής βοήθειας προς το δοκιμαζόμενο σύμμαχό τους, θα έχει ως επακόλουθο την απομάκρυνση τρίτων χωρών από υφιστάμενες και μελλοντικές συμμαχίες με τις δύο δυνάμεις της ανατολής. Η Ρωσία και η Κίνα θα εμφανιστούν ως ανίσχυροι και αναξιόπιστοι γεωπολιτικοί δρώντες στην «παγκόσμια σκακιέρα». Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του γεωπολιτικού αποτυπώματος των ΗΠΑ στον υπόλοιπο κόσμο. Κατά πολλούς, στο Ιράν θα διαδραματιστεί η σοβαρότερη πράξη που θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την ηγεμονεύουσα δύναμη στην Ευρασία. Η απώλεια της Τεχεράνης, θα αποτελέσει βαρύτατο πλήγμα για τον άξονα Μόσχας – Πεκίνου, θα υποθηκεύσει το μέλλον των BRICS, ενώ ταυτόχρονα θα σημάνει την πλήρη κυριαρχία της Ουάσιγκτον στην Μέση Ανατολή.
Για την Ρωσία, που θεωρούσε το Ιράν ως «πυλώνα της αντιδυτικής της συμμαχίας», η απώλειά του σημαίνει την λήξη του Διεθνούς Άξονα Βοράς – Νότου (International North-South Transport Corridor – INSTC), τον τερματισμό πωλήσεων προηγμένου στρατιωτικού υλικού στην Τεχεράνη, αλλά και το πέρας της εισαγωγής ιρανικών drones, που έχει άμεση ανάγκη στην Ουκρανία. Το μόνο περιστασιακό κέρδος για την Μόσχα είναι η άνοδος των τιμών του πετρελαίου από την οποία θα προσκομίσει τα αναγκαία κεφάλαια για την χρηματοδότηση του ουκρανικού μετώπου. Η εγκατάλειψη του Ιράν, όπως και της Συρίας, από την Ρωσία οφείλεται πρώτον στην επικέντρωση της στον πόλεμο με το Κίεβο, που έχει απορροφήσει όλο το διπλωματικό, στρατιωτικό και οικονομικό δυναμικό της, δεύτερον στο υψηλό κόστος μιας πιθανής εμπλοκής της, τρίτον στις άριστες σχέσεις της με το Ισραήλ, τέταρτον στην επιθυμία να διατηρήσει τις διασυνδέσεις της με τις αραβικές χώρες του κόλπου και πέμπτον σε μια πιθανή συμφωνία μεταξύ Πούτιν και Τράμπ στην Αλάσκα περί αμοιβαίου οφέλους. Επιπλέον η Μόσχα ελπίζει ότι στο χειρότερο σενάριο θα εφαρμοστεί με την ανοχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ η επιτυχημένη «συνταγή» της Συρίας, διατηρώντας μια περιορισμένη και ελεγχόμενη επιρροή στην Τεχεράνη.
Για την Κίνα η απώλεια του Ιράν είναι περισσότερο επώδυνη, οικονομικά και γεωστρατηγικά. Το Ιράν αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο προμηθευτή πετρελαίου για την Κίνα, που εισήγαγε 1,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως το 2025, το οποίο ισοδυναμεί με το 12% των συνολικών εισαγωγών της σε καύσιμα. Επιπλέον συνιστά ένα από τους απαραίτητους κρίκους του περίφημου νέου δρόμου του μεταξιού (The Belt and Road Initiative – BRI) και η απώλειά του θέτει σε άμεσο κίνδυνο τις τεράστιες επενδύσεις και χρηματοδοτήσεις στις οποίες έχει προβεί το Πεκίνο τις τελευταίες δεκαετίες, που ανέρχονται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Επιπρόσθετα, η επιλογή των δύο χωρών να χρησιμοποιούν το γιουάν στις συναλλαγές τους παρακάμπτοντας το δολάριο, αποτέλεσε μια ευθεία απειλή στα ευρύτερα αμερικανικά συμφέροντα. Το Ιράν αποτελεί την χώρα πυλώνα πάνω στην οποία βασίζεται η επεκτατική κινεζική πολιτική στην Μέση Ανατολή. Η τελευταία εκμεταλλευόμενη την απομόνωση της Τεχεράνης από την Δύση ανέπτυξε μαζί της πολυδιάστατες διπλωματικές, οικονομικές, εμπορικές και στρατιωτικές σχέσεις, ενώ επέβαλε προνομιακές τιμές για την εισαγωγή όλων των ιρανικών προϊόντων. Αυτός ο «εν δυνάμει» σινο-ισλαμικός άξονας τίθεται σε άμεσο κίνδυνο σε περίπτωση στρατιωτικής επικράτησης των ΗΠΑ και Ισραήλ.
Εν κατακλείδι, το Ιράν παραμένει στρατηγικά χρήσιμο για τη Ρωσία και την Κίνα, αλλά όχι χρήσιμο αρκετά για να μπουν στον πόλεμο για χάρη του. Το Πεκίνο είναι επικεντρωμένο στα προβλήματα ασφαλείας που αντιμετωπίζει στην Ανατολική Ασία, στην Ταϊβάν, στην Νότια Σινική Θάλασσα, στις διενέξεις του με την Ιαπωνία και την Ινδία. Άλλωστε η Κίνα αποτελεί μια ειρηνική, οικονομική και εμπορική δύναμη, που επιθυμεί να επιβληθεί, όσο το δυνατόν, με την χρήση της «ήπιας ισχύος». Η σύγκρουση αυτή ενδεχομένως να επιφέρει και κέρδη για το Πεκίνο. Από μία πλευρά, η Κίνα μπορεί να βλέπει τις αμερικανικές δυνάμεις να απομακρύνονται από την Ανατολική Ασία και τα στρατιωτικά αποθέματα να εξαντλούνται, ενώ παράλληλα αποκτάται μια εικόνα σε πραγματικό χρόνο των αμερικανικών δυνατοτήτων και επιχειρήσεων, γνώσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον τρόπο σκέψης της σε ένα μελλοντικό σενάριο στην Ταϊβάν.
Η συγκράτηση που επιδεικνύουν Ρωσία και Κίνα αντανακλούν έναν «ψυχρό υπολογισμό». Μια παρέμβαση την ώρα, που το Ιράν είναι αντιμέτωπο με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ θα οδηγούσε σε υψηλό κόστος, θα περιόριζε τα κέρδη και θα οδηγούσε σε απρόβλεπτους κινδύνους και βάρη, που καμία από τις δυνάμεις αυτές δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένη να αναλάβει. Βέβαια όλα αυτά υπό την προϋπόθεση επιτυχίας των ΗΠΑ – Ισραήλ. Σε αντίθετη περίπτωση τα δεδομένα ανατρέπονται άρδην υπέρ όχι μόνο του Ιράν, αλλά και του άλλου ανταγωνιστικού δίπολου Ρωσίας – Κίνας. Κανείς δεν γνωρίζει το τελικό αποτέλεσμα, το μόνο βέβαιο είναι ότι ο κόσμος αλλάζει χωρίς να γνωρίζουμε την μελλοντική του μορφή.











