
Η ανακοίνωση για ενίσχυση της βιομηχανίας με 95 εκατ. ευρώ αναγνωρίζει, έστω και καθυστερημένα, αυτό που εδώ και μήνες είναι σαφές. Το ενεργειακό κόστος έχει εξελιχθεί σε σοβαρό πρόβλημα για την ελληνική παραγωγή και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει ζητήσει εδώ και μήνες την αξιοποίηση του CISAF για τη στήριξη των ενεργοβόρων επιχειρήσεων. Το είχε θέσει δημόσια ήδη από την άνοιξη και το επανέφερε με σαφήνεια τον Σεπτέμβριο. Την ίδια ώρα, άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχαν ήδη κινηθεί για την αξιοποίηση των διαθέσιμων εργαλείων στήριξης της βιομηχανίας, ενώ στην Ελλάδα η κυβέρνηση άφηνε το ενεργειακό κόστος να συσσωρεύεται και την παραγωγή να πιέζεται.
Η καθυστέρηση αυτή δεν ήταν χωρίς κόστος. Για μήνες οι επιχειρήσεις συνέχισαν να λειτουργούν με υψηλό και απρόβλεπτο ενεργειακό κόστος, που επιβαρύνει την παραγωγή, πιέζει την ανταγωνιστικότητα και τις επενδυτικές αποφάσεις και, στον βαθμό που μετακυλίεται στις τελικές τιμές, τροφοδοτεί και τις πιέσεις ακρίβειας στην οικονομία.
Σήμερα η κυβέρνηση επιλέγει τελικά να χρησιμοποιήσει το ίδιο ευρωπαϊκό εργαλείο. Η ενίσχυση είναι προφανώς χρήσιμη για τις επιχειρήσεις που θα τη λάβουν. Δεν μπορεί όμως να παρουσιαστεί ως συνολική λύση σε ένα πρόβλημα που είναι πλέον μόνιμο και βαθύτερο. Η ελληνική βιομηχανία χρειάζεται σταθερό και ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, όχι κάθε λίγους μήνες μια νέα έκτακτη παρέμβαση.
Χρειάζεται επενδύσεις στα δίκτυα και στην αποθήκευση, ουσιαστική πρόσβαση της παραγωγής σε φθηνότερη ενέργεια από ΑΠΕ, μακροχρόνια συμβόλαια, αυτοπαραγωγή και αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Και κάθε δημόσια ενίσχυση πρέπει να συνδέεται με σαφείς δεσμεύσεις για επενδύσεις, διατήρηση της παραγωγής και προστασία των θέσεων εργασίας.
Τα 95 εκατ. ευρώ είναι μια ανάσα. Αλλά το ζητούμενο δεν είναι η επόμενη ανάσα. Είναι να πάψει η ελληνική βιομηχανία να ασφυκτιά από το ενεργειακό κόστος. Και γι’ αυτό απαιτείται βιομηχανική και ενεργειακή πολιτική με διάρκεια, σχέδιο και σαφή προσανατολισμό στην παραγωγή.











