Σήμερα οι πρώτοι Χαιρετισμοί – ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ: Τι είναι και γιατί τον ονομάζουμε και «Χαιρετισμούς»

Ο πασίγνωστος σε όλους τους χριστιανούς εκκλησιαστικός ύμνος, ο οποίος ψάλλεται τμηματικά τις πρώτες τέσσερις εβδομάδες της Μεγάλης Σαρακοστής και ολόκληρος την πέμπτη Παρασκευή της Μεγάλης Σαρακοστής που η ακολουθία της ονομάζεται Ακάθιστος.

Γράφει ο Πέτρος Κεφαλάς

Αποτελείται από το προοίμιο και από 24 «οίκους» ή στροφές που η μία διαδέχεται την άλλη  ακροστιχικά σύμφωνα με το αλφάβητο.  Ο ύμνος χωρίζεται σε τέσσερα μέρη ή στάσεις.  Στις μέρες μας ψάλλεται μόνο το προοίμιο ενώ οι οίκοι ή στροφές απαγγέλλονται με ψαλμωδική απόδοση. Η συγγραφή του αποδίδεται στον Ρωμανό Μελωδό με την ευκαιρία της απροσδόκητης σωτηρίας της Κωνσταντινούπολης, από τον κίνδυνο  κατάληψής της από τους Πέρσες με βασιλιά τον Χοσρόη Β΄ το 626 μ.Χ. Η σωτηρία αποδόθηκε στην Παναγία Θεομήτορα. Ονομάσθηκε Ακάθιστος, επειδή τον έψαλλαν προς τιμή της Θεοτόκου για την διάσωση της Πόλης κατά την επιδρομή των Περσών, ενώ οι πιστοί έμεναν όρθιοι κατά την διάρκεια της ακολουθίας.

Η γλώσσα του έργου είναι η αττικίζουσα, ενώ το μέτρο στηρίζεται σε περίτεχνους συνδυασμούς των ποδών και των ρυθμών οι οποίοι κανονίζονται από το μέλος που συνοδεύει τον στίχο. Ο ρυθμός πετυχαίνεται με την ισομετρία κάθε δίστιχου, δηλαδή έχουν τον ίδιο αριθμό συλλαβών και τον ίδιο τόνο πάνω στην συλλαβή.

Το σύνολο του σημαντικού αυτού εκκλησιαστικού έργου είναι ένα εγκώμιο για την Θεοτόκο. Στο πρώτο μέρος εξυμνείται ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και η Γέννηση.  Στην δεύτερη στάση εξυμνείται η γέννηση του Χριστού, η προσκύνηση των μάγων, η φυγή στη Αίγυπτο και τα περί Συμεών. Στο Β΄ μέρος (Ν-Ω) της Γ΄ στάσεως ο υμνωδός απευθύνεται προς τους ανθρώπους επιβεβαιώνοντας την ανακαίνιση της Κτίσεως εκ της θεανθρωπήσεως και την κατάπληξη των αγγέλων και των σοφών.

Στην Δ΄ στάση ο υμνωδός επανέρχεται στην λυρική και ρητορική εξύμνηση της Θεοτόκου ως μητέρα ουρανού και γης, αλλά και ως γέφυρα που οδηγεί στο θείο ανατρέποντας την πρώην κατάρα της Εύας, σώζοντας έτσι τους ανθρώπους από το προπατορικό αμάρτημα, ενώ στον επίλογο την παρακαλεί να μεσιτεύει και να σώζει τους ανθρώπους  από την επίγεια αμαρτία και την μέλλουσα τιμωρία.

Ο Ακάθιστος Ύμνος εκτός από την μετρική, έχει και μια αυστηρά καθορισμένη αρχιτεκτονική σύνθεση. Από τους 24 οίκους  οι 11 περιέχουν το εφύμνιο «Αλληλούια», ενώ οι 13 περιέχουν το «Χαίρε νύμφη ανύμφευτε». Εξαιτίας της συχνής επαναλήψεως του χαίρε σε ολόκληρο τον ύμνο οι ακολουθίες της Παρασκευής ονομάσθηκαν «Χαιρετισμοί» οι οποίοι προκαλούν ρίγη συγκινήσεων στους πιστούς χριστιανούς. Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι ο ύμνος αρχικά ψαλλόταν στον όρθρο της γιορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, τον οποίο υμνεί Άγγελος πρωτοστάτης. Ο Άγγελος πρωτοστάτης είναι  ο αρχάγγελος Γαβριήλ, που έφερε στην Παρθένο Μαρία την αγγελία της γέννησης του Χριστού και την προσφώνησε με το  «Χαίρε Κεχαριτωμένη».

Ο Ακάθιστος Ύμνος έτυχε μεγάλης τιμής και μεταφράσθηκε έμμετρα από σημαντικούς στιχουργούς. Υπάρχουν μεταφράσεις του ύμνου στα λατινικά, ρωσικά, ιταλικά, ισπανικά, ρουμάνικα, γαλλικά, αραβικά και σε άλλες γλώσσες τελευταία.

Το θεολογικό αυτό αριστούργημα βρήκε την υψίστη τιμή από την Ορθοδοξία η οποία τον περιέλαβε ολόκληρο στο τυπικό της, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους οι οποίοι έχουν παραθέσει μόνο τμήματα του ύμνου. Δικαιολογημένα βέβαια η Ορθοδοξία αγκάλιασε με τόσο θέρμη τον Ακάθιστο Ύμνο λαμβάνονταν υπόψιν της την λυρική αξία, την σύνθεση και πολύ περισσότερο την υπόθεση. Το θεοπρεπές και χαρμόσυνο μυστήριο της ενσαρκώσεως του Λόγου Του Θεού εξυμνείται με μεγαλοπρέπεια και λυρική έξαρση σε όλο του το σύνολο.

Ποιος έγραψε τον Ακάθιστο Ύμνο

Από πολλούς υποστηρίζεται η άποψη ότι ο ποιητής του Ακάθιστου Ύμνου είναι ο Ρωμανός Μελωδός, ο οποίος έζησε κατά το πρώτο μισό του 6ου μ.Χ. αιώνα. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την γλώσσα, το ύφος της ρητορικής τάσης, από την χρήση των αντιθέτων, των επιθέτων, της δραματικής χροιάς και της όλης αρχιτεκτονικής του ποιήματος.

Κατά άλλους υπάρχει η γνώμη ότι ο Ακάθιστος Ύμνος, πιθανόν, γράφτηκε από κάποιον ποιητή που έζησε το δεύτερο μισό του 6ου  αιώνα μ.Χ.

Υπάρχουν και αρκετοί άλλοι που αποδίδουν το ποίημα στον πατριάρχη Σέργιο, ο οποίος όμως αποκλείεται εξ αρχής για καθαρά αισθητικούς και φιλολογικούς λόγους, διεκδικώντας ίσως την τιμή της εκκλησιαστικής καθιέρωσης του ύμνου.

Παρατίθεται ο πρώτος οίκος του αθάνατου στο διάβα του χρόνου αριστουργήματος:

Ἄγγελος πρωτοστάτης,

οὐρανόθεν ἐπέμφθη,

εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε·

καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,

σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε,

ἐξίστατο καὶ ἵστατο,

κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα·

Χαῖρε, δ’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,

χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.

Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,

χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.

Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,

χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.

Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,

χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.

Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,

χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.

Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,

χαῖρε, δι’ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.