Αρχική Κοινωνία Από πού πηγάζει η νεανική εγκληματικότητα; Μια επίκαιρη διαμάχη των Π.Π. Παζολίνι...

Από πού πηγάζει η νεανική εγκληματικότητα; Μια επίκαιρη διαμάχη των Π.Π. Παζολίνι και Ίταλο Καλβίνο

Μπορεί σήμερα να μας ξαφνιάζει που το ζήτημα της νεανικής εγκληματικότητας έρχεται στην επικαιρότητα, γενώντας αμείλικτα ερωτηματικά, τόσο για τα μεμονωμένα γεγονότα, όσο και για την γενίκευση του φαινομένου κι ακόμη μεγαλύτερη αγωνία για την αντιμετώπισή του.

Πέρα από τις διάφορες κοινωνιολογικές ερμηνείες, τις αστυνομικού τύπου προτάσεις και τις βιαστικές γενικεύσεις που διατυπώνονται σε διάφορες βαθμίδες του δημόσιου κι ιδιωτικού λόγου, το ζήτημα της νεανικής εγκληματικότητας μας θυμίζει πως κατά βάσιν είναι σύμφυτο με την πολιτιστική μετάλλαξη που μεταπολεμικά συνόδευσε την είσοδο της τεχνολογίας και των μέσων επικοινωνίας όλες τις μεγάλες δυτικές κοινωνίες, την εξάπλωση και την καθολίκευση της επιρροής τους πάνω στις μέχρι τότε παραδοσιακές κοινωνίες. Το θέμα της επιρροής των μέσων επικοινωνίας στην κοινωνία, την αλλοίωση ή την εξαφάνιση παραδοσιακών πρακτικών που επέφερε και τον χαρακτήρα των νέων προτύπων που εισάγουν — κυρίως των αρνητικών–έχει απασχολήσει ζωηρά πολλούς διανοουμένους σε όλον τον κόσμο.

Σε βαθμό που να έχει προκαλέσει και φιλοσοφικές και διανοητικές διαμάχες, όπως αυτή που έφερε αντιμέτωπους το 1975 δύο πολύ μεγάλες προσωπικότητες των ιταλικών και παγκόσμιων γραμμάτων: τον Πιερ Πάολο Παζολίνι από τη μία και τον Ίταλο Καλβίνο από την άλλη. Αφορμή για να διασταυρώσουν τα ξίφη τους (για ακόμη μία φορά, δεδομένου ότι είχαν αναμετρηθεί και παλιώτερα πάνω στο ζήτημα της παράδοσης και της προόδου) αυτοί οι δύο μεγάλοι πυλώνες της ιταλικής διανόησης ήταν ένα ειδεχθές έγκλημα, που είχε συνταράξει την κοινή γνώμη της εποχής. Επρόκειτο για τη «Σφαγή του Τσιρτσέο» (29-30 Σεπτεμβρίου 1975), όταν τρείς νεαροί, που ανήκαν σε «καλές» οικογένεις της Ρώμης (οι Άντζελο Ίτσο, Τζοβάνι Γκουΐντο και Αντρέα Γκίρα), αφού παρέσυραν δύο ανήλικα κορίτσια από εργατικές συνοικίες, τις οποίες επί 35 ώρες κακοποίησαν σεξουαλικά και βασάνισαν σε μία βίλα στο Τσιρτσέο και κατόπιν τις εγκατέλειψαν στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου, πιστεύοντας ότι κι οι δύο ήσαν νεκρές.

Ωστόσο μόνο η μία είχε ξεψυχήσει, η Ροζάρια Λόπετζ, ενώ η Ντονατέλα Κοσασάντι σώθηκε προσποιούμενη τη νεκρή και διασώθηκε από περαστικούς που άκουσαν τους γόους και τις φωνές της. Όπως είναι φυσικό, η κοινή γνώμη της Ιταλίας συγκλονίσθηκε κι υπό το φώς των επακόλουθων αποκαλύψεων (τα πλουσιόπαιδα ανήκαν επίσης σε νεοφασιστικές οργανώσεις) και με δεδομένη την τοτινή έκρυθμη πολιτική κατάσταση της εποχής, διχάστηκε βαθιά. Μέσα στο πλαίσιο της γενικώτερης διαμάχης που ξέσπασε, τόσο σε πολιτικό, όσο και σε κοινωνιολογικό και φιλοσοφικό επίπεδο για το αποκρουστικό και κυρίως σαδιστικό περιστατικό, ο Ίταλο Καλβίνο δημοσίευσε ένα άρθρο στην Corriere della Sera της 8ης Οκτωβρίου 1975 με τίτλο «Έγκλημα στην Ευρώπη».

Σε αυτό το κομμάτι του, ο διάσημος συγγραφέας υπογράμμιζε πως η πιο αποκρουστική πτυχή του εγκλήματος αυτού είναι «ο δημόσιος χαρακτήρας του»: «Οι υπεύθυνοι της σφαγής στο Τσιρτσέο είναι πολλοί και συμπεριφέρονται σαν αυτό που έκαναν να ήταν απόλυτα φυσιολογικό, σαν να είχαν πίσω τους ένα περιβάλλον και μια νοοτροπία που τους κατανοεί και τους θαυμάζει. Όσο λίγο κι αν μπορούμε να καταλάβουμε, πρέπει να κοιτάξουμε τα πράγματα κατάματα και να εξετάσουμε την ύπαρξη μιας κοινωνίας τεράτων που συνυπάρχει τέλεια με τις δομές της σημερινής μας κοινωνίας», έγραφε. Και συνέχιζε, περιγράφοντας μία κατάσταση, η οποία κάλλιστα θα μπορούσε να χαρακτηρίζει και το σήμερα σε πολλές από τις άσκοπες τούτες πράξεις βίας που διαπιστώνουμε, ιδίως όσον αφορά την «ανεκτικότητα» που οι σημερινές κοινωνίες συνηθίζουν να δείχνουν –εκμαυλισμένες κι από τις εικόνες στα μέσα επικοινωνίας–σε ορισμένες μορφές βίας: «Στη σημερινή Ρώμη, εκείνο που τρομάζει είναι ότι αυτές οι τερατώδεις ασκήσεις συμβαίνουν σε ένα κλίμα απόλυτης ανεκτικότητας, χωρίς πλέον ούτε τη σκιά μιας πρόκλησης απέναντι σε κατασταλτικούς περιορισμούς· παρουσιάζονται με τη χυδαία προκλητικότητα του “νταηλικιού” της καφετέριας, με τη σιγουριά της ατιμωρησίας κοινωνικών στρωμάτων για τα οποία όλα ήσαν πάντα εύκολα – μια σιγουριά που οδηγεί ακαριαία από τους ξυλοδαρμούς στην έξοδο του σχολείου στις σφαγές σε βίλες του Σαββατοκύριακου». Και προειδοποιούσε ο Καλβίνο, πως δεν είναι απλά η βία του νεοφασισμού (ιδιαίτερα ζωντανή εκείνη την εποχή στην Ιταλία) που αποτελεί την απειλή, αλλά η αδιαφορία για το τι σημαίνει κοινωνία, συνάνθρωπος, αμοιβαιότητα στις σχέσεις και αγωγή: «Ο πραγματικός κίνδυνος προέρχεται από την εξάπλωση καρκινοειδών στρωμάτων στην κοινωνία: υπάρχει ένα τμήμα της ιταλικής αστικής τάξης που ζει, ευημερεί και πολλαπλασιάζεται χωρίς την παραμικρή αίσθηση του τι σημαίνει να ανήκεις σε μια κοινωνία, ως αμοιβαία σχέση μεταξύ προσωπικών ή ομαδικών συμφερόντων και εκείνων της συλλογικότητας.

Το να πει κανείς ότι δεν απέχουμε παρά ένα βήμα από την ηθική ατονία και την κοινωνική ανευθυνότητα, μέχρι του σημείου να φθάνουμε στην πρακτική των βασανιστηρίων και της σφαγής των κοριτσιών με τα οποία βγαίνει κανείς το βράδυ, μπορεί να φαίνεται ως μία από τις συνηθισμένες υπερβολικές γενικεύσεις των ηθικολόγων· όμως έχουμε μπροστά στα μάτια μας το βιογραφικό και τη γλώσσα αυτών των νεαρών, αντιπροσωπευτικών δειγμάτων –όπως λέγεται– της πελατείας ενός μπαρ που συχνάζει η νεολαία της τάξης τους». Και κατέληγε: «Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η κλιμάκωση της σφαγής και της ταπείνωσης του προσώπου είναι ένα από τα πιο εμφανή σημάδια του ιστορικού γίγνεσθαι: αυτοί οι νεαροί Ρωμαίοι νοιάζονται μόνο να αποδείξουν ένα προφανές πράγμα: ότι οι Ναζί μπορούν να ξεπεραστούν κατά πολύ σε σκληρότητα ανά πάσα στιγμή.[…] Στον κοινωνικό μας ιστό, ανέκαθεν εύθραυστο, ανοίγουν τρομακτικές ρωγμές, όπως αυτή από την οποία βγαίνουν οι νεαροί σφαγείς του Τσιρτσέο. Η κοινωνία σε εμάς παραμένει πάντα προς οικοδόμηση: και αυτό είναι ξεκάθαρο σήμερα ακόμη περισσότερο από ό,τι πριν από τριάντα χρόνια. Αλλά βρίσκεται σε εξέλιξη ένας αγώνας δρόμου με τον χρόνο: όσο περισσότερο εκτείνεται ο εκφυλισμός, τόσο πιο μαλακό γίνεται το έδαφος για να αντέξει οποιαδήποτε θεμέλια. Στις άλλες χώρες η κρίση είναι η ίδια, αλλά πλήττει ένα πιο στέρεο κοινωνικό υπόβαθρο. […]».

Σε τούτο το άρθρο, ο Παζολίνι σπεύδει να αντιτάξει τη δική του άποψη, η οποία εν πολλοίς εκφράζει τη θέση που πάντοτε υποστήριζε για τους «πληβείους» των περιφερειών και τους «περιθωριακούς» ενός συστήματος παραγωγής, που πέρα από την οικονομική εκμετάλλευση, αλλοτριώνει ακόμη και τις αξίες τους και την παράδοσή τους. Για τον Παζολίνι, δεν είναι μόνο ένα ζήτημα καυχησιάρικης ανηθικότητας, αλλά μία βαθύτερη «ανθρωπολογική» μετάλλαξη, που οφείλεται στον καταναλωτισμό και την καταπίεση. Στην «Λουθηρανή επιστολή του στον Ίταλο Καλβίνο», δημοσιευμένη στην Il Mondo την 30η Οκτωβρίου 1975, ο Παζολίνι ανατρέπει ένα προς ένα τα θεωρητικά σημεία του Καλβίνο, επαναλαμβάνοντάς τα με τη συνοδεία ενός «γιατί αυτό» και το καταλογίζει πως δημιουργεί «αποδιοπομπαίους τράγους», οι οποίοι είναι «μερίδα της αστικής τάξης», η «Ρώμη», οι «νεοφασίστες», κατηγορώντας τον πως βρίσκει εύκολες απαντήσεις, στοχοποιώντας τις τρεις τούτες ομάδες. «Το να μιλάς ακόμη ως ένοχο για “ένα τμήμα της αστικής τάξης” είναι ένας λόγος παρωχημένος και μηχανικός, επειδή η αστική τάξη σήμερα είναι ταυτόχρονα πολύ χειρότερη από ό,τι πριν από δέκα χρόνια, και πολύ καλύτερη.

Ολόκληρη. Συμπεριλαμβανομένης αυτής των Parioli (αριστοκρατική συνοικία της Ρώμης) ή της San Babila (Μιλάνο). Είναι περιττό να σου πω γιατί είναι χειρότερη (βία, επιθετικότητα, αποκοπή από τον άλλο, ρατσισμός, χυδαιότητα, βάναυσος ηδονισμός), αλλά είναι επίσης περιττό να σου πω και γιατί είναι καλύτερη (ένας ορισμένος κοσμικισμός, μια ορισμένη αποδοχή αξιών που ανήκαν μόνο σε κλειστούς κύκλους, οι ψήφοι στο δημοψήφισμα, οι ψήφοι της 15ης Ιουνίου)», αντέτεινε ο Παζολίνι. Στο άρθρο του ο Παζολίνι αντιτείνει στον Καλβίνο πως κι αυτός υπέκυψε στον πειρασμό να σκεφθεί το ίδιο συμβατικά με τον υπόλοιπο Τύπο: «που στους δολοφόνους του Τσιρτσέο βλέπει μια περίπτωση που τον αφορά, μια περίπτωση, επαναλαμβάνω, προνομιούχα. Αν τα ίδια πράγματα τα είχαν κάνει κάποιοι “φτωχοί” από τις λαϊκές συνοικίες της Ρώμης, ή κάποιοι “φτωχοί” μετανάστες στο Μιλάνο ή στο Τορίνο, δεν θα γινόταν τόση συζήτηση με αυτόν τον τρόπο.

Λόγω ρατσισμού. Επειδή οι “φτωχοί” των συνοικιών ή οι “φτωχοί” μετανάστες θεωρούνται εγκληματίες εκ προοιμίου». Αλλά, ο Παζολίνι–που στα έργα του (βλέπε Αccatone) είχε ακριβώς καταδείξει αυτήν τη “ρομαντική” εγκληματικότητα των φτωχών συνοικιών και των περιθωριοποιημένων στρωμάτων της προόδου και της ανάπτυξης–τονίζει με αδυσώπητη ειλικρίνεια: «Ε λοιπόν, οι “φτωχοί” των λαϊκών συνοικιών της Ρώμης και οι “φτωχοί” μετανάστες, δηλαδή οι νέοι του λαού, μπορούν να κάνουν και κάνουν πράγματι (όπως λένε με τρομακτική σαφήνεια τα ρεπορτάζ) τα ίδια πράγματα που έκαναν οι νέοι των Parioli: και με το ίδιο ακριβώς πνεύμα, αυτό που αποτελεί αντικείμενο της δικής σου “περιγραφικότητας”. Οι νέοι των συνοικιών της Ρώμης κάνουν κάθε βράδυ εκατοντάδες όργια (τα λένε “μπαταρίες”) παρόμοια με εκείνα του Τσιρτσέο· και επιπλέον, είναι κι αυτοί ναρκωμένοι. (…)Η ατιμωρησία όλων αυτών των ετών για τους αστούς εγκληματίες και ειδικά τους νεοφασιστές δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την ατιμωρησία των εγκληματιών των συνοικιών». Και περνά από τη διαπίστωση: «Τι συμπεραίνουμε από όλα αυτά; Ότι η “γάγγραινα” δεν εξαπλώνεται από ορισμένα στρώματα της (ρωμαϊκής ή νεοφασιστικής) αστικής τάξης μολύνοντας τη χώρα και άρα τον λαό. Αλλά ότι υπάρχει μια πηγή διαφθοράς πολύ πιο μακρινή και καθολική» στην επανάληψη του μοτίβου, που σταθερά υποστήριζε για την δηλητηριώδη επιρροή των μέσων ενημέρωσης και του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής στην καταρράκωση της αγνής λαϊκής παράδοσης, στην «ανθρωπολογική μεταβολή», τόσο ηθικά, όσο και συμπεριφορικά, των πολιτών. Άλλωστε πριν από την επιστολή του Καλβίνο, σε άλλο άρθρο του με τίτλο «Δύο ταπεινές προτάσεις για την εξάλειψη της εγκληματικότητας», ο Παζολίνι είχε προτείνει δύο «σουϊφτιανού» τύπου λύσεις: όπως ο Τζόναθαν Σουΐφτ κωμικά πρότεινε σε όσους πεινούνε να τρώνε τα παιδιά τους, έτσι κι ο Παζολίνι πρότεινε «να καταργηθεί το υποχρεωτικό σχολείο κι η τηλεόραση». Το πρώτο γιατί με την ημιμάθειά του δημιουργούσε ταυτόχρονα κομπασμό και ανασφάλεια για όσα λίγα μαθαίνει το σχολείο κι η δεύτερη για τον προφανή αλλοτριωτικό της χαρακτήρα. «Άλλαξε ο “τρόπος παραγωγής” (τεράστια ποσότητα, περιττά αγαθά, ηδονιστική λειτουργία). Αλλά η παραγωγή δεν παράγει μόνο εμπορεύματα, παράγει ταυτόχρονα κοινωνικές σχέσεις, ανθρωπιά. Ο “νέος τρόπος παραγωγής” παρήγαγε λοιπόν μια νέα ανθρωπότητα, δηλαδή μια “νέα κουλτούρα” τροποποιώντας ανθρωπολογικά τον άνθρωπο (στη συγκεκριμένη περίπτωση τον Ιταλό).

Αυτή η “νέα κουλτούρα” κατέστρεψε κυνικά (γενοκτονία) τις προηγούμενες κουλτούρες: από την παραδοσιακή αστική, έως τις διάφορες επιμέρους και πληθυντικές λαϊκές κουλτούρες. Στα κατεστραμμένα πρότυπα και αξίες, αντικαθιστά δικά της πρότυπα και αξίες (μη καθορισμένα και κατονομασμένα ακόμη): που είναι εκείνα ενός νέου είδους αστικής τάξης. Τα παιδιά της αστικής τάξης είναι λοιπόν προνομιούχα στην υλοποίησή τους, και, υλοποιώντας τα (με αβεβαιότητα και άρα με επιθετικότητα), τίθενται ως παραδείγματα σε εκείνους που οικονομικά είναι ανίσχυροι να το κάνουν, και υποβιβάζονται ακριβώς σε σκιώδεις και άγριους μιμητές». Ορίστε η μετάφραση του κειμένου στα ελληνικά, αποδίδοντας με ακρίβεια το φιλοσοφικό και κοινωνιολογικό βάρος της αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο διανοουμένων: Για τον Καλβίνο, τα πλουσιόπαιδα δολοφόνοι του Τσιρτσέο είναι μέλη μίας άλλης κοινωνίας, μιας κοινότητας αδιάφορων κι αλαζονικών τεράτων, η οποία αδιαφορεί για τα ηθικά θεμέλια και τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών και τους θεσμούς του κράτους και αυτο πραγματώνεται ως μια ξεχωριστή οντότητα.

Μια άλλη πραγματικότητα που ζει κι επιθετικά επιβάλλει τους δικούς της «μη-κανόνες», μέσα σε μια αδιαφορία που μετατρέπεται σχεδόν σε εναντίωση απέναντι στη δική μας κοινότητα. Για τον Καλβίνο, οι τρεις νέοι είναι «τέρατα», όπως τερατώδης είναι και η πραγματικότητα από την οποία προέρχονται: ένας κόσμος χωριστός, που πρέπει να αντιμετωπιστεί και να ονομαστεί με το όνομά του. Για τον ίδιο, η ανάδειξη της «τερατουργίας» κι η επίγνωση ότι υπάρχει, μπορεί να οδηγήσει στην «ουτοπία» (με την ιδιαίτερη πάντοτε έννοια που δίνει στον ιδανικό κόσμο μέσα από τα έργα του), αλλοιώτικα θα υπερτερεί η κοινωνία όπου κάθε εκφυλισμός —όπως αυτός που αντιπροσωπεύει η σφαγή του Τσιρτσέο— δεν θα κάνει τίποτα άλλο από το να καθιστά το έδαφος πάνω στο οποίο χτίζουμε ολοένα και πιο «μαλακό για να αντέξει οποιαδήποτε θεμέλια». Απεναντίας, ο Παζολίνι δεν βλέπει μόνο μία τάξη, αλλά έναν «τρόπο παραγωγής», ο οποίος ακριβώς έφερε στην Ιταλία μια νέα κουλτούρα και μετέτρεψε ακόμη και τη σκέψη των περιθωριοποιημένων και των φτωχών σε αστική σκέψη, που τους οδηγεί στη φενάκη ότι μπορεί και να είναι αστοί και να δρουν ανάλογα (έστω κι εγκληματικά). Για τον Παζολίνι, η εγκληματικότητα θα πρέπει ν’ αναζητηθεί στο γεγονός ότι οι προηγούμενες κουλτούρες, έχουν πλέον αντικατασταθεί, έχουν χαθεί οριστικά.

Ο Παζολίνι, λοιπόν, εντοπίζει σε αυτή την κοινωνική αντικατάσταση —η οποία εμπλέκει «όλα» ανεξαιρέτως τα παιδιά— την πραγματική αιτία της Σφαγής του Τσιρτσέο. Το μεγαλειώδες στοιχείο στην διαμάχη τούτη, είναι πως εύλογα αίτια για την πηγή της άσκοπης εγκληματικότητας, της ανεκτικότητας και της κοινωνικής αδιαφορίας, μπορούν να εντοπισθούν και στις δύο απόψεις. Γιώργης -Βύρων Δάβος ● Οι μεταφράσεις είναι του Γ-Β. Δάβου από το υπό έκδοση βιβλίο «Παζολίνι και Καλβίνο. Μία φιλική έχθρα», εκδόσεις Εύμαρος.

ΑΠΕ-ΜΠΕ
Προηγούμενο άρθροΚοινή ανακοίνωση Κατερίνας Καζάνη, Βουλευτή Ευβοίας & υπεύθυνης Κ.Τ.Ε. Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας & του Τομέα Ισότητας ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής για τη Διεθνή Ημέρα της Γυναίκας.
Επόμενο άρθροΙράν: Ο πρόεδρος Πεζεσκιάν λέει ότι τα σχόλιά του “παρερμηνεύθηκαν από τον εχθρό” (κρατική τηλεόραση)