
«Μια πρόσφατη πανελλαδική καταγραφή της κατάστασης των ελληνικών παραλιών ήρθε να επιβεβαιώσει αυτό που πολλοί διαπιστώνουμε εμπειρικά κάθε καλοκαίρι.
Σε σχεδόν 200 σημεία της ακτογραμμής, ο μέσος όρος ξεπέρασε τα 450 απορρίμματα ανά 100 μέτρα παραλίας, αριθμός πολλαπλάσιος του ορίου που θεωρείται αποδεκτό σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Με βάση τα κριτήρια της έρευνας, καμία από τις παραλίες που εξετάστηκαν δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «καθαρή». Τα στοιχεία αυτά δεν προκαλούν έκπληξη, αλλά ένα εύλογο ερώτημα.
Γιατί, παρά τη συνεχή δημόσια συζήτηση για το περιβάλλον και την ανακύκλωση, η εικόνα παραμένει ίδια; Η συνήθης απάντηση είναι ότι «μας λείπει η παιδεία». Εκτιμώ ότι πρόκειται για μία βολική εξήγηση, η οποία μεταθέτει το πρόβλημα και την αναγκαία επίλυσή του στο απροσδιόριστο μέλλον. Οι πολίτες γνωρίζουν -ή οφείλουν να γνωρίζουν- ότι η ανεξέλεγκτη ρίψη απορριμμάτων υποβαθμίζει το περιβάλλον και φυσικά το μέλλον των παιδιών μας. Στην πράξη, όμως, όποιος πετά σκουπίδια από το αυτοκίνητο ή εγκαταλείπει συσκευασίες στην παραλία,σπανίως αντιμετωπίζει έλεγχο ή κύρωση, με αποτέλεσμα να απουσιάζει και το σαφές μήνυμα κοινωνικής αποδοκιμασίας.
Η εμπειρία δείχνει ότι οι εκκλήσεις και οι καμπάνιες δεν αρκούν για να αλλάξουν κοινωνικές συμπεριφορές. Αντιθέτως, τέτοιες αλλαγές επέρχονται όταν οι προσπάθειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης συνοδεύονται από σαφείς κανόνες και πραγματικές συνέπειες. Ας επιχειρήσουμε να δούμε τις αναλογίες με τα θέματα της οδικής ασφάλειας: η μείωση των τροχαίων ατυχημάτων που ανακοινώθηκε προσφάτως συνδέθηκε άμεσα με την εντατικοποίηση των ελέγχων και τη σαφή πρόβλεψη κυρώσεων· όχι με μια αυτόματη αλλαγή συμπεριφοράς των πολιτών. Με την ίδια λογική μπορούμε να δούμε και τη ρύπανση του περιβάλλοντος. Όταν δεν επιφέρει καμία κύρωση, μετατρέπεται σταδιακά σε αποδεκτή πρακτική.
Στην Ελλάδα, για χρόνια επενδύσαμε σχεδόν αποκλειστικά στην ενημέρωση, συχνά αποσπασματική και χωρίς συνέχεια. Τι γίνεται όμως με την ευθύνη του κάθε πολίτη ξεχωριστά; Η ατομική στάση του καθενός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσας σημασίας. Δεν είναι δυνατόν να συνδυαστούν «ευρωπαϊκή ποιότητα ζωής» με «βαλκανική ατιμωρησία». Την ίδια στιγμή, η Πολιτεία δεν μπορεί να επιδεικνύει ανοχή έναντι μιας πρακτικής που καταστρέφει το κοινό αγαθό: το περιβάλλον. Οφείλει να εφαρμόζει τη νομοθεσία, όπως ακριβώς έκανε (όταν το αποφάσισε) και στην περίπτωση των αλκοτέστ. Στις χώρες όπου η ανακύκλωση είναι οργανωμένη και λειτουργεί (ενδεικτικά Γερμανία, Αυστρία, Ολλανδία), έχει ενσωματωθεί στην καθημερινή ρουτίνα. Είναι βέβαιο ότι αυτή η επιτυχία δεν συνέβη επειδή οι άνθρωποι εκεί «έχουν γεννηθεί… ευαισθητοποιημένοι».
Συνέβη διότι υπάρχει ένα τρίπτυχο που εφαρμόζεται:
– Συνεχής και αξιόπιστη ενημέρωση, αντί για αποσπασματικές καμπάνιες χωρίς διάρκεια και αξιολόγηση.
– Σαφές και εφαρμόσιμο πλαίσιο κανόνων για πολίτες και επιχειρήσεις, χωρίς γκρίζες ζώνες και εξαιρέσεις.
– Ουσιαστικοί έλεγχοι και κυρώσεις, ώστε η παραβατικότητα να μην παραμένει χωρίς κόστος. Ακριβώς η ύπαρξη ενός συνδυασμού ενημέρωσης, κανόνων, ελέγχων και κυρώσεων, είναι αυτή που ωθεί τον άνθρωπο να σέβεται το περιβάλλον.Διαφορετικά δεν εξηγείται το γεγονός ότι Έλληνες συμπολίτες μας υιοθετούν ορθές συμπεριφορές όταν βρίσκονται σε άλλες χώρες, όπου οι νόμοι εφαρμόζονται. Σε αυτές τις χώρες, τα οργανικά απόβλητα συλλέγονται χωριστά και δεν καταλήγουν στα σύμμεικτα, όπως στην Ελλάδα.
Οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να εφαρμόζουν κανόνες ορθής διαχείρισης των αποβλήτων τους και η λανθασμένη απόρριψη αντιμετωπίζεται ως παράβαση, με προβλεπόμενες κυρώσεις. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, το ούτως ή άλλως ασυγχώρητα ελλιπές πλαίσιο διαχείρισης αποβλήτων συμβαδίζει με τη «χαλαρή εφαρμογή» και τελικά δίνει χώρο στη δαιμονοποίηση των υλικών που απορρίπτονται. Ας το ξεκαθαρίσουμε για μία ακόμη φορά: το πρόβλημα δεν είναι τα υλικά καθαυτά -το πλαστικό, το αλουμίνιο, το γυαλί ή το χαρτί. Το πρόβλημα είναι το απόρριμμα που δεν τυγχάνει ορθής διαχείρισης. Τα ανακυκλώσιμα υλικά, και ιδίως τα πλαστικά, όταν χρησιμοποιούνται ορθώς και επιστρέφουν στο σύστημα, μέσω συλλογής και ανακύκλωσης, μπορούν να έχουν χαμηλότερο συνολικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, να συμβάλουν ουσιαστικά στη μετάβαση προς μία πιο βιώσιμη οικονομία και να καταστούν σημαντικοί παράγοντες στη μάχη ενάντια στην κλιματική κρίση.
Το πραγματικό κόστος προκύπτει όταν το υλικό εγκαταλείπεται στο περιβάλλον, στον δρόμο, στο ρέμα, στην παραλία… Η περιβαλλοντική παιδεία είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Όπως δεν αρκούσαν οι καμπάνιες «μην πίνεις και οδηγείς» χωρίς αλκοτέστ, έτσι δεν αρκούν και τα σποτ για την ανακύκλωση χωρίς εφαρμογή της νομοθεσίας. Χρειάζεται σταθερή ενημέρωση, αλλά ταυτόχρονα έλεγχοι και πρόστιμα με «παιδαγωγικό» χαρακτήρα, ώστε να γίνει σαφές ότι ο σεβασμός στο περιβάλλον δεν είναι προαιρετικός. Όταν η πιθανότητα ελέγχου γίνει πραγματική, η αλλαγή συμπεριφοράς θα έρθει γρηγορότερα απ’ όσο πιστεύουμε. Όχι επειδή θα γίνουμε ξαφνικά καλύτεροι, αλλά επειδή οι κανόνες θα πάψουν να είναι διακοσμητικοί.»
ΑΠΕ-ΜΠΕ











