
Καλεσμένος στην εκπομπή «NewsRoom» της ΕΡΤnews με τον δημοσιογράφο Γιώργο Σιαδήμα ήταν το πρωί της Δευτέρας ο Βουλευτής Επικρατείας & Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Δημήτρης Μάντζος.
Ερωτηθείς για την απόσυρση του επίμαχου άρθρου 23 από το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο Δ. Μάντζος στάθηκε στην ουσία του ζητήματος που είναι «να μην ξεχνάμε ποιος το εισηγήθηκε, ποιος είχε την έμπνευση και ποιος το υποστήριξε. Και η απάντηση είναι ο κ. Πιερρακάκης και ο κ. Μητσοτάκης. Αυτοί έχουν την πολιτική ευθύνη να εισηγηθούν αυτό το άρθρο, το οποίο ούτε λίγο, ούτε πολύ απέκλειε τις δικαστικές προσφυγές των οφειλετών και αναγνώριζε σε ένα ιδιωτικό έγγραφο ρύθμισης οφειλών ισχύ εκτελεστού με αποτέλεσμα να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, έως και πλειστηριασμός, χωρίς δικαστική διαδικασία.
Αυτό είναι κάτι το οποίο, με όρους επικοινωνιακής άτακτης υποχώρησης, η κυβέρνηση απέσυρε. Όμως, το ερώτημα παραμένει. Ποιος θα αναλάβει την πολιτική ευθύνη να απαντήσει ποιου εξυπηρετούσαν όταν έφεραν αυτήν τη ρύθμιση;».
Υπενθύμισε, δε, ότι το καλοκαίρι, με το άρθρο 15 του νόμου 5318/2026 τροποποιήθηκε ο νόμος 4738/2020 για τον εξωδικαστικό μηχανισμό, «όπου και εκεί, το ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης οφειλών που υπογράφεται στον εξωδικαστικό μηχανισμό μπορεί να στηρίξει αναγκαστική εκτέλεση χωρίς δικαστικό τίτλο. Αυτό, επίσης, πρέπει να αποσυρθεί».
Ξεκαθάρισε ότι το μοντέλο της Κυβέρνησης στη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους είναι θεμελιωδώς διαφορετικό από εκείνο που το ΠΑΣΟΚ έχει προτείνει και κάλεσε τον Πρόεδρο της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη, «να φέρει στην Ολομέλεια και τη δική μας πρόταση νόμου, που έχει κατατεθεί εδώ και είκοσι ημέρες στη Βουλή, ώστε να φανούν οι διαφορές των δύο προτάσεων και να τοποθετηθούν όλες οι δυνάμεις του Κοινοβουλίου, κυρίως η αντιπολίτευση, σε αυτό το ζήτημα.
Για εμάς, ο σεβασμός στο κράτος δικαίου, στο αστικό δικονομικό δίκαιο, στα δικαιώματα των οφειλετών και εν τέλει στην ασφάλεια δικαίου που πρέπει να διέπει την οικονομία της καθημερινότητας, είναι θεμελιακές αξίες, από τις οποίες δεν μπορεί κανένας από εμάς να υποχωρήσει».
Σχολιάζοντας τις αναφορές του Ευάγγελου Βενιζέλου στην εξωτερική πολιτική της Κυβέρνησης, σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», ο Δημήτρης Μάντζος σημείωσε ότι ο πρώην Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ «καταγράφει τι δεν πρέπει να κάνει η Ελλάδα», λέγοντας ότι «είναι τουλάχιστον άγαρμπη και αμήχανη η προσπάθεια της Κυβέρνησης να ωραιοποιήσει την κατάσταση χρησιμοποιώντας ακόμα και αρθρογραφία στον ελληνικό Τύπο».
Και εξήγησε: «Όπως λέει πολύ γλαφυρά ο κ. Ευ. Βενιζέλος, η συμμαχία με το Ισραήλ δεν πρέπει να σημαίνει ότι αναθέτουμε στο Ισραήλ ή σε τρίτες δυνάμεις την εξωτερική αμυντική μας πολιτική. Ή το γεγονός ότι μια γαλλική εταιρεία έχει αναλάβει ως ανάδοχος την υλοποίηση του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδος-Κύπρου, δεν σημαίνει και δεν πρέπει να σημαίνει ότι αναθέτουμε στη Γαλλία την ενάσκηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
Αντίστοιχα, ενώ αναγνωρίζεται ότι η Ελληνική Κυβέρνηση στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ προχώρησε στην καταγραφή των ελληνικών θέσεων, έστω τώρα, με τόση καθυστέρηση, σημειώνεται ότι αυτό δεν σημαίνει προφανώς ότι υπήρξε κάποιο ψήφισμα ή κάποια απόφαση από το Συμβούλιο Ασφαλείας».
Πρόσθεσε δε πως «αλίμονο εάν ο Έλληνας Πρωθυπουργός δεν εξέθετε με σαφήνεια και πληρότητα τις ελληνικές θέσεις, σε αυτήν τη γεωπολιτική συγκυρία, την επομένη της πιστοποίησης μιας αποτυχίας διαρκείας της Κυβέρνησής του στη διαχείριση της λιβυκής υπόθεσης. Ο κ. Μητσοτάκης προήδρευσε του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, πώς θα μπορούσε να μην αναφερθεί στο τουρκολιβυκό μνημόνιο; Αδυνατώ να σκεφτώ έναν όρο που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει μια αντίθετη επιλογή. Είναι αυτονόητο ότι αυτό έπρεπε να συμβεί.
Από εκεί πέρα, όμως, -θυμίζω, παραμένουμε έως τις 31 Δεκεμβρίου μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ-, έχουμε πάρα πολλά βήματα τα οποία πρέπει να κάνουμε ως χώρα, ώστε να υπάρξουν κυρώσεις και χειροπιαστές απαντήσεις της διεθνούς και ιδιαίτερα στις ευρωπαϊκές κοινότητας απέναντι στη Λιβύη».
Ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ ξεκαθάρισε ότι το ΠΑΣΟΚ δεν θέτει τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής στην «προκρούστεια κλίνη της προεκλογικής περιόδου» και ασκεί «νηφάλια, σοβαρή και μεθοδική αντιπολίτευση». «Όπου υπάρχουν σφάλματα και ολιγωρίες, τα κατονομάζουμε. Και είμαστε εδώ πάντοτε από θέση αρχής για τις αναγκαίες συναινέσεις στα ζητήματα που αφορούν στην γεωπολιτική και στρατηγική μας τοποθέτηση.
Όμως, το να λέμε ότι υπάρχει αποτυχία διαρκείας στη Λιβύη είναι κάτι απολύτως ορθό και αναγκαίο. Το να λέμε ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος για τη διαμόρφωση μιας ευρωτουρκικής σχέσης στο πρότυπο του “νέου Ελσίνκι” το οποίο ο Νίκος Ανδρουλάκης και πολλοί από εμάς υποστηρίζουμε τα προηγούμενα χρόνια, παρά τα “ήρεμα νερά” και τη διακήρυξη των Αθηνών, είναι κάτι που θα συνεχίσουμε να κάνουμε.
Δεν πρέπει να μπαίνει “κάτω από το χαλί” η εξωτερική πολιτική. Αλλά, προφανώς, πρέπει αυτό να γίνεται στο μακρύ ιστορικό χρόνο και όχι στη σήμερινή κομματική συγκυρία. Υπάρχει μια ισορροπία που πρέπει να τηρηθεί και αυτή το ΠΑΣΟΚ την τηρεί υπεύθυνα όλο το προηγούμενο διάστημα και θα την τηρήσει και μέχρι τις εκλογές».
Αναφερόμενος, τέλος, στην ενεργειακή κρίση, ο Δημήτρης Μάντζος ξεκαθάρισε ότι οι θέσεις του ΠΑΣΟΚ είναι διατυπωμένες ήδη εδώ και πολλά έτη και επικαιροποιούνται διαρκώς: «Εμείς μιλάμε για μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα με αυτοματοποιημένο τρόπο, χρηματοδοτούμενο από την υπεραπόδοση του ΦΠΑ. Όσο δηλαδή αυξάνουν οι τιμές και υπεραποδίδει ο ΦΠΑ, κατά το ιταλικό πρότυπο, μπορεί αυτό να χρηματοδοτεί τη μείωση του ειδικού φόρου, ώστε να υπάρξει ανακούφιση στην αντλία.
Και, η δεύτερη πρότασή μας, την οποία η Κυβέρνηση ούτε καν αντικρούει, είναι ο αυτοματοποιημένος μηχανισμός για τη φορολόγηση των υπερκερδών των διυλιστηρίων και των εταιριών ενέργειας. Θεωρούμε ότι με αυτούς τους δύο τρόπους φορολογικής δικαιοσύνης και έμμεσης εποπτείας της αγοράς, μαζί με έναν πολύ πιο αυστηρό και αποδοτικό έλεγχο σε όλη την αλυσίδα διανομής των καυσίμων από το διυλιστήριο έως την αντλία, μπορούμε να πετύχουμε άμεση ανακούφιση των συμπολιτών μας, των οικογενειών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Αναγνωρίζουμε ότι είναι μία διεθνής η κρίση, όμως σε επίπεδο εθνικής οικονομίας έχουμε πάρα πολλές στρεβλώσεις και ενδημικές αδικίες, τις οποίες, αν δεν αντιμετωπίσουμε τόσο σε φορολογικό όσο και σε εποπτικό επίπεδο, δεν πρόκειται να απαντήσουμε στη μεγάλη ενεργειακή κρίση».













