
Μετά την ενέργεια οι υπηρεσίες συνέβαλαν στην περαιτέρω ενίσχυση του πληθωρισμού
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα, όπως μετράται βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), κατέγραψε νέα επιτάχυνση τον Μαϊ-26, διαμορφούμενος στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 38 μηνών. Συγκεκριμένα, ανήλθε στο 4,9%, από 4,6% τον Απρ-26, υπερβαίνοντας τον αντίστοιχο ρυθμό στην Ευρωζώνη κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες (βλ. Διάγραμμα 1.1).[1] Επιπλέον, σε σχέση με την τιμή του πριν την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στον Περσικό Κόλπο (Φεβ-26), ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παρουσιάζει άνοδο κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι αύξησης 1,3 ποσοστιαίων μονάδων στην Ευρωζώνη.
[1] Ο υψηλότερος πληθωρισμός στην Ελλάδα σε σύγκριση με την Ευρωζώνη αντανακλά κυρίως τις εντονότερες ανατιμήσεις σε κατηγορίες αγαθών όπως τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα (6,5% έναντι 4,0%) και η ενέργεια (20,0% έναντι 10,8%), καθώς και σε κατηγορίες υπηρεσιών όπως η στέγαση (6,7% έναντι 3,1%), η αναψυχή (7,4% έναντι 3,6%) και οι μεταφορές (5,7% έναντι 4,4%).
Οι κυριότερες ομάδες αγαθών και υπηρεσιών που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του παραπάνω αποτελέσματος ήταν οι μεταφορές, η στέγαση, το νερό, η ηλεκτρική ενέργεια, το φυσικό αέριο και τα λοιπά καύσιμα, καθώς και τα ξενοδοχεία, καφέ και εστιατόρια. Όπως προκύπτει από το Διάγραμμα 1.2, οι μεταφορές είχαν τη μεγαλύτερη συμβολή στην άνοδο του πληθωρισμού τον Μαρ-26, ενώ ακολούθησαν η ομάδα της στέγασης, νερού, ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου και λοιπών καυσίμων τον Απρ-26 και η ομάδα των ξενοδοχείων, καφέ και εστιατορίων τον Μαϊ-26. Η εξέλιξη αυτή ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενη, καθώς αντανακλά τόσο τις άμεσες επιδράσεις του ενεργειακού σοκ στις τιμές καταναλωτή όσο και τις έμμεσες, υστερόχρονες επιδράσεις που μεταδίδονται σταδιακά στο σύνολο της οικονομίας μέσω του αυξημένου κόστους παραγωγής και μεταφοράς.
Δευτερογενείς επιδράσεις της ενεργειακής κρίσης δύνανται να προκύψουν εφόσον οι οικονομικοί φορείς αναθεωρήσουν προς τα πάνω τις πληθωριστικές τους προσδοκίες. Σε μια τέτοια περίπτωση, ενδέχεται να ακολουθήσουν μισθολογικές αυξήσεις που υπερβαίνουν την άνοδο της παραγωγικότητας, οδηγώντας σε έναν νέο γύρο αυξήσεων των τιμών. Με τον τρόπο αυτό, οι αρχικές πληθωριστικές πιέσεις αποκτούν πιο επίμονο χαρακτήρα. Σημαντικό ρόλο στη συγκράτηση των πληθωριστικών προσδοκιών διαδραματίζει η αξιοπιστία και η αποφασιστικότητα της Κεντρικής Τράπεζας κατά την άσκηση της νομισματικής πολιτικής.
Τα επαναλαμβανόμενα σοκ έχουν επηρεάσει αρνητικά την καταναλωτική εμπιστοσύνη, όχι όμως τον αντίστοιχο δείκτη για τις επιχειρήσεις
Ο επίμονος πληθωρισμός κατά τη διάρκεια του 2025, καθώς και η εκ νέου επιτάχυνσή του από τον Μαρ-26, έχουν συμβάλλει στην επιδείνωση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην Ελλάδα, ο οποίος διαμορφώθηκε στις -52,2 μονάδες τον Μαϊ-26, έναντι -42,7 μονάδων έναν χρόνο νωρίτερα (βλ. Διάγραμμα 2.2). Η επίδοση αυτή αποτελεί την τρίτη χαμηλότερη των τελευταίων 40 μηνών, δημιουργώντας καθοδικούς κινδύνους για τον ρυθμό ανόδου της ιδιωτικής κατανάλωσης.
Ωστόσο, σε σύγκριση με την περίοδο των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής, η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ελλάδα παραμένει αρκετά βελτιωμένη. Η εξέλιξη αυτή πηγάζει κυρίως από τη σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας από τα ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα που καταγράφηκαν στον πυθμένα της κρίσης χρέους, όταν το ποσοστό ανεργίας ανήλθε στο 28,3% του εργατικού δυναμικού (1.367,5 χιλ. άτομα) τον Ιουλ-13. Σήμερα, ο λόγος των ανέργων προς το εργατικό δυναμικό ανέρχεται στο 9,5%, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 452,3 χιλ. ανέργους βάσει των στοιχείων του Απρ-26.
Παρά ταύτα, τα διαδοχικά σοκ των τελευταίων 6 ετών, όπως η πανδημία, οι επαναλαμβανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, οι πόλεμοι και οι έντονες ενεργειακές διαταραχές έχουν οδηγήσει σε σταδιακή χειροτέρευση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Ο επίμονος πληθωρισμός διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη, καθώς ενισχύει την αντίληψη των νοικοκυριών ότι οι ονομαστικές αυξήσεις των εισοδημάτων τους διαβρώνονται από τη συνεχιζόμενη και επιταχυνόμενη τους τελευταίους μήνες άνοδο του γενικού επιπέδου των τιμών. Η επίδραση αυτή αποτυπώθηκε και στους εθνικούς λογαριασμούς του α’ τριμήνου του 2026, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης να επιβραδύνεται στο 0,7%, από 2,3% το δ’ τρίμηνο του 2025.
Εν αντιθέσει με τα νοικοκυριά, οι δείκτες εμπιστοσύνης επιχειρήσεων σε κλάδους όπως η βιομηχανία και οι κατασκευές εμφανίζουν μέχρι στιγμής αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα στη νέα ενεργειακή διαταραχή, συμβάλλοντας στη διατήρηση του δείκτη οικονομικού κλίματος άνω των 100 μονάδων, επίπεδο που αντιστοιχεί στον μακροχρόνιο μέσο όρο του (βλ. Διάγραμμα 2.1). Η απόκλιση ανάμεσα στην εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων και την καταναλωτική εμπιστοσύνη ενδέχεται να συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τις αναδιανεμητικές επιδράσεις των επαναλαμβανόμενων πληθωριστικών πιέσεων στο πραγματικό εισόδημα και τον πλούτο.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ τη συνέχεια του άρθρου.











