
Η άλλη – πλατινέ μαλλί και άρωμα Shirley May Belle Vie EDT, 10 ευρώ το μπουκάλι- μπήκε κουνάμενη και συνάμενη στο κρεοπωλείο:

-Καλώς τη Belhara, της λέει ο κρεοπώλης.
–Κύριε κρεοπώλα, μου λέτε σας περικαλώ αν έχετε αρνί σε light έκδοση;
– Όχι μανταμίτσα, μα έχομεν λουκάνικα γίγας Κρεστένων…
Κι η άλλη προσβλήθηκε, λέει, κι έφυγε για άλλον …κρεοπώλα…
Νάμαστε λοιπόν κι εφέτος.
Η τηλεόραση δείχνει Γαϊτάνο (παρεμπιπτόντως, μάλλον τον απόψυξαν πάλι) κι οι οσμές της τσίκνας κάνουν υγιεινούς περιπάτους από την Γκούρα μέχρι το Βίτσι κι από τις ακτές της Σύρου μέχρι τις όχθες του Αλιάκμονα και του Έβρου!
Νάμαστε λοιπόν! Με τον ήλιο να βαράει κατακέφαλα και τον θείο να ορκίζεται πως «εφέτος το γύρισε στο ελαφρύ»… Κι ας τον πετυχαίνεις τρίτη φορά πάνω από τη γαρδούμπα, να την κοιτάει σαν χαμένο έρωτα και να ψιθυρίζει …. «ένα τελευταίο κομματάκι και τέλος…».
Νάμαστε λοιπόν! Με τη σούβλα να γυρίζει νωχελικά, σαν να βαριέται κι αυτή την ίδια της τη μοίρα, και τον αυτοδιορισμένο «μάστορα -ψήστη» να κρατάει το πηρούνι σαν σκήπτρο και να δίνει οδηγίες που κανείς δεν ζήτησε. «Θέλει υπομονή», λέει, και το λέει με ύφος ανθρώπου που έχει ψήσει περισσότερα αρνιά απ’ όσα έχει η ελληνική ύπαιθρος κι ο… ΟΠΕΚΕΠΕΣ μαζί…
Νάμαστε λοιπόν! Με τα παιδιά να τρέχουν γύρω-γύρω, μ’ ένα κόκκινο αυγό στο ένα χέρι κι ένα σοκολατένιο στο άλλο, τον σκύλο να τα ακολουθεί με βλέμμα βαθιάς υπαρξιακής αγωνίας: «κάτι θα πέσει, δεν μπορεί…».
Νάμαστε λοιπόν! Με το τραπέζι να στρώνεται σιγά-σιγά, σαν αρχαία τελετουργία. Λευκά τραπεζομάντηλα που σε πέντε λεπτά θα γίνουν καμβάς αφηρημένης τέχνης, ποτήρια που γεμίζουν πριν καν αδειάσουν, και πιάτα που περιμένουν τη μοίρα τους, όπως εγώ κάποτε περίμενα τα αποτελέσματα των εξετάσεων στο πανεπιστήμιο – με ελπίδα και πολλή άγνοια κινδύνου.
Νάμαστε λοιπόν! Με τον πρώτο που θα δοκιμάσει το αρνί να ανακηρύσσεται αυθωρεί και παραχρήμα κριτής γεύσης διεθνούς εμβέλειας. «Λίγο αλάτι θέλει ακόμα», θα πει, κι ας έχει μόλις καταπιεί μισό κιλό χωρίς ανάσα.
Νάμαστε λοιπόν! Με τα ποτήρια να τσουγκρίζουν, τις φωνές να μπλέκονται, τα γέλια να ξεχειλίζουν και τις ιστορίες να φουσκώνουν όσο περνάει η ώρα. Εκεί που ο ξάδερφος «κάποτε παραλίγο να παίξει μπάλα στην εθνική», κι ο άλλος «είχε μια ευκαιρία να φύγει Αμερική αλλά δεν…».
Νάμαστε λοιπόν! Με το απόγευμα να απλώνεται νωχελικά, να παίρνει μαζί του τη φασαρία και να αφήνει πίσω μια γλυκιά νιρβάνα. Κάποιοι ξαπλώνουν σε καρέκλες που τρίζουν σαν να διαμαρτύρονται, άλλοι συνεχίζουν ακάθεκτοι με καφέ και γλυκό, λες και δεν προηγήθηκε η επιδρομή σε ψησταριά και τραπέζια .
Νάμαστε λοιπόν! Με μια μέρα που μύρισε καπνό, γέλιο και λίγο από εκείνη την παλιά, καλή Ελλάδα που δεν μπαίνει σε ταπεράκι για να τη φυλάξεις. Μόνο τη ζεις, τη λερώνεις με λίπος και κρασί και την αφήνεις να κολλήσει πάνω σου.
Νάμαστε λοιπόν. Και ποιος ξέρει, μπορεί του χρόνου να έχει εφευρεθεί κι αρνί σε light έκδοση, για την ξανθιά που λέγαμε….
Νάμαστε λοιπόν! Και του χρόνου, πάλι εδώ. Με τα ίδια, τα αλλιώτικα και τα καλύτερα. Γιατί, στο τέλος της ημέρας, αυτό που μένει δεν είναι ούτε το αρνί ούτε το κρασί. Είναι η παρέα, το «μαζί» που ψήνεται σιγά-σιγά, πάνω από τα κάρβουνα της καρδιάς…











