
Ανάμεσα στους πέντε οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης που λαμβάνει υπόψιν της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο πλαίσιο της άσκησης νομισματικής πολιτικής (καταλληλότητα ενεχύρων για την παροχή ρευστότητας), ο οίκος DBRS Morningstar θα εγκαινιάσει τον πρώτο γύρο αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας για το έτος 2026, στις 6 Μαρτίου 2026.[1]
Θα ακολουθήσουν ο οίκος Moody’s στις 13 Μαρτίου 2026, ο οίκος Scope Ratings στις 20 Μαρτίου 2026, ο οίκος Standard & Poor’s στις 24 Απριλίου 2026, ενώ ο πρώτος γύρος αξιολογήσεων αναμένεται να ολοκληρωθεί με την έκθεση του οίκου Fitch στις 8 Μαΐου 2026 (βλ. Πίνακα 1).
Με εξαίρεση τον οίκο Moody’s, ο οποίος κατατάσσει το αξιόχρεο της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα, οι αξιολογήσεις των λοιπών οίκων διαμορφώνονται ένα σκαλοπάτι πάνω από την επενδυτική βαθμίδα. Επιπρόσθετα, με εξαίρεση τον οίκο Scope Ratings, ο οποίος αξιολογεί με θετικές προοπτικές την ελληνική οικονομία, οι υπόλοιποι καταγράφουν σταθερές προοπτικές, γεγονός που καθιστά λιγότερο πιθανή την αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελλάδος στην επόμενη αξιολόγησή τους.
[1] Την ίδια μέρα είναι προγραμματισμένο να ανακοινωθούν από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) οι εθνικοί λογαριασμοί του 2025 και του δ’ τριμήνου 2025, καθώς και η τριμηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού του δ’ τριμήνου 2025 (βλ. https://www.eurobank.gr/el/omilos/oikonomikes-analuseis/elliniki-oikonomia/7-imeres-oikonomia-16-01-26).
Στις αναφορές τους για την ελληνική οικονομία, οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης, πέραν των θετικών εξελίξεων –ιδίως στο δημοσιονομικό πεδίο– επισημαίνουν τα βασικά διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας, καθώς και τους καθοδικούς κινδύνους που εγκυμονούν για τις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές της.
Δεδομένου ότι η εγχώρια ζήτηση παραμένει ισχυρή μετά την πανδημία, η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, μέσω της ενίσχυσης της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, αναδεικνύεται σε βασική προτεραιότητα για την Ελλάδα. Η εξέλιξη αυτή δύναται να συμβάλει τόσο στην επιβράδυνση του επίμονου πληθωρισμού όσο και στη σταδιακή αποκλιμάκωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.[1] Η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης με βιώσιμο τρόπο, αυξάνει την πιθανότητα για περαιτέρω αναβαθμίσεις από του οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης του αξιόχρεου της Ελλάδας στο μέλλον.
[1] Το 11μηνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2025, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας συρρικνώθηκε στα €10,3 δισεκ., από €13,2 δισεκ. το αντίστοιχο διάστημα του 2024 (-22,4%). Η συρρίκνωση του ελλείμματος του ισοζυγίου των καυσίμων (-35,3% ή -€2,5 δισεκ.) είχε μακράν τη μεγαλύτερη συνεισφορά σε αυτό το αποτέλεσμα. Τα στοιχεία του Δεκεμβρίου 2025, και κατ’ επέκταση τα ετήσια στοιχεία του 2025, αναμένεται να δημοσιευτούν από την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) στις 20 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ τη συνέχεια του άρθρου.













