Για την έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού – Γράφει ο Δρ Σίμος Ανδρονίδης

«Αν μπορούσες να τα καλέσεις Θα μπορούσες και να τα ζωντανέψεις Θα μπορούσες επίσης να διεκδικήσεις Την κηδεμονία τους από τον θάνατο Γιατί δεν υπάρχει ζωή Αν δεν την καλέσεις εσύ ο ίδιος» (Σάουκι Μπζία, ‘Τα Αγάλματα’).

Η πρόσφατη έκρηξη που συγκλόνισε το λιμάνι της Βηρυτού, πρωτεύουσας του Λιβάνου, άφησε πίσω της νεκρούς και τραυματίες, παράλληλα με την διαμόρφωση ενός άμεσου όσο και έντονου οικιστικού προβλήματος που συνδέεται με την καταστροφή εκατοντάδων κατοικιών στην πρωτεύουσα. Η έκρηξη του νιτρικού αμμωνίου  αποτελεί το επιστέγασμα μίας σειράς διοικητικών-πολιτικών παραλείψεων, μίας ιδιαίτερης αμέλειας-ασυνειδησίας που θεωρεί την τήρηση κανόνων ασφαλείας, ιδίως όταν πρόκειται για εύφλεκτο υλικό, ‘χάσιμο χρόνου,’ φέροντας στο προσκήνιο την έννοια της προχειρότητας ως τρόπο άσκησης πολιτικής.

 Που εδώ όμως, συμβάλλει κύρια στην απώλεια ανθρώπινων ζωών, οπότε μπορούμε να κάνουμε λόγο για την απουσία εν-συναίσθησης νοούμενης ως πρόνοιας, όχι μόνο για την ασφάλεια του λιμανιού, αλλά και για την προστασία των κατοίκων της Βηρυτού από επικίνδυνες καταστάσεις.

Για τον καθηγητή Ιωάννη Γρηγοριάδη, πρόκειται για μία «ακραία περίπτωση κακοδιοικήσεως που φέρνει στη μνήμη ένα παρόμοιο τραγικό ατύχημα στο Μαρί της Κύπρου τον Ιούλιο του 2011». [1] Παρατηρώντας την όλη συνθήκη, ακόμη και από απόσταση, θα αναφέρουμε πως, την στιγμή της έκρηξης διαφαίνεται η αίσθηση συμπύκνωσης του χρόνου, ως εάν η έκρηξη στη Βηρυτό να ξεθεμελιώνει την πόλη από τους αρμούς, απελευθερώνοντας μία σειρά συναισθημάτων μεταξύ των οποίων ο φόβος και η αγωνία όχι για την επόμενη ημέρα, αλλά για το παρόν, να καταλαμβάνουν σημαντική θέση.

Η μείζονα διάσταση της έκρηξης (καταστροφή) που ήδη εγγράφει κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις, μπορεί  να ιδωθεί υπό το πρίσμα και ενός κατόπτρου που εν προκειμένω, αντανακλά και μεγεθύνει την απόκλιση μεταξύ κυβερνητικών πολιτικών και κοινωνικών προσδοκιών, την ενδημική διαφθορά που αναπαράγεται εντός κράτους, τα οικονομικά προβλήματα, με άλλα λόγια, την κοινωνική και πολιτική κρίση που ταλανίζει την χώρα του Κέδρου. Κρίση που μας επιτρέπει να επισημάνουμε το εύθραυστον της Λιβανέζικης Δημοκρατίας, πάνω στην οποία και σωρεύονται η πολιτική βία και οι εντάσεις που κληροδότησε ο δεκαπενταετής εμφύλιος πόλεμος (1975-1990).

Η θρησκευτική δομή του Λιβάνου,[2] όπου και συνυπάρχουν σουνίτες, σιίτες και δρούζους μουσουλμάνους, χριστιανούς διαφόρων δογμάτων, καθιστά τον Λίβανο ιστορικά, ένα πολυθρησκευτικό μωσαϊκό το οποίο για να λειτουργήσει απαιτεί μία σειρά από λεπτούς χειρισμούς και συμβιβασμούς με την χρυσή τομή, ιδίως μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου να βρίσκεται σε μία κατά τι ισόρροπη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, έτσι όπως συγκεκριμενοποιείται και στον διαμοιρασμό των αξιωμάτων.

 Η έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού δεν φαίνεται να έχει ως αποτέλεσμα την αναμόχλευση θρησκευτικών εντάσεων, όσο πλέον, έντονα και δραστικά, θέτει στο στόχαστρο πολιτικές ευθύνες που υπερβαίνουν την λειτουργία της σημερινής κυβέρνησης. Πιο πάνω έγινε λόγος για την ύπαρξη και εναλλαγή συναισθημάτων όπως είναι ο φόβος και η αγωνία.

 Σε αυτό το πλαίσιο, είναι αυτά τα αισθήματα που μπορούν να πυροδοτήσουν και ήδη πυροδοτούν, ένα νέο ρεπερτόριο ή αλλιώς έναν κύκλο  κοινωνικών-πολιτικών αντιδράσεων και διαμαρτυρίας στη χώρα (ας θυμηθούμε τις κινητοποιήσεις του φθινοπώρου του 2019), όντας στοιχεία που τροφοδοτούν την προσδοκία της αλλαγής και της εκ νέου διαμόρφωσης του πολιτικού συστήματος της χώρας.  Η προσδοκία αλλαγής συνιστά δια-γενεακό ζητούμενο σε μία χώρα όπου η έννοια της κρίσης περιστρέφεται γύρω από επιμέρους ζητήματα άσκησης πολιτικής, βιωμένης καθημερινότητας, ιστορικής μνήμης και διεκδικητικής κουλτούρας. Ποιο είναι το απτό αποτύπωμα της έκρηξης; Η εκ νέου νοηματόδοτηση και  προβολή σε πραγματικό χρόνο, εντός εντεινόμενου κοινωνικού-πολιτικού χάσματος.

 Με την έλλειψη εμπιστοσύνης να κατρακυλά περαιτέρω προς την πολιτική ελίτ να κατρακυλά περαιτέρω, καθώς είναι ενδεικτικό ό,τι ήδη ζητείται η πραγματοποίηση διεθνούς ελέγχου για την εύρεση των αιτίων της καταστροφής, ο Λίβανος τίθεται αντιμέτωπος με τον ίδιο τον εαυτό του: Ποιες είναι οι κατευθύνσεις που μπορεί να λάβει η χώρα η οποία και φιλτράρει με έναν ιδιαίτερο τρόπο και τις Ισραηλινο-παλαιστινιακές σχέσεις; Ο Λίβανος εισέρχεται σε ένα στάδιο όπου σε πρώτο πλάνο τίθενται οι ερωτήσεις για τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και για την πορεία της χώρας, και όχι οι προκατασκευασμένες απαντήσεις. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, η προκήρυξη εκλογών εν μέσω κινητοποιήσεων, δεν φαίνεται να αρκεί στους διαδηλωτές που επιζητούν μία ριζική όσο και δραστική πολιτική αλλαγή που θα αγγίζει τους θεσμούς άσκησης εξουσίας.

[1] Βλέπε σχετικά, Γρηγοριάδης Ιωάννης, ‘Οι κίνδυνοι για την περιφερειακή σταθερότητα,’ Εφημερίδα ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο,’ 8-9/08/2020, σελ. 45.
[2] Για μία συνοπτική όσο και κατατοπιστική παρουσίαση της θρησκευτικής δομής του Λιβάνου, βλέπε σχετικά, Ζιάκα Αγγελική, ‘Το σιιτικό Ισλάμ. Οι κοινωνικές και πολιτικές του προεκτάσεις στη Μέση Ανατολή,’ Εκδόσεις Κορνηλία Σφακιανάκη, Θεσσαλονίκη, 2004.