
Άρθρο του Προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων Γιάννη Χατζή, στο ΑΠΕ – ΜΠΕ «
Η θεσμοθέτηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό δεν κλείνει έναν κύκλο. Ανοίγει μια νέα, εξίσου κρίσιμη φάση, εκείνη της αξιολόγησης, της διόρθωσης και της προσαρμογής ενός εργαλείου που καλείται να καθορίσει το μέλλον της τουριστικής ανάπτυξης της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες. Σε αυτή τη φάση θα κριθεί αν το πλαίσιο μπορεί πραγματικά να συνδυάσει τη βιωσιμότητα με την ανάπτυξη ή αν θα παραμείνει ένα σύνολο κανόνων αποκομμένων από την πραγματικότητα. Ο ξενοδοχειακός κλάδος είναι βαθύτατα προβληματισμένος από μια σειρά επιλογών του τελικού κειμένου.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων είχε ζητήσει έγκαιρα το πλήρες σχέδιο του ΕΧΠΤ και μια ουσιαστική διαβούλευση με τους άμεσα εμπλεκόμενους φορείς. Δυστυχώς, παρά τις επιμέρους διορθώσεις που τελικά ενσωματώθηκαν, θεωρούμε ότι ο πυρήνας των προβλημάτων που είχαμε επισημάνει παραμένει σε μεγάλο βαθμό ίδιος. Ένα τόσο κρίσιμο εργαλείο εθνικού σχεδιασμού οφείλει να λειτουργεί πρωτίστως ως πλαίσιο στρατηγικών κατευθύνσεων και λιγότερο ως μηχανισμός επιβολής ενιαίων, οριζόντιων ρυθμίσεων. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο το τελικό κείμενο του ΕΧΠΤ φαίνεται να υστερεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ανώτατο όριο των 100 κλινών που τίθεται για τα νησιά της Ομάδας ΙΙ.
Είναι προφανές ότι νησιά με εντελώς διαφορετική κλίμακα, επίπεδο τουριστικής ανάπτυξης, υποδομές και οικονομικά χαρακτηριστικά δεν μπορούν να διέπονται από τον ίδιο απόλυτο περιορισμό. Το ζήτημα δεν είναι αν το όριο θα έπρεπε να είναι υψηλότερο ή χαμηλότερο. Το ζήτημα είναι ότι η ανάπτυξη επιχειρείται να ρυθμιστεί μέσα από μια οριζόντια προσέγγιση που αγνοεί τις πραγματικές συνθήκες κάθε προορισμού. Στην ίδια λογική κινούνται και οι προβλέψεις για τα μεγαλύτερα νησιά της Ομάδας Ι, όπου, παρά την περιορισμένη δυνατότητα αύξησης της δυναμικότητας σε μεγαλύτερες εκτάσεις, εξακολουθούν να τίθενται προκαθορισμένα ανώτατα όρια που περιορίζουν τη δυνατότητα προσαρμογής στις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής. Οι συνέπειες δεν είναι θεωρητικές, ούτε αφορούν κάποιες περιφερειακές, μεμονωμένες περιπτώσεις. Η αντιμετώπιση, μέσα από γενικούς αριθμητικούς κανόνες, προορισμών με εντελώς διαφορετική αναπτυξιακή διαδρομή, διαφορετικές υποδομές, διαφορετική ένταση τουριστικής δραστηριότητας και διαφορετικές ανάγκες μεταξύ τους δεν αποτελεί ουσιαστικό χωρικό σχεδιασμό. Είναι μια διοικητική απλούστευση μιας πολύ πιο σύνθετης πραγματικότητας. Ανάλογη ανησυχία προκαλούν και τα όρια των 50 και 150 κλινών που ενεργοποιούν την υποχρεωτική εκπόνηση Εκθέσεων Φέρουσας Ικανότητας. Πρόκειται για πρόσθετο κόστος, γραφειοκρατία και αβεβαιότητα, χωρίς σαφή τεκμηρίωση για το πώς προέκυψαν αυτά τα συγκεκριμένα αριθμητικά όρια. Η επιβάρυνση αυτή μπορεί να αγγίξει ακόμη και μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της τουριστικής δραστηριότητας και της απασχόλησης σε πολλούς ελληνικούς προορισμούς. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η πιο κραυγαλέα ασυμμετρία του κειμένου.
Για τις οργανωμένες, νόμιμα αδειοδοτημένες ξενοδοχειακές μονάδες τίθενται συγκεκριμένα, μετρήσιμα και δεσμευτικά όρια. Για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, αντίθετα, το κείμενο περιορίζεται σε γενικές και αόριστες αναφορές, χωρίς κανείς να γνωρίζει αν, πότε και με ποιο ακριβώς περιεχόμενο θα εξειδικευθούν και θα εφαρμοστούν μέτρα. Δεν μπορεί μια δραστηριότητα που επιβαρύνει καθημερινά τη λειτουργία πολλών προορισμών να εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με ασάφειες, την ίδια στιγμή που η νόμιμη ξενοδοχειακή επιχειρηματικότητα καλείται να λειτουργήσει μέσα σε αυστηρά και απολύτως συγκεκριμένα πλαίσια. Τα ζητήματα αυτά δεν αφορούν μόνο τις επιχειρήσεις μας. Οριζόντιοι περιορισμοί αυτού του τύπου μπορεί, αντί να προστατεύουν το τοπίο, να οδηγήσουν σε κατάτμηση ιδιοκτησιών, υποτίμηση της αξίας της γης και πολλαπλασιασμό μικρότερων, διάσπαρτων μονάδων, με αποτέλεσμα τελικά μεγαλύτερη και όχι μικρότερη συνολική επιβάρυνση. Παράλληλα, οι τοπικές κοινωνίες εξακολουθούν να μην έχουν ουσιαστική δυνατότητα προσαρμογής του πλαισίου στις δικές τους ανάγκες, αφού κάθε αναθεώρηση παραπέμπεται σε διαδικασίες που μπορεί να χρειαστούν χρόνια.
Υπάρχει, επιπλέον, και μία διάσταση που κανείς δεν πρέπει να υποτιμά. Ένα τόσο σημαντικό κανονιστικό πλαίσιο δεν αρκεί να έχει πολιτική πρόθεση. Πρέπει να έχει ισχυρή τεχνική, επιστημονική και νομική θεμελίωση. Ιδίως όταν θεσπίζει οριζόντιους περιορισμούς με τόσο σημαντικές επιπτώσεις σε ιδιοκτησίες, επενδύσεις και οικονομικές δραστηριότητες, κανείς δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι κάθε επιλογή του θα μείνει εκτός σοβαρού δικαστικού ελέγχου. Το Συμβούλιο της Επικρατείας υπάρχει ακριβώς για να ελέγχει τη νομιμότητα και την επαρκή τεκμηρίωση τέτοιων ρυθμίσεων. Θα ήταν επομένως φρόνιμο να μην αντιμετωπίζεται η θεσμοθέτηση του πλαισίου ως το τέλος της συζήτησης. Αναγνωρίζουμε πλήρως τη σημασία της ύπαρξης ενός θεσμοθετημένου πλαισίου. Άλλωστε ήταν αίτημα που η ΠΟΞ έθετε επί σειρά ετών. Όμως η Φέρουσα Ικανότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως στατικό και απόλυτο μέγεθος, αλλά ως δυναμικό εργαλείο που μεταβάλλεται ανάλογα με τις υποδομές, την τεχνολογία και τα πραγματικά δεδομένα κάθε περιοχής. Και εδώ εντοπίζεται το βασικό πρόβλημα της προσέγγισης που υιοθετείται. Η βιωσιμότητα δεν διασφαλίζεται με διαρκώς περισσότερους περιορισμούς.
Διασφαλίζεται με επενδύσεις στις υποδομές που έχει ανάγκη κάθε προορισμός. Το νερό, η ενέργεια, η διαχείριση αποβλήτων, οι μεταφορές και οι δημόσιες υποδομές είναι εκείνα που καθορίζουν στην πράξη τη φέρουσα ικανότητα μιας περιοχής και όχι ένας ενιαίος αριθμητικός κανόνας που εφαρμόζεται οριζόντια. Ένα Χωροταξικό που περιορίζεται στο να βάζει όρια χωρίς να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων δεν δίνει λύσεις. Απλώς μεταθέτει τις ευθύνες και αναβάλλει τις αναγκαίες παρεμβάσεις. Ο ελληνικός τουρισμός δεν χρειάζεται περισσότερα οριζόντια όρια. Χρειάζεται υποδομές, στρατηγικό σχέδιο, σοβαρή τεκμηρίωση και το θάρρος να διορθώνουμε έγκαιρα ό,τι δεν λειτουργεί. Και είναι χρέος μας, ιδιαίτερα σε ζητήματα τόσο κρίσιμα όπως το ΕΧΠΤ, που θα καθορίσει την πορεία του κλάδου αλλά και της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια, να ασκούμε ουσιαστική και τεκμηριωμένη κριτική, αξιολογώντας κάθε ρύθμιση με βάση τις πραγματικές της επιπτώσεις στην ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα των προορισμών.
Μόνο έτσι μπορούμε να προχωρήσουμε στην επόμενη ημέρα του ελληνικού τουρισμού. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να μπορούμε απλώς να λέμε ότι η χώρα απέκτησε Χωροταξικό για τον Τουρισμό. Το ζητούμενο είναι να αποκτήσει ένα Χωροταξικό που να λειτουργεί. Πριν οι στρεβλώσεις που σήμερα επισημαίνουμε μετατραπούν αύριο σε μη αναστρέψιμες συνέπειες.»
*Ο Γιάννης Χατζής είναι Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων Προέλευση φωτογραφίας: ΠΟΞ
ΑΠΕ-ΜΠΕ











